«Δάφνες και πικροδάφνες» ΚΘΒΕ – Βασιλικό Θέατρο

  • Τα πατριωτάκια μας, οι κομματάρχες

  • «Δάφνες και πικροδάφνες» ΚΘΒΕ – Βασιλικό Θέατρο
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Λίγο πριν απ’ τη λήξη της προεκλογικής περιόδου, ας πούμε και κάτι ευχάριστο. Γιατί το έργο «Δάφνες και Πικροδάφνες» του Δημήτρη Κεχαΐδη και της Ελένης Χαβιαρά, πέρα από ένα «σχεδόν» θεατρικό αριστούργημα, παραμένει σημείο ελέγχου όσο και φάρος της πολιτικής μας εγρήγορσης.

Θ. Κεραμίδας, Τ. Πανταζής, Ν. Μαγδαληνός σε μια σκηνή της παράστασης του Γ. Κιουρτσίδη

Θ. Κεραμίδας, Τ. Πανταζής, Ν. Μαγδαληνός σε μια σκηνή της παράστασης του Γ. Κιουρτσίδη

Το έχουμε δει πολλές φορές και θα το δούμε άλλες τόσες: όταν θα σταματήσουμε να το κατανοούμε, η πολιτική ζωή του τόπου μας θα έχει αλλάξει.

Κρίθηκε εξ αρχής με τους όρους της ηθογραφίας και της τεχνικής των απανωτών αποκρύψεων και αποκαλύψεων. Θεωρήθηκε πως θυμίζει το παιχνίδι της μπλόφας. Πράγματι, αν το καλοσκεφτεί κανείς, τέσσερις άνδρες σε ένα δωμάτιο, που συμμετέχουν σε σχέδια εμπλοκής, παγίδευσης και εξαπάτησης, θυμίζουν πράγματι περισσότερο παρέα χαρτοπαικτικής λέσχης παρά μπιρό πολιτικού σχεδιασμού. Και όποιος επιθυμεί να συνδυάσει την παραπάνω παρατήρηση με το επίσης γνωστό «Τάβλι» του Κεχαΐδη, θα αντιληφθεί ότι για το συγγραφέα το «παίγνιο» αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα της σκηνικής τέχνης του.

Μόνο που υπάρχει μια σημαντική διαφορά: σε αυτό το παιχνίδι της «μπλόφας», καμιά μπλόφα στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η διαφθορά, που βαίνει ολοένα διογκούμενη. Οι αποκαλυπτικές φωτογραφίες, το μήλον της Εριδος, βρίσκονται πράγματι κλεισμένες στο συρτάρι· οι σχέσεις των τωρινών δημοκρατών με τους πρώην δικτάτορες είναι γεγονός· μια μυστική ερωτική ιστορία αποδεικνύεται πέρα ώς πέρα αληθινή. Και το ψεύδος μοιάζει το μόνο αληθινό στην πρόσφατη ιστορία μας.

Από εκεί και πέρα, το μικρό γίνεται μεγάλο: σε κάποιο δωμάτιο της Αρκαδίας βλέπουμε τέσσερις μικροκομματάρχες να πλέουν στο μικρόκοσμο των συμφερόντων τους. Κατανοούμε, όμως, τη μεγάλη διαπλοκή στην οποία αυτοί οι φτωχοδιάβολοι συμμετέχουν: η τοπική διαφθορά είναι μόνο η άκρη της μεγαλειώδους επικράτειάς της, τροχός στο μεγάλο στρεβλό μηχανισμό της. Αν κάποιος θελήσει στο μέλλον να καταλάβει τη Μεταπολίτευση μέσα από μικρά ονόματα, θα πρέπει να προσθέσει στις αναγνώσεις του τον Κώστα, τον Βασίλη, τον Τάσο, τον Αλέκο.

Το πρόβλημα της παράστασης βρίσκεται στις αρετές του έργου. Είναι μια εξαιρετική ηθογραφία, πολιτική στην ουσία, αλλά όχι στις στοχεύσεις της. Ανεβαίνει εύκολα και ακόμα ευκολότερα σημειώνει επιτυχία. Σπάνια όμως καταλήγει κάπου: γιατί το ίδιο εύκολα η αποδόμηση της πολιτική ζωής του τόπου μετατρέπεται σε χαλκομανία της. Φταίνε ίσως σε αυτό και οι συγγραφείς: οι χαρακτήρες τους είναι τόσο πειστικοί, τόσο ανθρώπινοι ώστε είναι αδύνατον να τους δει κανείς με το ψυχρό μάτι της πολιτικής. Ερχονται ζεστοί, χειροπιαστοί και γνώριμοι να καθίσουν δίπλα μας, να ενωθούν με τη δική μας εμπειρία.

Αυτό είναι και το παράδοξο άλλωστε του ρεαλισμού: από κάποια στιγμή η αναγνώριση και η συμπάθεια κατακλύζουν πλήρως τη συνείδηση, ώστε να μην απομένει χώρος για κριτική. Δεν τους κρίνουμε, γιατί νιώθουμε ότι τους ξέρουμε πολύ καλά, ότι μας δένει μαζί τους δεσμός φυλής και πεπρωμένου. Είναι πατριωτάκια μας.

Ισως και να βρίσκεται εδώ η λύση στο πρόβλημα του ανεβάσματος: όσο παίζουμε το έργο γοητευμένοι από την εξαιρετική ηθογραφική σκευή του δεν θα πάμε πολύ παραπέρα από τον Μαυρογιαλούρο και τον Σκούταρη. Γι’ αυτό, εκείνο που ζητάμε από μια σύγχρονη σκηνοθεσία του έργου είναι να προχωρήσει στο ζητούμενο: από τη διαστροφή των χαρακτήρων να προχωρήσει στο σύστημα που διαστρέφει τους χαρακτήρες.

Οπως το έργο γοητεύεται κατά βάθος από την πραγματικότητα που συλλαμβάνει, έτσι και η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Κιουρτσίδης γοητεύεται από το έργο. Το παρουσιάζει με κάθε δυνατή επεξεργασία του ηθογραφικού του στοιχείου. Πρόκειται για μια διδασκαλία από κάθε άποψη ορθή, αλλά θα μου επιτραπεί να παρατηρήσω υπερβολικά αναμενόμενη, σαν από δεύτερο χέρι.

Οι ηθοποιοί βέβαια είναι ικανοποιητικοί, αλλά σχεδόν κάθε Ελληνας ηθοποιός μπορεί να παίξει ικανοποιητικά αυτούς τους τύπους. Μόνο ο Σπύρος Σαραφιανός δίνει στον τύπο του Αλέκου μια σύγχρονη αναγκαιότητα, καθώς τον κάνει να πάλλεται από την αδυναμία του. Δεν υπονοώ ότι οι άλλοι (Θανάσης Κεραμίδας, Τάσος Πανταζής, Νίκος Μαγδαληνός) είναι κατώτεροι. Απλώς δεν μπορώ να διακρίνω ουσιαστική παρέμβαση από μέρους τους στο ούτως ή άλλως πλήρες ερμηνευτικό τοπίο των χαρακτήρων. *

Advertisements