«Γλυκιά Οφηλία» Κινητήρας Στούντιο

  • Μια σπάνια λυτρωτική παράσταση

  • «Γλυκιά Οφηλία» Κινητήρας Στούντιο
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 8 Μαΐου 2010

Πώς δένει το ατσάλι με το μέλι; Στα βήματα μιας πρωτοπορίας που θέλησε κάποτε να δέσει τον ακτιβισμό με τη σκηνική έμπνευση, που φιλοδόξησε να κάνει το θέατρο χώρο συνάντησης, πεδίο πολιτικοποίησης και κοινωνικής εγρήγορσης, πιο κοντά ίσως στην παρακαταθήκη του Living Theatre, με την προσωπική της ματιά και με τη μινιμαλιστική, γερμανικού ύφους αισθητική της, η «Γλυκιά Οφηλία» έρχεται να προστεθεί στις μέχρι τώρα προσπάθειες της Ιωάννας Ρεμεδιάκη. Πρόκειται για ακόμη μία υπενθύμιση τής εν υπνώσει τέχνης που δρα παρεμβατικά στον ιστό της πόλης, καταλυτικά στη συνείδησή της, απευθύνεται αλλά και εκπορεύεται από το κοινωνικό σύνολο, θεωρώντας σαν φυσικό χώρο της την αγορά.

Βίκυ  Βολιώτη και Αργυρώ Λογαρά Βίκυ Βολιώτη και Αργυρώ Λογαρά Ο χώρος τού «Κινητήρα Στούντιο» ίσως ήταν ιδανικός για τη συνάντηση του ποιητικού με την πεζή πραγματικότητα. Στον χώρο, που επιμελήθηκε η Calliopi, ο επισκέπτης περνά στιγμιαία από τη διαδικασία χαλάρωσης στην αποαστικοποίηση. Στις χύμα τοποθετημένες καρέκλες χάνεται η σταθερή τάξη και μαζί η οργανωμένη αντίσταση στο θέαμα που προσφέρεται. Εδώ, η διαδικασία τίθεται με τους όρους της συνειδητής διάχυσης, της φιλικής, ανεπιτήδευτης ατμόσφαιρας.

Και από εκεί ξεκινάει όχι το κείμενο του δράματος, αλλά το δράμα του κειμένου. Συνήθως οι καλλιτεχνικές ενέργειες αυτού του τύπου στοχεύουν να μεταφέρουν τις λέξεις τού χθες στο σήμερα. Η Ρεμεδιάκη κινείται συνειδητά αντίθετα. Αν δεν απατώμαι, κρυφός ή φανερός πόθος παραμένει η ανακάλυψη του κειμένου, η ενθυλάκωση της πραγματικότητας στις πτυχές του και η εκεί αναγέννησή της. Ετσι, η όλη παράσταση θα μπορούσε να διαβαστεί και σαν διαδικασία πρόβας, ανάλυσης, αποδόμησης, προχωρημένης ψυχοτεχνικής για την κατάκτηση από τους ηθοποιούς των μυστικών του σεξπιρικού προσώπου. Και καθώς οι ηθοποιοί παρουσιάζουν ανοιχτά την προσέγγιση εκ μέρους τους της Οφηλίας, γεννιέται η εντύπωση πως την ίδια στιγμή η μορφή της διαλύεται στο πρόσωπο και τη βιογραφία τους, στην ιστορία των θεατών, και ακόμη πιο πέρα, στον μύθο της πόλης και τη συλλογική κατάθεση. Η Οφηλία γίνεται τελικά αφορμή για την προσέγγιση (εδώ και η παρέμβαση του Γιώργου Χειμωνά) μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Ανασυνθέτω μέσα μου την παράσταση, χωρίς να βρίσκω πουθενά το μυστικό της. Σε κάποια άφατη γωνιά μπόρεσε να κάνει το μεγάλο βήμα και πολύ απλά, χωρίς τυμπανοκρουσίες, να πείσει για τη στενή, φυσική σχέση της Οφηλίας με τα δέντρα, με τα καμένα δέντρα, τα κομμένα δέντρα, τα απόντα δέντρα, τα χαμένα δέντρα. Το κείμενο του Σέξπιρ περιέχει πράγματι μια σχετική ποιητική σημείωση, ανήκει ωστόσο στον χώρο του θεάτρου το πώς η παράσταση κατάφερε να ενώσει τους συνειρμούς μας. Τι άλλο να περιμένουμε άλλωστε από την τέχνη, παρά να παρηγορεί τον κόσμο δίνοντάς τον σαν μια κατανοητή συνέχεια;

Είναι ένα θέατρο που δεν προσπαθεί να κρύψει, να ξεγελάσει, να υποκριθεί. Με συγκινητική γνησιότητα, με απλότητα και τιμιότητα που φαντάζομαι πως και για τις ηθοποιούς (Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Βίκυ Βολιώτη, Χαρά Καράτζιου και Αργυρώ Λογαρά) θα λειτουργεί καθαρτικά, η «Γλυκιά Οφηλία» φανερώθηκε σαν λυτρωτική έκπληξη. Στο θέατρο βλέπουμε καλές, μέτριες και κακές παραστάσεις. Σπάνια βλέπουμε κάτι ανυπόκριτο. Αρνούμαι σχεδόν να προχωρήσω σε υποδείξεις. Θα σήμαινε πριν από όλα ότι δεν κατάλαβα τίποτα από το όλο σχέδιο. Οτι έμεινα στην πρώτη ειρωνική ανάγνωση του κειμένου, με ρυθμό πολυβόλου, που ξεμπερδεύει σε πέντε λεπτά με ό,τι γνωρίζουμε ή μπορούμε να γνωρίσουμε ποτέ για την Οφηλία. Διόλου κολακευτική η θέση μου. Ειδικά όταν η παράσταση-πρόσκληση στοχεύει να βγούμε από το θέατρο και να δούμε τις γαζίες για πρώτη φορά με την ευαισθησία της γλυκιάς Οφηλίας. *