Ενα πλάσμα από καπνό και χώμα

  • *«Ψηλά από τη γέφυρα» στο Βρετάνια
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Σαν το καλό κρασί, το έργο του Μίλερ παλιώνει νικώντας το χρόνο. Το «Ψηλά από τη γέφυρα» αποτέλεσε για τη δεκαετία του ’50 μια μεγάλη επιτυχία του αμερικανικού δράματος και, μαζί, μία ακόμη απόδειξη ότι οι συνεχιστές του Ο’ Νιλ μπορούσαν να δονήσουν παγκόσμιες χορδές γράφοντας επεισόδια που κανονικά δεν θα ακούγονταν πέρα από τις γειτονιές που τα γέννησαν.

Η μικροκλίμακα της αστικής συνύπαρξης, η διοχέτευση της ατομικότητας στο πεπρωμένο της ευρύτερης κοινωνικής τάξης, η σύνταξη μιας ανθρωπολογίας της γειτονιάς έδωσαν τότε την αφορμή για να στραφεί μια ολόκληρη γενιά συγγραφέων από τον μικρό άνθρωπο της μεγάλης πόλης στον μεγάλο άνθρωπο της «μικρής μας πόλης».

Οι νέοι δραματουργοί της Δύσης έψαξαν σε παλιούς χάρτες για χρυσάφι και χτύπησαν καθαρή φλέβα. Το παλιό σύνθημα του Ζολά πως βρίσκει κανείς περισσότερη αίσθηση του τραγικού σε ένα αστικό σπίτι απ’ ό,τι σε κάποιο από τα σκωληκόβρωτα παλάτια του ρομαντισμού βρήκε εκεί νέους υποστηρικτές, νέα επιχειρήματα και, τελικά, νέους πολέμιους. Αυτή τη φορά χτυπούσε με φόρα και διάθεση διδακτική -γονιδιακή συνθήκη για το κίνημα του ρεαλισμού- την ηθική ρίζα της αμερικανικής μικρομεσαίας τάξης, τη διάθεσή της για συμβιβασμό και κουκούλωμα. Ο ρεαλισμός της Αμερικής μετά τον Πόλεμο απέκτησε έτσι ξανά μεγάλα μάτια για να βλέπει, μεγάλα δόντια για να δαγκώνει και μεγάλο στόμα για να ρωτάει: «Ποιος φοβάται τον μεγάλο κακό λύκο»;

Το «Ψηλά απ’ τη Γέφυρα» είναι αυτή η ανάταξη του ρεαλιστικού πνεύματος, που στρέφεται στον άνθρωπο και εξετάζει τη δική του τραγική πορεία. Ο λιμενεργάτης Εντι Καρμπόνε αποτελεί την αμερικανική πραγματικότητα της βιοπάλης και του μόχθου, τον έποικο ενός ανεστραμμένου αμερικανικού ονείρου που στηρίζεται στην μπέσα και το φιλότιμο για να επιβιώσει.

Σε αυτόν το χαρακτήρα που χύνεται από τον ποταμό του μελοδράματος στη θάλασσα του μελό, ο Μίλερ προσθέτει τραγικό υπόβαθρο και μοίρα. Τον κλείνει στις συμπληγάδες της εσωτερικής ζωής, της ερωτικής έλξης για την ανιψιά και ψυχοκόρη του και των κοινωνικών και ηθικών του εντολών. Ανάμεσα σε αυτές τις μυλόπετρες αλέθεται η ψυχή τού Εντι. Και έτσι νιώθεται. Οχι από τον νόμο των ανθρώπων, τον τυπικό ή άγραφο, αλλά από την αίσθηση της μέσα ζωής.

Είναι περίεργο, αλλά το θέατρο που υπηρετεί ο Γρηγόρης Βαλτινός έχει βρεθεί από το κέντρο της θεατρικής πιάτσας στις παρυφές της. Σαν εξαίρεση στις τόσες παρεμβατικές προτάσεις του κλασικού ρεπερτορίου, το εξετάζουμε με τη χαρά και το ενδιαφέρον του πρώτου θεατή. Κάτω από αυτό το κοίταγμα είναι ίσως περιττή η υπενθύμιση της γοητείας του πρωταγωνιστή του. Ο κομψός βουλεβαρτίστας μετατρέπεται, μετουσιώνεται με άνεση στον αδρό λιμενεργάτη με τη βαριά κίνηση και τον ακόμα βαρύτερο λόγο, διατηρώντας ωστόσο στο κέντρο του ρόλου το έλεος που επιφυλάσσει ο συγγραφέας για τον Εντι.

Τα πράγματα είναι τόσο σαφή όσο και δύσκολα: Χρειάζεται έλεγχο των μέσων για να μεταδώσει ένας ηθοποιός γοητεία σε ένα πλάσμα φτιαγμένο από τόσο καπνό και χώμα. Από τους υπόλοιπους ηθοποιούς ξεχωρίζει ο λιγομίλητος και αισθαντικός Μάρκο του Βασίλη Ρίσβα. Μεστή η Μπέατρις της Μαρίνας Ψάλτη, με χάρη στις άδηλες υποσχέσεις της η Κάθριν της Μαριάννας Πολυχρονίδη. Ο Νίκος Πουρσανίδης επαρκέστατος στο ρόλο του Ροντόλφο. Ο Πέτρος Φυσσούν δίνει στον αφηγητή δικηγόρο Αλφιέρι το βάρος ενός σύγχρονου ραψωδού τού πεπρωμένου, που ακούγεται πίσω από τους τοίχους της πόλης, ψηλά από τις γέφυρές της. *

Advertisements