Πενηντάχρονη θητεία

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010
  • Ο Τάκης Βουτέρης γιορτάζει φέτος τα 50 χρόνια του στο θέατρο με μια παράσταση που τιμά συνάμα και την πολύχρονη προσφορά του στο νεοελληνικό θέατρο

O Βουτέρης στο αρχικό του στέκι, το «Θέατρο Πειραιά», (που λίγο το τίμησαν οι Πειραιώτες και δεν το επισκέπτονταν ποτέ οι δήμαρχοι του επινείου) και έως σήμερα στο «Θέατρο Εξαρχείων» ανέβασε Διαλεγμένο, Μάτεσι, Μανιώτη, Χρυσούλη, Σκούρτη, Ζιώγα, Σεβαστάκη, Κουκουβίνο, Κωνσταντίνα Βέργου, αλλά και ανίχνευσε τα αριστουργήματα του κλασικού και του νεοκλασικού δραματολογίου ρίχνοντας το βάρος στο σύγχρονο κυρίως αμερικάνικο, του οποίου υπήρξε προνομιούχος πρεσβευτής με έργα του Αρθ. Μίλερ, του Σέπαρντ, του Γουόλας Σον, ενώ από το ευρωπαϊκό και αγγλικό σύγχρονο μάς μύησε στον Χέαρ, τον Ράιτ, τον Φρέιν κ.τ.λ. χωρίς φανφάρες, χωρίς μανιφέστα, χωρίς επικοινωνιακά τερτίπια κι όχι πάντα με την προσοχή του ειδικού Τύπου, που κόπτεται συνεχώς για ποιότητα.

Εν παρενθέσει εκφράζω την αμηχανία μου, πως ακόμη δεν ανετέθη από κανέναν πανεπιστημιακό των τεσσάρων ήδη θεατρολογικών τμημάτων μας μια προφανώς πολύτιμη έρευνα με θέμα τις «προγραμματικές δεσμεύσεις», τα «μανιφέστα», τα θεωρητικά ιδρυματικά κείμενα που συνόδευσαν την ίδρυση νέων και πρωτοποριακών (τη δηλώσει, τουλάχιστον) θιάσων από τη «Νέα Σκηνή» του Χρηστομάνου έως το «Θέατρο Τέχνης», από το «Πειραματικό Θέατρο» του Τριβιζά και το ανάλογο της Θεσσαλονίκης έως το «Ανοιχτό Θέατρο», το «Αμφι-Θέατρο», τη «Σκηνή» και τη «Νέα Σκηνή», την «Εποχή» κ.τ.λ. Πολλοί έμειναν συνεπείς στις δεσμεύσεις, στα αισθητικά τους πιστεύω και συνέχισαν με κόντρα τον άνεμο ή υπέκυψαν στην αδιαφορία, την απαιδευσία του καιρού ή την έλλειψη οικονομικής στήριξης. Άλλοι πρόδωσαν τις προθέσεις τους, υποχώρησαν, συμβιβάστηκαν και αφομοιώθηκαν.

Μετά τη μεταπολίτευση και την άνθηση του θεσμού των επιχορηγήσεων στηρίχτηκαν και επιβίωσαν μεγάλα ή μικρά θεατρικά οράματα, κρατώντας αρκετές από τις υποσχέσεις των ιδρυτικών τους πράξεων. Η «Στοά», το «Εξαρχείων», έως πρόσφατα το «Ανοιχτό Θέατρο», το «Φάσμα» του Αντύπα, το «Σημείο» του Διαμαντή, ο Μιχ. Μαρμαρινός, η «Πρόβα» και το «Μοντέρνο Θέατρο» στις γειτονιές της Αθήνας, ενώ ο θάνατος πήρε τον Ποταμίτη, τον Μάριο και δεν άντεξαν την «αγορά» ο «Καθρέφτης» κ.ά.

Όλα αυτά τα σχήματα ξεκίνησαν με προγραμματικές θεατρολογικές, δραματολογικές και ερμηνευτικές δηλώσεις. Καιρός να τις αποτιμήσουμε και να εκτιμήσουμε την αντοχή τους, τις έρευνές τους, τη συνέπειά τους και το μερίδιό τους στην προικοδότηση του θεάτρου μας με νέες, προχωρημένες ή παλιές αναθεωρημένες προτάσεις.

Ο Βουτέρης σπάνια θεωρητικοποίησε τη δουλειά του. Έχοντας μαζί με δυο-τρεις άλλους συγχρόνους του μύτη λαγωνικού με κυνηγό εύστοχο τη σύντροφό του ηθοποιό και σπουδαία μεταφράστρια Αννίτα Δεκαβάλλα, έκανε το χρέος του και τώρα, πενήντα χρόνια μετά, γιορτάζει. Κι όπως συμβαίνει και είθισται στις επετείους, επανέρχεται με τη διπλή ιδιότητα του ηθοποιού και σκηνοθέτη σε δύο προσωπικές του επιτυχίες, διπλές κι αυτές. Διότι οι δύο μονόλογοι των Μανιώτη και Καμπανέλλη, που ερμηνεύ- ει, έχουν γραφεί αποκλειστικά γι΄ αυτόν. Έχουν προκληθεί για να τιμήσουν τη μακρόχρονη συμβολή του στο νεοελληνικό δραματολόγιο και έχουν ως έμπνευση θέματα που συνάδουν με τη σκηνική γλώσσα, την αισθητική και την ιδεολογία του Βουτέρη.

Στο ρεσιτάλ του Βουτέρη με τον μονόλογο «Έξοδος» του Γ. Μανιώτη και «Οι δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά» του Καμπανέλλη κυριαρχεί ως θέμα η μοναξιά. Η μοναξιά πίσω από την εξουσία και την αυταρχική στολή, πίσω από το λούστρο των παρελάσεων και των παρασήμων, η νοσταλγία της φτώχειας αλλά και της αυθεντικής λαϊκής αυλής, η επικοινωνία της γειτονιάς, η ασύδοτη αλητεία και η ερωτική διαθεσιμότητα. Στο έργο του Καμπανέλλη κυριαρχεί η μοναξιά της απώλειας του συντρόφου, η ανατροπή της ασφάλειας της καθημερινής τάξης και συνήθειας, η παρηγορία της διπλανής ανάσας αλλά και η ζωτική κυριολεκτικά ανάγκη του καβγά. Με υπόγειο χιούμορ, με σαρκασμό συχνά, με απόπειρες καταδικασμένης εξόδου σ΄ αυτές τις «Νύχτες» οι δύο συγγραφείς, ο Νέστωρ και ο Βενιαμίν της δραματουργίας μας, δίνουν την ευκαιρία στον Βουτέρη να αναδείξει, να ξεδιπλώσει και να κατακυριεύσει με τα δόκιμα πλέον εργαλεία του τον βυθό, το υπαρξιακό κενό, τις χαμένες «πατρίδες», τις οάσεις, τους εφηβικούς και νεανικούς ενθουσιασμούς αλλά και την ευτυχία της συζυγικής φωλιάς.

Ο Βουτέρης έχει πριν από χρόνια και ανεξάρτητα ξαναερμηνεύσει αυτά τα κείμενα. Κι όμως είναι σαν να τα βλέπουμε και να τα ακούμε πρώτη φορά. Η προσέγγιση είναι η ίδια, αλλά ο υποκριτικός ψυχισμός, η ωριμότητα στη σύνθεση, ο βιωμένος χρόνος των σιωπών, η απειλητική σιγή, αλλά και μια συνωμοτική υποκριτική σκευωρία με το κοινό, ένα κλείσιμο του ματιού στον σύγχρονο συνάνθρωπο, συνοδοιπόρο της μοναξιάς των πόλεων και νοσταλγό της φυσικής ζωής αλλά και προδομένο και προδότη των νεανικών ονείρων, κάνει την παράσταση στο «Θέατρο Εξαρχείων» μια πράξη ελεγκτική και τρομερή που πάντα παλαιόθεν οδηγεί σε καθαρτήριο λουτρό, λυτρωτικό.

ΙΝFΟ«Νύχτες εξόδου»: «Οι δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά» του Ι. Καμπανέλλη και «Η έξοδος» του Γ. Μανιώτη στο θέατρο «Εξαρχείων» (Θεμιστοκλέους 69, Εξάρχεια.
Τηλ. 210.3300879).

  • Οι βρεγμένοι δεν φοβούνται τη βροχή

Ως σκηνοθέτης ο Βουτέρης δεν έχει συμπλέγματα και προσχήματα. Συνεργάστηκε με τον Καζάκο, τον Λιβαθινό, τον Βακούση, τον Στ. Κυριακίδη, την Ελένη Χατζηαργύρη, τον Γιωτόπουλο, την Άννα Κοκκίνου, την Κοταμανίδου, την Κατερίνα Καραγιάννη, ηθοποιούς με τελείως διαφορετικό ο καθένας κώδικα και βρήκε πάντα τρόπο να τους εντάξει στο δικό του υποκριτικό και σκηνοθετικό στυλ.

Συνοδοιπορήσαμε επί 50 χρόνια με τον Βουτέρη ο καθένας σε άλλη όχθη αλλά στη μέση κυλούσε άλλοτε ήρεμο άλλοτε κατεβασμένο και θολό το ποτάμι του νεοελληνικού θεάτρου. Και οι δύο για διαφορετικούς λόγους τολμήσαμε, ξυποληθήκαμε και μπήκαμε στο νερό, συχνά έως τον λαιμό. Γι΄ αυτό και οι βρεγμένοι το νερό και τη βροχή δεν τα φοβούνται.

Έρρωσο, Τάκη Βουτέρη.

Advertisements