Μαγιακόφσκι για πολύ μυημένους

  • Και ένας κατανοητός, αλλά αναποφάσιστα σκηνοθετημένος, Ιονέσκο στο Θέατρο Τέχνης

  • Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι: Iδού εγώ, σκην.: Τ. Τζαμαργιάς. Θέατρο Επί Κολωνώ
  • Πόλι Στένχαμ That Face, σκην.: Ν.Χαραλάμπους. Θέατρο Aργώ
  • Ε. Ιονέσκο Ο βασιλιάς πεθαίνει, σκην.: Μάνια Παπαδημητρίου. Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/02/2010

«Αυτά που γράφετε, σύντροφε Μαγιακόφσκι δεν γίνονται αντιληπτά από τους αγρότες και τους εργάτες. Αλλάξτε!». Ακούγοντας την παραπάνω ανατριχιαστική φράση των κομματικών λογοκριτών στο «Ιδού εγώ, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι» θυμήθηκα την –κατά τη γνώμη μου– σημαντικότερη για τους νεοτερικούς πειραματισμούς γραφής, τη Μέλπω Αξιώτη. Πειραματισμούς που επιχείρησε πριν από το 1940 και προτού βρεθεί για δεκαοχτώ χρόνια πολιτική εξόριστη στο τότε «παραπέτασμα» όπου ίσχυαν ακόμα οι συμβάσεις της –αναγκαστικής– ρεαλιστικής γραφής.

«Συντρόφισσα Αξιώτη», της υπαγόρευσαν στη Βαρσοβία και στο Ανατολικό Βερολίνο. «Να γράφετε έτσι που να σας κατανοούν οι εργάτες και οι αγρότες!» της υπέβαλαν στραγγαλίζοντας τη δημιουργική πνοή μιας από τις μεγαλύτερες συγγραφείς μας. Κορυφαίος ποιητής της επανάστασης στη Ρωσία ο –μάλλον αναρχικός παρά κομμουνιστής– Μαγιακόφσκι ενόχλησε την σοβιετική εξουσία. Ειδικά ο Λένιν έδειχνε σε κάθε ευκαιρία την απαρέσκειά του για τον φουτουρισμό. (Δεν ξέρω αν αυτό έχει κάποια σημασία αλλά όταν μετά την αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι το 1930 ζύγισαν τον εγκέφαλό του τον βρήκαν 360 γραμμάρια βαρύτερο από τον εγκέφαλο του Λένιν!).

Στην παράσταση με τον υπότιτλο «Το Σύννεφο με τα Πανταλόνια» το βάρος πέφτει βέβαια στο μακρύ και γνωστότερο ποίημα του Μαγιακόφσκι, μέσω του οποίου ο επεξεργαστής του στα ελληνικά, ο Ιερώνυμος Παλλάτος επιχειρεί ένα είδος εξιστόρησης των συνθηκών της ζωής του ποιητή. Δύσκολη υπόθεση όταν έχει κανείς μπροστά του μια τόσο θυελλώδη ζωή όπως αυτή του Μ. Ετσι το πρώτο, το ιδιαίτερα παθιασμένο, μέρος του ποιήματος που αναφέρεται στον χαμένο του έρωτα για κάποια Μαρία εξαφανίζεται. Αυτό που παραμένει είναι η κατοπινή πορεία του Μ προς την επανάσταση.

Μία underground παράσταση –σκηνοθετημένη μέσα στο πνεύμα ενός, αλίμονο, ξεπερασμένου φουτουρισμού– για «μυημένους» και γνώστες. Αξιοσημείωτη η δουλειά που έκανε ο Γιάννης Θεοδωράκης για να προσαρμόσει έναν μικρό χώρο έτσι ώστε να πλησιάσει το «Σύννεφο» την εικαστική μυρωδιά της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα στην –ακόμα πρωτοπόρα– Σοβιετική Ενωση. Ως Μαγιακόφσκι ο Γεράσιμος Μιχελής έκανε ένα εξαιρετικό φινάλε καγχάζοντας προς τους θεατές αντί του συνηθισμένου χαιρετισμού στο τέλος της παράστασης. Κάπως έτσι θα δρούσε και ο ασυμβίβαστος ποιητής. Αξιοσημείωτη η Τζ. Σούμα σε μια πλειάδα χαρακτήρων

«That Face»

Από το Γυμνάσιο κιόλας η Μία κατανάλωνε κι αυτή τα ναρκωτικά που έκρυβε η μάνα της. Ο αδελφός της ο Χένρι, πάλι, άφησε το σχολειό του για να προσέχει τη μητέρα τους, η οποία βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο της πρέζας. Μόνο ο πατέρας είχε διασωθεί γιατί τους παράτησε όλους και ξενιτεύτηκε στο Χονγκ Κονγκ. Οταν το «That Face» της Πόλι Στένχαμ πρωτοπαρουσιάστηκε πριν από λίγα χρόνια στο Λονδίνο χάλασε κόσμο και βραβεύτηκε. Το θέμα μιας πωρωμένης, διαλυμένης οικογένειας που βρίσκεται μέχρι τον λαιμό στο οινόπνευμα και τα ναρκωτικά έχει ασφαλώς παρουσιαστεί προηγουμένως και μάλιστα καλύτερα στη σκηνή.

Εκτός από την αιμομειξία που υπάρχει τώρα εδώ, ο Γιούτζιν Ο’ Νιλ περιέγραψε με εξίσου ζοφερό τρόπο τα ίδια και χειρότερα στο «Μακρύ Ταξίδι της Μέρας μέσα στη Νύχτα». Κι αυτό συνέβη πριν από μισό αιώνα. Ομως η νεαρή Στένχαμ ήταν μόλις 19 χρόνων όταν έγραψε το «That Face», και προφανώς το γεγονός αυτό εντυπωσίασε ιδιαίτερα τους Εγγλέζους, οι οποίοι δείχνουν να βρίσκονται σε αγωνιώδη και διαρκή αναζήτηση νέων συγγραφικών ταλέντων.

Σκηνοθετημένο ρεαλιστικότατα από τον Νίκο Χαραλάμπους, με μία Αιμιλία Υψηλάντη όπως δεν την έχουμε δει προηγουμένως. (Εκτός βέβαια από την απολαυστική κυρία Σμιθ στη «Φαλακρή Τραγουδίστρια» του Ιονέσκο. Τώρα, η ναρκομανής μαμά είναι ο δεύτερος αληθινά δημιουργικός ρόλος της). Υποσχόμενος επίσης ο νέος Γ. Ζαβραδινός, ο οποίος θα ήταν ήδη ένας πρώτης τάξεως αν βρισκόταν δύο οκτάβες χαμηλότερα.

«Ο βασιλιάς πεθαίνει»

Πού τον ανακάλυψαν πάλι τον Ιονέσκο; Μα πού αλλού; Είτε στο Λονδίνο ή στο Μπρόντγουεϊ, απ’ όπου σύμπαν το ελληνικό θέατρο συνηθίζει να ψωνίζει. «Ο Βασιλιάς πεθαίνει» (1962) ανέβηκε πέρσι τέτοιο καιρό στο θέατρο «Εθελ Μπάριμορ» στους 47 δρόμους της Ν.Υ. με τον Τζ. Μπους και την Σούζαν Σάραντον.

Αντίθετα με το «παράλογο» πνεύμα του Ιονέσκο, εδώ η ιστορία του βασιλιά ενός βασιλείου που καταρρέει οικονομικά ενώ ο ίδιος έχει λίγες ώρες ζωής, διαθέτει λογική, αρχή μέση, και τέλος. Αλλά ακόμα κι η γλώσσα του είναι «κατανοητή» αποφεύγοντας τα γνωστά ιονεσκικά κλισέ και τους παραλογισμούς.

Αναποφάσιστα σκηνοθετημένη (κωμωδία άραγε ή δράμα;) από τη Μάνια Παπαδημητρίου, με εμφανέστατα πρόχειρα σκηνικά και κοστούμια (Ελ. Παπαγεωργακοπούλου) και με αμήχανους ηθοποιούς ως προς το πώς να χειριστούν τους ρόλους τους, (κωμικά άραγε ή σοβαρά;) η παράσταση δεν κουβαλά πάνω της τίποτα από το ένδοξο κλέος των Κ. Κουν και Ευγένιου Ιονέσκο.

Advertisements

Ο Μαγιακόφσκι και το Στοίχημα

  • Η παράσταση της ποίησης είναι ένα διαρκές και απόλυτα σύγχρονο στοίχημα. Η έντονη εικαστικότητα του ποιητικού λόγου, ο ερμητισμός και συγχρόνως η ανοικτότητά του σε πλήθος ερμηνειών, η καλειδοσκοπική λεκτική οικονομία που γεννάει ετερόκλητες νοητικές παραστάσεις, χωρίς ιδιαίτερη ή προφανή συνοχή, αποτελούν ελκυστικούς λόγους για να ανέβει η ποίηση στη σκηνή. Να γίνει ενσώματη ροή εικόνων, μια διαδικασία διεπίδρασης. Ωστόσο η διαδρομή από το ποίημα στην παράσταση είναι επισφαλής.
  • Νωπές είναι εξάλλου οι εντυπώσεις από τις παραστάσεις που ανέβηκαν στα πλαίσια του «έτους Γ. Ρίτσου», το 2009. Πολύ λίγες ήταν αυτές που μπόρεσαν να μετουσιώσουν την ποίηση του Ρίτσου σε θεατρική μεταγλώσσα, εκεί όπου η παράσταση σημαίνει και οι λέξεις σημαίνονται (εξαιρετικό παράδειγμα η «Ελένη» του Βασίλη Παπαβασιλείου). Τούτο ενδεχομένως συνέβη ακριβώς για τους ίδιους λόγους για τους οποίους η ποίηση είναι κρίσιμη θεατρική ύλη. Μια παράσταση ποίησης, δεν κινδυνεύει τόσο από την παρανάγνωση, όσο από τη λαθρανάγνωση, από την προειλημμένη απόφαση του σκηνοθέτη και των υπόλοιπων συντελεστών να «φανούν» οι ίδιοι, πατώντας στο εκάστοτε ποιητικό χαλί, το οποίο και μεταχειρίζονται ενίοτε σαν κουρελού.
  • Στην παράσταση «Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι: Ιδού εγώ», σε σκηνοθεσία ΤάκηΤζαμαργιά (Θέατρο Επί Κολωνώ, σκηνή Black Box ) αυτό που συμβαίνει είναι διαφορετικό. Ανασυστήνεται με τη μέθοδο του assemblage ο Μαγιακόφσκι μέσα στον κόσμο του. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί ιστορικά σπαράγματα, κομμάτια από την ποίηση του Μαγιακόφσκι, δεσμίδες λέξεων από την Αχμάτοβα, τη Γώγου και φυσικά από την ποίηση του «συνομιλητή» του Γ. Ρίτσου. Επιλέγει να παραστήσει την εικόνα του Μαγιακόφσκι και της ποίησής του. Παρουσιάζει ποιητικούς αντικατοπτρισμούς, μηχανιστικές όψεις, υπαινίσσεται τις φουτουριστικές αρχές του ποιητή που σε συνδυασμό με την άναρχα επαναστατική φύση του, του επέτρεψαν να αγωνιστεί για το σοσιαλιστικό ιδεώδες, τον έρωτα, την ελευθερία -με ιδιόρρυθμο και προωθημένο για την εποχή του τρόπο -και στη συνέχεια να αυτό-εκμηδενιστεί. Ο Τζαμαργιάς μεταχειρίζεται και αναδομεί τη διαδικασία της παράστασης με ψυχαναλυτικά, λακανικού τύπου εργαλεία.
  • Στη σκοτεινή, υγρή, κλειστοφοβική σκηνή του Black Box -κάτι σαν την άγρια επικράτεια του Ασυνείδητου- κατέρχεται ο Μαγιακόφσκι (πολύ καλός στο ρόλο του ο Γ. Μιχελής) σαν «άγγελος», σαν ο «13ος Απόστολος». Συναντιέται με στιγμιότυπα της ζωής του και πριν αναληφθεί ξανά στο τέλος της παράστασης αναφωνεί με οδύνη «το εγώ δεν μου αρκεί»…
  • Βασικός άξονας στη σκηνή είναι η αντιστικτική, υπόρρητη σχέση μεταξύ των ηθοποιών Γ. Μιχελή και Δ. Καραμπέτση. Ο πρώτος με την εξπρεσιονιστική διάχυση και ο δεύτερος με την ικανότητά του να «εξορθολογίζει» αποτελούν το βασικό δίπολο. Μουσική (Πλ. Ανδριτσάκης, Τ. Σωτηράκης) και βιντεοπροβολή (Com. odd. or) συνεπικουρούν στην απόδοση της σύγκρουσης μεταξύ του ναρκισσισμού του επαναστάτη και του πραγματισμού του συστήματος (κάθε συστήματος), που επιδιώκει εντέλει την ευρυθμία, την τάξη και όχι την αμφισβήτηση. Διατηρώντας επιφυλάξεις για την ενδυματολογική προσέγγιση (που μάλλον δεν φαίνεται να κατανοεί το παραστασιακό αίτημα καθαυτό) και τη χρήση του φωτισμού, νομίζω ότι η παράσταση «Μαγιακόφσκι: Ιδού Εγώ» είναι ένα κερδισμένο στοίχημα. Και είναι κερδισμένο γιατί εικονοποιεί με λιτότητα τη διαδικασία της παράστασης και δεν επαναπαύεται στην αναπαράσταση, λειτουργώντας έτσι ως εργαστήριο προβληματισμού και όχι ως μονοσήμαντη αισθητική απόλαυση.
  • Ελευθερία Ράπτου, Η ΑΥΓΗ: 07/02/2010