Τα χούγια της «Σχολής» («Σχολείο γυναικών»)

Από την παράσταση «Σχολείο γυναικών» που παίχτηκε στο θέατρο  «Παλλάς» με τον Ντανιέλ Οτέιγ και τη Λιν Τιμπό

Υπάρχει σαφώς μια κάθετη διαφοροποίηση ανάμεσα στις μεγάλες υποκριτικές σχολές της Ευρώπης
Πριν από πολλά χρόνια ένας Έλληνας που ενημερωνόταν για τα θεατρικά πράγματα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες βρέθηκε συστημένος να παρακολουθεί δοκιμές στην Κομεντί Φρανσέζ. Ήταν την περίοδο που επικεφαλής των εταίρων του «Θεάτρου του Μολιέρου» ήταν ο πολύς Ζορζ Σαμαρά, ο οποίος τότε σκηνοθετούσε και έπαιζε τον «Κατά φαντασίαν ασθενή». Υπάρχει μια σκηνή στη δεδομένη κωμωδία, όπου ο ήρωας αποφασίζει να παντρέψει την κόρη του με τον γιο του γιατρού του, επίσης νεόκοπο (και γελοίο) γιατρό. Ανακοινώνει την απόφασή του στη ζουμερή και αυθαδέστατη (μολιερική) υπηρέτρια και μεταξύ τους γίνεται ένας επιθετικός «αγών». Η υπηρέτρια ακούγοντας την εξωφρενική απόφαση του αφέντη απαντά μονολεκτικά και κοφτά: «Όχι». Ο ήρωας έκπληκτος: «Όχι;». Εκείνη: «Όχι». Εκείνος: «Όχι;», «Όχι», «Όχι;» κ.λπ.

Ο Σαμαρά στις δοκιμές σταμάταγε επί μία εβδομάδα σ΄ αυτήν τη σκηνή και ρωτούσε: «Γιατί δεν γελάμε;». Ένιωθε ότι η σκηνή, ενώ θα έπρεπε με τον ρυθμό της και τον χειρονομημένο λόγο και τις γκριμάτσες να φέρνει ευφορία, «κάθονταν», όπως λένε στο θέατρο.

Στο τέλος της εβδομάδας ένας νεαρός ηθοποιός τόλμησε να παρέμβει και να δηλώσει ότι γνωρίζει την αιτία και στη σχεδόν διαταγή του Σαμαρά να την πει, σημείωσε δείχνοντας το κείμενο πως λένε δύο «όχι» παραπάνω! Δηλαδή είχαν παραβεί αυτό που ο Αριστοτέλης ορίζει ως «οικείον μήκος» ενός δράματος ή και μιας σκηνής, με άλλα λόγια είχε πλατειάσει η χρόνωση, το γνωστό «τάιμινγκ». Αμέσως διορθώνοντας την αυθαιρεσία, η πρόβα του Μολιερικού έργου βρήκε την κωμική της διάθεση.

Βλέποντας τις προάλλες το «Σχολείο γυναικών» του Μολιέρου στο «Παλλάς» με Γάλλους ηθοποιούς, μια πολύτιμη προσφορά της Αττικής Πολιτιστικής Εταιρείας στα πλαίσια του προγράμματός της «Θέατρο πέρα από τα όρια», θυμήθηκα αυτό το περιστατικό για να ξανατοποθετηθώ πάνω στο πρόβλημα «υποκριτικός κώδικας» και «Υποκριτική Σχολή». Υπάρχει σαφώς μια κάθετη διαφοροποίηση ανάμεσα στις μεγάλες υποκριτικές σχολές της Ευρώπης. Η Γερμανική, η Αγγλική, η Ρωσική, η Ιταλική Σχολή έχουν κάθε μία βαθιά ιστορία, παράδοση και μεθόδους και κλειδιά μετάδοσής τους στους νεώτερους είτε μέσω των μεγάλων πρακτικών δασκάλων του σανιδιού είτε μέσω των οργανωμένων και κωδικοποιημένων δραματικών σχολών. Το Γαλλικό Κονσερβατουάρ, τουλάχιστον πριν από δύο δεκαετίες, παρήγαγε ηθοποιούς που το ήθος τους και το ύφος τους το σκηνικό ήταν αναγνωρίσιμο ακόμη και στον αδαή. Το ίδιο συμβαίνει ακόμη και σήμερα με τους ηθοποιούς που ασκήθηκαν στις κρατικές αγγλικές σχολές του Λονδίνου και βεβαίως οι απόφοιτοι των θυγατρικών σχολών που ακολουθούν το σύστημα Στανισλάφσκι στη Μόσχα.

Η ιταλική υποκριτική παράδοση είναι όπως και η ελληνική άκρως συντεχνιακή και ακολουθεί τις κατακτήσεις και την τυποποίηση των λαϊκών μίμων. Στην αγγλική παράδοση ένας ηθοποιός που βγαίνει στην αγορά είναι έτοιμος να παίξει ανά πάσα στιγμή όποιον ρόλο σαιξπηρικό τού ζητηθεί, ανεξάρτητα από φύλο. Ο Λόρενς Ολιβιέ γράφει στα απομνημονεύματά του πως ο πρώτος σαιξπηρικός ρόλος που έπαιξε ήταν της Κατερίνας από το «Ημέρωμα της Στρίγγλας»!

Γνωρίζω πως μια από τις τυραννικές ασκήσεις που ζητούσαν στις πτυχιακές εξετάσεις του Γαλλικού Κονσερβατουάρ ήταν να ζητηθεί από τον υποψήφιο απροειδοποίητα να απαγγείλει μονόλογο της «Φαίδρας» του Ρακίνα ή της Ελμίρας από τον «Ταρτούφο» ή από την «Κληρονομιά» του Μαριβό, ενώ ταυτόχρονα θα έψηνε δύο ομελέτες στο τηγάνι! Τι σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνουν αυστηρό σύστημα εκπαίδευσης με κεντρικό παιδαγωγικό πυρήνα έναν πάγιο, δόκιμο και αναγνωρίσιμο υποκριτικό στυλιστικό κώδικα.

Κάθε σχολή διαθέτει τη φιλοσοφία της, τα ιδεολογικά και αισθητικά της υπόβαθρα και διαμορφώνει το στυλ της υποκριτικής της λαμβάνοντας υπόψη τη μουσική της γλώσσας, τον χειρονομημένο οικείο τρόπο επικοινωνίας και τα θεμελιώδη σχήματα και τους τυπικούς πυρήνες των εθνικών- λαϊκών χορών.

Ο Ντανιέλ Οτέιγ, κωμική στόφα με ψήγματα ενός τραγικά γελοίου ανθρωπολογικού τύπου, οργάνωσετον καταλυτικό ρόλο του Αρνόλφου με καταιγιστικούς ρυθμούς

  • Με την άνεση της Γκόλφως

Η παράσταση («Σχολείο γυναικών») ακολουθεί κατά πόδας τη λαϊκότροπη εκδοχή που διάβασε ο Πλανσόν στα έργα του μεγάλου κωμωδιογράφου. Δίπλα στον Οτέιγ οι παλιότεροι μαστόροι, ο Μπλαν (Ορόντ), ο Μπλοχ (Κριτάλντ), ο Γκοντάρ (Ανρίκ), η Γκοντέ (Ζορζέτ), παίζουν Μολιέρο με την άνεση που οι δικοί μας παλιά έπαιζαν Γκόλφω ή Φυντανάκι. Από τους νέους η Αγνή της Λιν Τιμπό και ο Οράτιος του Γκουγιέ, ταλαντούχοι χωρίς άλλο, μιμούνται όμως την παράδοση και σχολιάζουν τη σχολή. Κλείνοντας θα έλεγα πως η πρόσφατη παράσταση του Λ. Βογιατζή στο ίδιο έργο είχε περισσότερο βάθος και ανέδειξε ιδιαίτερα τον τραγικό βυθό του Αρνόλφου, η δε παλιότερη (1975) παράσταση του ίδιου έργου από τον Γιώργο Μιχαηλίδη με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο και την Κάτια Δανδουλάκη στο ΚΘΒΕ ήταν μία απόπειρα μεταφοράς της μολιερέσκ στην ελληνική σκηνή.

  • Μεταξύ Φερναντέλ και Λουίς ντε Φινές
Βλέποντας τη θεατρική ομάδα που καθοδήγησε στη μολιερική κωμωδία ο Ζαν- Πιερ Βενσάν έκανα μια αναδρομή στους γαλλικούς θιάσους που έχουν έρθει στην Ελλάδα τουλάχιστον (για να έχω συμπαραστάτες της μνήμης Έλληνες μάρτυρες) και βρήκα πως ανεξάρτητα από το ταλέντο και την ακτινοβολία κάποιων μεγαλοφυών η σχολή ήταν πανταχού παρούσα, είτε ήταν ο Ζεράρ Φιλίπ είτε ο Βιλάρ είτε η Σίλβια Μομφόρ είτε ο Ζορζ Ουιλσόν είτε η Μαρία Καζαρές είτε ο Ντεπαρντιέ είτε η Αρντάν.

Έτσι και τώρα με τον Ντανιέλ Οτέιγ, παρόλο που η καριέρα του και οι προτιμήσεις του ανάγονται στον κινηματογράφο, το κύρος και το στυλ της σχολής τον προσδιορίζει. Βεβαίως, η παράσταση του «Σχολείου γυναικών» δεν ακολουθεί την ιστορική μανιέρα που ονομάζεται μολιερέσκ, που παραπέμπει στην εποχή του ποιητή και στον παλατιανό κώδικα μόδας και σημειωτικής των συμπεριφορών. Ήδη από τον περίφημο «Δον Ζουάν» του Βιλάρ και την υφολογική επανάσταση του Πλανσόν, που με τον «Ζορζ Νταντέν» του βρήκε το μικροαστικό και αγροτικό υπόβαθρο της μολιερικής ανθρωπολογίας, έχει αλλάξει η αναπαραστατική οπτική των μολιερικών κειμένων και στη Γαλλία. Αλλά ο πυρήνας, το κουκούτσι της υποκριτικής σχολής, είναι σταθερός και αναλλοίωτος. Ο Οτέιγ, κωμική στόφα με ψήγματα ενός τραγικά γελοίου ανθρωπολογικού τύπου, οργάνωσε τον καταλυτικό ρόλο του Αρνόλφου με καταιγιστικούς ρυθμούς, συχνές επικοινωνιακές απευθύνσεις στο κοινό και έξοχη αίσθηση της κωμικής παύσης. Για να στηρίξω όσα είπα για τη σταθερότητα του πυρήνα της σχολής και απευθυνόμενος σε γνώστες ανάλογων κωμικών από τη γαλλική παράδοση, η υποκριτική κλίμακα του Οτέιγ βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα στον κώδικα του Φερναντέλ και του Λουίς ντε Φινές.