Ροκ διακοσμητικό

  • «Βασιλιάς Ληρ» του Γουίλιαμ Σαίξπηρ στο θέατρο Παλλάς, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού

ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Το 1681 παρουσιάστηκε στο Λονδίνο «Η Ιστορία του βασιλιά Ληρ». Ο τίτλος παρέπεμπε στο ομότιτλο αριστούργημα του Σαίξπηρ και εν πολλοίς επρόκειτο για το ίδιο έργο. Υπήρχαν όμως μερικές σημαντικές διαφορές: ο Ληρ π.χ. δεν πεθαίνει αλλά ξανακερδίζει τον θρόνο του, η Κορντέλια επίσης δεν πεθαίνει αλλά παντρεύεται τον Εντγκαρ. Η αρετή θριαμβεύει και οι θεατές δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσουν τον αφανισμό των ηρώων. «Η Ιστορία του βασιλιά Λιρ» έφερε την υπογραφή ενός άγνωστου συγγραφέα, του Νέουμ Τέιτ. Σήμερα τον έχουν σκεπάσει στρώματα λήθης, τότε όμως η «νερωμένη» εκδοχή της τραγωδίας α λα Τέιτ, παρά την κατακραυγή των κριτικών, ήταν εξαιρετικά δημοφιλής και παρέμεινε αγαπητή στο κοινό για δεκαετίες ολόκληρες. Λέγεται μάλιστα πως χρειάστηκε να περάσουν περισσότερα από εκατό χρόνια προτού ο πρωτότυπος «Ληρ» επιστρέψει ξανά στα αγγλικά θέατρα.

Ολα αυτά ακούγονται εξαιρετικά απίθανα σήμερα, ειδικά όσον αφορά τον Σαίξπηρ. Προτού βιαστούμε να λιθοβολήσουμε τον Τέιτ όμως, ας το ομολογήσουμε: πολύ θα θέλαμε να είχε «χάπι έντ» ο «Ληρ». Οπως έλεγε και ο Γουίλιαμ Χέζλιτ δεν υπάρχει τρόπος να περιγράψει κανείς την επίδραση του κειμένου πάνω μας: «ευχόμαστε να μπορούσαμε να προσπεράσουμε αυτό το έργο χωρίς να χρειαστεί να πούμε τίποτε. Ο,τι κι αν πούμε θα είναι κατώτερο του αντικειμένου…». Η εμπειρία του Ληρ είναι πράγματι σπαρακτική. Δύσκολα θα βρεθεί στην παγκόσμια λογοτεχνία σκηνή περισσότερο συγκινητική από αυτή του πολύπαθου γέροντα να κρατάει στην αγκαλιά του την ξεψυχισμένη κόρη του και να προσπαθεί με ένα καθρεφτάκι να αιχμαλωτίσει την ανάσα της.

Και αυτή η σκηνή είναι μία από πολλές. Ολόκληρο το σύμπαν που σκιαγραφεί ο Σαίξπηρ βουλιάζει σταδιακά όλο και βαθύτερα στα σκοτάδια του υπαρξιακού τρόμου. Δεν έχουμε πουθενά να κρατηθούμε. Ο κόσμος έχει γυρίσει ανάποδα και οι τρελοί οδηγούνε τους τυφλούς. Ευγενείς που γίνονται ζητιάνοι, πατεράδες που διώχνουν τα παιδιά τους, παιδιά που προδίδουν τον γονιό τους, αδέλφια που εξοντώνονται μεταξύ τους, βασίλεια που διαμελίζονται, οφθαλμοί που εξορύσσονται, μια ατέλειωτη αλυσίδα συμφορών τυλίγεται γύρω μας. Οι κακοί καταστρέφονται αλλά και οι καλοί το ίδιο. Οσοι επιβιώνουν δεν έχουν τίποτε να προσδοκούν.

Γράφει ο Χάρολντ Μπλουμ: «Η αγάπη δεν θεραπεύει στην “Τραγωδία του βασιλιά Ληρ”. Αυτή αποτελεί την αφετηρία όλων των δεινών και συνιστά η ίδια μια τραγωδία». Ο Ληρ αγαπάει υπερβολικά την Κορντέλια και όμως προκαλεί τον χαμό της. Οι δύο άλλες θυγατέρες του, η Ρίγκαν και η Γκόνεριλ, μισούν τον πατέρα τους και προκαλούν τον εξευτελισμό του. Σε κάθε περίπτωση οι γονείς δεν μπορούν να προστατεύσουν τα παιδιά, ούτε τα παιδιά τους γονείς τους. Αυτή «η παγκόσμια πληγή που το έργο επιφέρει στην αξία της οικογενειακής αγάπης» είναι σύμφωνα με τον Μπλουμ η βαθύτερη αιτία που πολλοί θεατές βρίσκουν το έργο ανυπόφορο. Αν αυτή η αγάπη εξαφανιστεί, τότε τι απομένει; Τίποτε. Αν οι στενότεροι δεσμοί αίματος δεν αντέχουν στη δοκιμασία του χρόνου, τότε πού να βασιστούμε; Πουθενά.

Αυτόν τον κόσμο όπου έχουν έρθει τα πάνω κάτω και όλα όσα θεωρούσαμε δεδομένα έχουν γκρεμιστεί, ο Στάθης Λιβαθινός τον οραματίστηκε ως πανκ-ροκ συναυλία όπου οι τραγουδιστές χάνουν τον έλεγχο και τα «σπάνε» επί σκηνής. Την πρόθεση αυτή τουλάχιστον φανερώνει η αισθητική των σκηνικών, των κοστουμιών, της μουσικής αλλά και ο τρόπος με τον οποίο χοροπηδάνε οι νεότεροι ηθοποιοί φορώντας δερμάτινα μπουφάν με αλυσίδες ή άλλα μεταλλικά αξεσουάρ. Με «μαύρα» μάτια, σκούρα χείλη και λευκά πρόσωπα κάνουν πράγματι ό,τι μπορούν ώστε να μας πείσουν για τη σκληρότητά τους, την πανκ αγριάδα τους, ειδικά όταν το καλεί ο ρόλος, όπως στην περίπτωση του διαβολικού στρατηλάτη του κακού, Εντμοντ. Τίποτε δεν κατορθώνουν όμως: αυτή η συναυλία μπορεί να πληροί τις προϋποθέσεις της όψης και του μέλους, δεν έχει όμως ψυχή. Προτάσσει την κραυγαλέα κινησιολογική βαβούρα της λες και η κίνηση είναι αυτόματη απόδειξη ζωντάνιας. Ο θίασος, αιχμάλωτος του στάιλινγκ, καταφεύγει σε διαρκείς εκφραστικές υπερβολές, γκριμάτσες δίχως νόημα, τρεχαλητό, σπρωξίδι. Σηκώνει καπνό χωρίς να ανάβει φωτιά. Κανένας από τους ηθοποιούς δεν καταφέρνει να πλάσει έναν ήρωα με σάρκα και οστά: παραμένουν όλοι κακοφορμισμένες μαριονέτες παραδομένες στην ασάφεια και τον εκνευρισμό.

Η μεγαλύτερη απορία που γεννά η βραδιά όμως δεν είναι γιατί ο Λιβαθινός επέλεξε μια κατεύθυνση την οποία προφανώς αδυνατεί να υπηρετήσει. Η μεγαλύτερη απορία αφορά την επιλογή του πρωταγωνιστή: πώς μπορεί η σκηνοθετική αντίληψη για έναν ροκ «Ληρ» να ξεχωρίζει τον Νικήτα Τσακίρογλου ως κεντρικό εκφραστή της; Πράγματι η σύζευξη αποδεικνύεται ατυχής. Η οργή του διαγράφεται ξύλινη και η απόγνωσή του κακόμοιρη. Η τρικυμία του μυαλού του μοιάζει με ψιλόβροχο. Οι σκηνές επανένωσης και αποχωρισμού με την Κορντέλια περνούν και δεν αγγίζουν. Οι ελάχιστες στιγμές που γεννούν συμπάθεια- π.χ. όταν καβαλάει ξεμωραμένος το ξύλινο αλογάκι τουμένουν μετέωρες, χωρίς συνέχεια. Είναι ομολογουμένως εξαιρετικά δύσκολος ρόλος: τόσο ο Μπλουμ όσο και ο Χέζλιτ έχουν υποστηρίξει ότι κείται πέρα από τα όρια της ερμηνείας. Ακόμη κι έτσι όμως, η προσπάθεια του Τσακίρογλου άφησε πολύ αχνό συγκινησιακό αποτύπωμα.

Κρίμα η μουσική: οι ατίθασες, εκρηκτικές συνθέσεις του Θοδωρή Αμπαζή συνιστούν το μοναδικό στοιχείο της παράστασης που ξεσηκώνει τον θεατή με τον καταιγιστικό ρυθμό του πάθους τους.

Advertisements

*«Βασιλιάς Λιρ», ΚΘΒΕ – Βασιλικό Θέατρο

  • Ο «Λιρ» κέρδισε το στοίχημα
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 11 Απριλίου 2009

  • Δεν γνωρίζω με ποιες ακριβώς προοπτικές ξεκίνησε η παράσταση του Βασιλικού, πάντως ούτε οι πιο αισιόδοξοι δεν θα περίμεναν τόση επιτυχία. Μετά τη συνάθροιση του πλήθους και τον ενθουσιασμό του από τη σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, ίσως ήλθε ο καιρός να αναθεωρήσουμε κι εμείς μερικές από τις σταθερές μας προκαταλήψεις: όπως το ότι μια ροκ, προχωρημένη, «βάρβαρη» επέμβαση στο σώμα του κλασικού θεάτρου δεν μπορεί να διεκδικεί λαϊκά ερείσματα. Μπορεί. Αρκεί να συνοδεύεται από σοβαρότητα, βάθος και μια καλή ερμηνεία σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Η παράσταση του Βασιλικού τα έχει όλα αυτά. Και έχει επίσης τη μετάφραση του Διονύση Καψάλη που ευδοκιμεί στο Βασιλικό: ανοικτή σε φωνήεντα, απλή και καίρια, δείχνει πρόθυμη να μεταδώσει το νόημα του κειμένου, ακόμα και γειώνοντας κάτι από την ποιητική του ενέργεια.
  • Από τη μεριά του, ως σκηνοθέτης, ο Στάθης Λιβαθινός πέτυχε νομίζω διπλά: αποστόμωσε πρώτα όλους όσοι αμφισβητούσαν την ικανότητά του να σκηνοθετεί σε μεγάλη σκηνή μεγάλο έργο με μεγάλους πρωταγωνιστές. Το έχω επισημάνει και παλιότερα, ότι είναι σκηνοθέτης που αποδίδει καλύτερα σε χώρους μικρούς, σε θέατρα δεδομένης συντροφικότητας και επικοινωνίας. Το στοίχημα ήταν αν μπορεί να δώσει και μια πλατύτερη σκηνοθεσία, που προβάλλει ανάγλυφες ποιότητες του θεατρικού λόγου. Αν μπορεί, με άλλα λόγια, να υπηρετήσει μια αντίληψη που αφορά από τα πρώτα καθίσματα μέχρι τον τελευταίο εξώστη.
  • Το άλλο μέρος της επιτυχίας ωστόσο -και το πιο σημαντικό- αφορά τη σχέση που αποκτά, με αυτή την παράσταση του Λιρ, το σεξπιρικό κείμενο με την πόλη της Θεσσαλονίκης. Δεν είναι μόνο ζήτημα προσέλευσης του κοινού: Μέσα από τη διαρκή, αμφίδρομη επικοινωνία και την παρέμβαση της ροκ μουσικής, ο Λιρ ανάγεται στην αλληγορία μιας γενιάς που δίνει στα παιδιά της τα πάντα, εκτός από το δικαίωμα της ελεύθερης σκέψης. Σε παράδειγμα μιας γενιάς κακομαθημένης και διεφθαρμένης που δεν μπορεί παρά να δώσει ακόμη περισσότερο κακομαθημένους και διεφθαρμένους απογόνους. Ο Λιβαθινός επεκτείνει έτσι την ερμηνεία του Λιρ ώς τα γκράφιτι που γέμισαν τον περσινό Δεκέμβρη τους τοίχους του Βασιλικού Θεάτρου. Θαυμάσιο παράδειγμα για το πώς η καλλιτεχνική πράξη μπορεί να ανταλλάσσει νόημα με το φορτίο της εποχής της.
  • Η παράσταση βέβαια ανήκει και στους ηθοποιούς της. Κατ’ αρχάς στο πρόσωπο του Λιρ, που παίρνει χαρακτήρα και έκφραση από τον Νικήτα Τσακίρογλου. Η επιλογή του διευθυντή του Κρατικού ήταν πιστεύω μια ριψοκίνδυνη απόφαση: Από άλλο υλικό φτιαγμένος, φερμένος από άλλη παράδοση και πρέσβης μιας άλλης «ψυχολογίας», ο πρωταγωνιστής θα μπορούσε από μόνος του να τινάξει τα πάντα στον αέρα. Κι όμως, για κάποιο μαγικό λόγο τα πάντα λειτούργησαν. Η στόφα του -που του επιτρέπει να κρατά γερά τα γκέμια ενός ρόλου σαν του Λιρ- ενώθηκε με τους νέους καλλιτέχνες σε ένα γοητευτικό μείγμα.
  • Οχι, βέβαια, πως αυτό κάνει τα πάντα θετικά: Ορισμένοι ηθοποιοί έμοιαζαν πράγματι ανέτοιμοι για το φορτίο που ανέλαβαν. Και σε αρκετές σκηνές η άνιση επεξεργασία του υλικού ήταν εμφανής, έστω και κάτω από το μουσικό χαλί του Θεόδωρου Αμπαζή. Το μήνυμα όμως παρέμενε σαφές και δυνατό: Το χάσμα των γενεών είναι πρωτίστως χάσμα λέξεων. Καθώς η σκηνή του Βασιλικού κατακλύζεται από τα σκουπίδια, στη σκηνογραφία της Ελένης Μανωλοπούλου, ο Λιρ είχε ήδη χάσει, πριν από τη βασιλεία του, όσες αξίες θα ήθελε να μεταδώσει στα παιδιά του. *

ΚΘΒΕ: Σαίξπηρ «Βασιλιάς Ληρ» και Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα «Ματωμένος Γάμος»

  • Ατυχής Ληρ, επιτυχής «Γάμος»
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • Του Σπυρου Παγιατακη
  • Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 5 Aπριλίου 2009

Η προσέγγιση του Στάθη Λιβαθινού στην τραγωδία του Σαίξπηρ ήταν απλώς λάθος

Σαίξπηρ: Βασιλιάς Ληρ. Σκην: Στάθης Λιβαθινός. ΚΘΒΕ

Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα: Ματωμένος Γάμος. Σκην: Γιάννης Ιορδανίδης. ΚΘΒΕ

  • Με ρωτούν: Πώς ήταν ο Βασιλιάς Ληρ με τον Νικήτα Τσακίρογλου στη Θεσσαλονίκη; Σου άρεσε ή όχι; Ηταν καλό ή κακό; Τίποτα απ’ όλα αυτά. Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Στάθης Λιβαθινός για το Βασιλικό Θέατρο του ΚΘΒΕ ήταν –κατά τη γνώμη μου– απλώς λάθος. Κι αυτό επειδή: Η τέταρτη από τις μέγιστες τραγωδίες του Σαίξπηρ, που ο ποιητής έγραψε όταν είχε φτάσει στην κορυφαία του ώρα κι όταν ήταν πλέον σαράντα έξι χρόνων –πιθανότατα το 1603– αγγίζει «…τις σφαίρες στις οποίες μόνον ο Aισχύλος είχε ώς τώρα πλανηθεί», όπως αναφέρει ο Αγγελος Τερζάκης στο πρόγραμμα του «Βασιλικού Θεάτρου» –της Αθήνας– την περίοδο 1957 – 58. Η ιστορία του δεσποτικού γερο-βασιλιά που βλέπει τους άλλους να σκύβουν στις προσταγές του και να τον λατρεύουν σαν είδωλο, και που μοιράζει ολόκληρη την περιουσία του στις κόρες του, οι οποίες τελικά τον προδίδουν, εμπεριέχει το βαρύ παράπτωμα που οι αρχαίοι Ελληνες το έλεγαν «ύβρι».

Βαθιά έξαρση

  • Ομως στο δεύτερο –και αποφασιστικότερο– μέρος της τραγωδίας, όταν ο Ληρ μένει μόνος, εκεί τον βλέπουμε στις ώρες της αυτογνωσίας και του μεγάλου πάθους να επικοινωνεί με τις φυσικές δυνάμεις, να τις επικαλείται και να τις αναστατώνει. Υπάρχει μία βαθιά έξαρση στην κατάληξη της ιστορίας του Ληρ, μία αποθεωτική μεταρσίωση, όπως δεν την έχει συναντήσει κανείς παρά μόνο στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλή όταν κι εκεί ο ήρωας πλησιάζει την υπέρτατη και ευδαίμονα σοφία. Ομως, στην παράσταση του ΚΘΒΕ όταν ο γυμνωμένος από πρακτική εξουσία, ξεσπιτωμένος βασιλιάς αντιμετωπίζει και μιλάει σε τιτανική γλώσσα με τα στοιχεία της Φύσης, δηλαδή εκεί ακριβώς που βρίσκεται στην ύψιστη στιγμή του ουσιαστικού μεγαλείου του, στην «κατά Λιβαθινό» εκδοχή παριστάνεται σαν ένας γέρος άνθρωπος του οποίου τα λογικά έχουν σαλέψει και αντιδρά κάνοντας γκριμάτσες.
  • Εκεί ακριβώς που έχει γιγαντωθεί φανταστικά παρουσιάζεται σαν ένας μικρός ασπρομάλλης γέρος που δεν έχει ΠΛΕΟΝ καμιά συναίσθηση της πραγματικότητας. Ως μία –περίπου– ψυχοπαθολογική περίπτωση άνοιας. Κρίμα. Κρίμα γιατί σε τέτοιους δρόμους έχει οδηγηθεί ένας πρώτης τάξεως ηθοποιός σαν τον Νικήτα Τσακίρογλου. Ο «Βασιλιάς Ληρ» δήλωνε σε συνεντεύξεις του ο Στάθης Λιβαθινός «επιχειρεί να προσεγγίσει όλους εκείνους που και σήμερα έχουν λόγους να θυμώσουν. Και τους γονείς και τους γιους». Και πως δεν είναι παρά ένα σκληρό παραμύθι όπου το πάθος των νέων ανθρώπων για μια ανεξάρτητη ζωή συγκρούεται με το πείσμα και τον παραλογισμό των γέρων. Επίσης, έλεγε πως είναι «η τραγική ιστορία τρελών που οδηγούν τυφλούς, αλλά και γέρων που γεννάνε αχάριστα παιδιά, η οποία παραμένει επίκαιρη όσο ποτέ». Μα προς Θεού!

Ροκ παράσταση

  • Μόνο ο επιδερμικός παρατηρητής ή «κι ένας αλύτρωτα υποδουλωμένος στην ευτελέστερη λογοκρατία» όπως τόνιζε κι ο Α. Τερζάκης, θα το έβλεπε έτσι. Τέλος πάντων. Τούτος ’δω ο «Βασιλιάς Ληρ» διαφημίστηκε σαν μια ροκ παράσταση, με τη –ζωντανή– συνοδεία μπάσου, ηλεκτρικής κιθάρας και τύμπανου σε μια μουσική που έγραψε ειδικά για την παράσταση ο Θόδωρος Αμπατζής. Και με πολλά –πάρα πολλά– σούρτα φέρτα. Εχοντας ακόμα ολοζώντανη την μνημειώδη ερμηνεία του Βρετανού ηθοποιού Ιαν ΜακΚέλλεν, στον ίδιο ρόλο –στη σκηνοθεσία του Τρέβορ Ναν– όταν το «Royal Shakespeare Company» επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη για την Πολιτιστική Πρωτεύουσα –και κάνοντας τη σύγκριση με τον τωρινό «εκπολιτισμένο Ληρ»– δεν μένει παρά να μονολογήσει κανείς με τα λόγια του βάρδου «εσένα δεν σε μαγάρισε ποτέ ο πολιτισμός, εσύ μένεις φτωχό, γυμνό, δίποδο ζώο» (Πράξη γ, Σκ. 4, 110-113).

Η έκπληξη

  • Ακούγοντας ότι και η άλλη «μεγάλη παράσταση» του ΚΘΒΕ ο «Ματωμένος Γάμος» του Φεντερίκο Λόρκα ήταν κι αυτή «εκσυγχρονισμένη» με μοντέρνα κοστούμια, με μοτοσικλέτες, με τραβεστί και τζάνκηδες κουμπώθηκα πριν πάω να δω το έργο στη σκηνοθεσία του Γιάννη Ιορδανίδη για τον οποία είχα μόνιμες επιφυλάξεις μέχρι τώρα. Εκπληξη! Ηταν όχι μόνο η καλύτερη του δουλειά –απ’ όσες τουλάχιστον έχω δει– αλλά κι αυτή όπου όλες οι λεγόμενες εκκεντρικότητες μπορούσαν να θεμελιωθούν. Πέρα από κάθε γλυκερό συναισθηματισμό με τον οποίο συνήθως μας σερβίρουν το τόσο προσφερόμενο για παρόμοιες γλυκερές γαρνιτούρες «Γάμο», με μία δωρική, «μπρεχτική» στην αυστηρότητά της Αντιγόνη Βαλάκου στο ρόλο της μάνας και με μερικούς εξαιρετικούς νέους ηθοποιούς (Βασίλης Μπισμπίκης, Ερρικα Μπίγιου, Καλλιόπη Ευαγγελίδου, Στάθης Παναγιωτίδης, ο τραγουδιστής Κωνσταντίνος Καϊκής) αλλά και παλαιότερους (Κίμων Ρηγόπουλος, Γιάννης Σιαμσάρης, Ιφιγένεια Δεληγιαννίδη) η παράσταση στέκεται ολοκληρωμένα και στέρεα στα πόδια της.