«Βαριέμαι» ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας – Θέατρο Τέχνης

  • Εξευτελισμός αισιόδοξου επαναστάτη

  • «Βαριέμαι» ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας – Θέατρο Τέχνης
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Είναι από κάθε άποψη αξιέπαινη η επιμονή του ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας -αντίθετα με τις φιλοδοξίες αρκετών άλλων- για ένα ρεπερτόριο μικρού κόστους και περιορισμένων βέβαια προδιαγραφών, με φανερό όμως δραματολογικό ενδιαφέρον και με εμφανή την απόπειρα διαλόγου με την τοπική κοινωνία.

Ο Γιάννης Κοτσαρίνης, φιλότιμος στον κεντρικό ρόλο, αλλά χωρίς ουσία

Ο Γιάννης Κοτσαρίνης, φιλότιμος στον κεντρικό ρόλο, αλλά χωρίς ουσία Η τελευταία παραγωγή του παρουσιάζει τον μάλλον άγνωστο σε εμάς βραβευμένο Αργεντινό συγγραφέα Ρικάρντο Ταλεσνίκ, σε μια κωμωδία μακρινής ίσως καταγωγής, κοντινής όμως ως προς τη θεματική της επικαιρότητα.

Το «Βαριέμαι» είναι ένα πολιτικό στην ουσία του έργο, αντίθετο στη μετά την κρίση κοινωνία της Αργεντινής, στους κανόνες και την αναγκαστική συσπείρωση των εργαζομένων πίσω από τα «μέτρα διάσωσης» της οικονομίας της. Σαν τον Ντάριο Φο, ο Ταλεσνίκ χτίζει το πολιτικό του σχόλιο πάνω σε μια υποτυπώδη πλοκή: βάζει στο κέντρο την αναγκαία ανατροπή. Και γύρω από αυτήν διαβλέπει το μικρό κενό που απειλεί τη συνέχεια του κόσμου.

Ο Νέστορας, υπάλληλος μιας μεγάλης εταιρείας, αντιδρά -και μάλιστα με τον πιο αναπάντεχο τρόπο για τους δύσκολους καιρούς μας- στη μέχρι σήμερα παρακμάζουσα ζωή του. Κηρύσσει την ανεξαρτησία του, καλοστρώνεται στο κρεβάτι και αναγγέλλει από εκεί προς όλες τις κατευθύνσεις πως δεν πάει άλλο στη δουλειά, όχι για κανέναν ιδιαίτερο λόγο, αλλά απλούστατα γιατί «βαριέται»…

Δεν θα περάσει έτσι η χοντροκεφαλιά του. Θα προσπαθήσουν να τον επαναφέρουν στην τάξη, κατά σειρά η γυναίκα του, η μητέρα του, η συνάδελφός του, ο υπεύθυνος του ανθρώπινου δυναμικού της εταιρείας όπου δουλεύει, κάποια στιγμή και ο ίδιος ο διευθυντής του. Στην ώσμωση της πολιτικής και ουτοπίας που επιχειρεί, το έργο του Ταλεσνίκ φέρνει στο νου εμπνεύσεις του Αριστοφάνη. Ωστόσο, ο καιρός δεν χωρεί τα εξόδια ξεφαντώματα του τελευταίου. Ο υπαρξιστής αναγκάζεται τελικά ξελιγωμένος να συμβιβαστεί. Τι εξευτελιστικό τέλος για μια τόσο αισιόδοξη επανάσταση! Στο τέλος, το αφεντικό ξαναφέρνει το μαύρο πρόβατο στο κοπάδι τραβώντας το από ένα ταπεινό σάντουιτς.

Προφανώς, λέει ο Ταλεσνίκ, η αλλαγή δεν μπορεί να γίνει από κάποιον που επιλέγει αντί να αγωνιστεί να χώσει το κεφάλι του στο χώμα (ή ανάμεσα στα σκεπάσματα) και να δηλώσει χουζούρικα ότι βαριέται. Ενδιαφέρουσα η παρατήρησή του: αυτό που έχει φθαρεί στις μέρες μας δεν είναι η ιδέα, αλλά η μέθοδος της επανάστασης. Αυτό φαντάζομαι είναι το έργο που βράβευσαν οι κριτικοί και έφερε την επιτυχία στον συγγραφέα του όπου κι αν παίχθηκε.

Δεν είναι, όμως, το έργο που είδαμε στο Θέατρο Τέχνης. Μια επίπεδη ανάγνωση, χωρίς σοβαρή υποστήριξη και με ελλιπείς ηθοποιούς, οδηγεί όπως είναι επόμενο στην αδιάφορη και -λυπάμαι που το λέω- βαρετή απόδοση του «Βαριέμαι». Το έργο χάνεται στην παρεκτροπή του συστηματικού, ενώ θα μπορούσε να είναι η πυκνή ερμηνεία της ακυρωμένης ανατροπής. Λοξεύει προς την παραξενιά του ήρωα, ενώ θα μπορούσε να οδηγήσει στο βαθύτερο υπαρξιακό επίπεδο ενός σύγχρονου εργαζόμενου. Ούτε ο Γιάννης Κοτσαρίνης, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του στο ρόλο του Νέστορα, ούτε η Ερμίνα Γεράρδη στο ρόλο της γυναίκας του Μάρθας, είναι ικανοί για μια ουσιαστικότερη πρόταση. Ακατάλληλη και η Νότα Δαρμανή για το ρόλο της Μητέρας. Η Περλάτα της Κατερίνας Μηλιώτη, απλώς σχηματική. Ο Ανδρέας Σκλαβουνάκος στον διπλό ρόλο των αντιπροσώπων του συστήματος μοιάζει αρχικά να δίνει έναν τόνο στην παράσταση, γρήγορα όμως χάνεται και αυτός ακαθοδήγητος. *

Advertisements