Το ερασιτεχνικό πέταγμα του Γλάρου

  • Μια «φτωχή» παράσταση και μια πρωτοποριακή σάτιρα εν μέσω οικονομικής κρίσης
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 24 Oκτωβρίου 2010
  • Αντον Τσέχοφ Ο Γλάρος, σκην.: Δημήτρης Ξανθόπουλος, Εταιρεία θεάτρου Pequod Knot Gallery
  • Αχταρμίξ 3, σκην.: Θωμάς Βελισσάρης, Θέατρο Τέχνης Ακτίς Αελίου, Studio Αργώ

Μόλις έχει ακουστεί ένας πυροβολισμός στα παρασκήνια. Ανησυχία στο σαλόνι της ντίβας Αρκάντινα. Κι έτσι τελειώνει ο «Γλάρος»: Ο γιατρός Ντορν πιάνει από το μπράτσο τον Τριγκόριν και του ψιθυρίζει στ’ αυτί: «Απομακρύνετε απ’ εδώ με τρόπο την Ιρίνα Νικολάγιεβνα. Ο γιος της αυτοκτόνησε…». Ετσι τουλάχιστον το έγραψε ο Τσέχοφ. Οπου τίθεται το μόνιμο ερώτημα: πρέπει να σεβόμαστε ή όχι κατά γράμμα το κείμενο του συγγραφέα; Η προσωπική μου γνώμη είναι πως όχι. Στις μέρες μας ακόμα και τα πιο ανατρεπτικά, τα πλέον καταρριπτικά και αναιρετικά στοιχεία στις σκηνοθεσίες μπορούν να συνοδεύουν τα θεατρικά κείμενα.

Ομως, προσοχή! Πρέπει να υφίσταται κάποια προϋπόθεση – να υπάρχει κάποια λογική θεμελίωση. Κάποια δικαιολογία. Στη «γυμνή» –δίχως σκηνικά, κοστούμια, φώτα, μακιγιάζ– παράσταση του «Γλάρου» από την ομάδα Pequod σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Ξανθόπουλου (ακριβώς όπως και σ’ εκείνο τον εκπληκτικό ουγγαρέζικο στον «Γλάρο») μετά τον πυροβολισμό, ο γιατρός πάει μπροστά στην Αρκάντινα και της λέει κατάμουτρα πως ο γιος της «ο Κόνσταντιν αυτοκτόνησε…».

Πρωτοτυπία; Οχι ακριβώς. Πριν από δύο – τρία χρόνια είχαμε δεί εκείνη την αξέχαστη –κι εξίσου «γυμνή»– παράσταση του «Γλάρου» στο Φεστιβάλ Αθηνών, όπου ο Κόστια αυτοκτονεί μόνο πνευματικά στο τέλος, θρυμματίζοντας και ποδοπατώντας με μανία το βιολί του. Τότε ο Ούγγρος σκηνοθέτης Αρπαντ Σίλινγκ υποδήλωνε μ’ αυτή την κίνηση του Κόστια ότι ο νεαρός ποιητής, έχοντας χάσει πλέον ολότελα τα ιδανικά του, σηκώνει τα χέρια ψηλά και αφήνεται δίχως αντίσταση στην καταπιεστική και αδρανή ατμόσφαιρα της ρωσικής επαρχίας.

Κάτι τέτοιο είχε αντιληφθεί σε τούτη εδώ την εφημερίδα («Κ», 6.6.1932) και ο Γιώργος Νάζος, γράφοντας πως «όταν οι άνθρωποι αυτοί συμπίπτουν να είναι μυστικοπαθούς ιδιοσυγκρασίας, όπως οι Ρώσοι, και να ζουν εις την απονεκρωμένην επαρχίαν της τσαρικής Ρωσίας του 1898, αι ψυχικαί των αγωνίαι υπερβαίνουν τα συνήθη όρια». Βλέπετε ότι και πριν από 78 χρόνια υπήρξαν θεμελιωμένες αιτίες, που εξηγούσαν τα πώς και τα γιατί. Τώρα, όμως, με τούτον εδώ τον δήθεν πρωτοποριακό «Γλάρο», τον άτεχνα ξεπατικωμένο από το ουγγρικό «Κρετακόρ», όπου οι πάντες (εκτός από την τραγικά μοναχική Αγγελική Παπαθεμελή) υποτονθορύζουν ερασιτεχνικά, όπου κολλάνε ακατανόητα χρωματιστά post it στα ντουβάρια και βγάζουν με εμβρυουλκό μια δήθεν πρωτοποριακή ατμόσφαιρα στην οποία παρασύρουν τους επιρρεπείς στους ντεμέκ πειραματισμούς θεατές, η εντύπωση είναι ότι ο μινιμαλισμός και η αφαίρεση γίνεται προς εντυπωσιασμό και μόνο. Τα παραπάνω δεν τα έγραψα με ελαφριά την καρδιά. Εχοντας επίγνωση ότι αυτή εδώ θα είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά λόγω της τραγικής οικονομικής κρίσης, όπως και λόγω του περιορισμού των κρατικών επιχορηγήσεων, αναρωτήθηκα ποιος θα πρέπει να είναι και ο ρόλος του θεατρικού κριτικού σε τέτοιους καιρούς. Με δύο λόγια προβληματίστηκα αν θα πρέπει να ρίχνει κανείς νερό στο κρασί του ή όχι. Κατέληξα στο όχι.

Και όχι τόσο επειδή βρισκόμαστε σε ιδιαίτερα χαλεπούς οικονομικά καιρούς, όσο επειδή οφείλουμε να ξοδεύουμε τον πολύτιμο χρόνο μας με τον καλύτερο και οικονομικότερο τρόπο. (Διαφημιστικό μήνυμα: Διαβάστε ανυπερθέτως το «Είναι μικρή η ζωή» του Ρωμαίου συγγραφέα Λεύκιου Ανναίου Σενέκα στις εκδόσεις Περίπλους.)

  • «Σατιρικό ολοκαύτωμα»

Μια και μιλάμε για δουλειές θεατρικής πρωτοπορίας, η καλύτερη που είδα τον τελευταίο καιρό ήταν μια παράσταση, η οποία λικνίστηκε ανάμεσα στους επιγόνους της αριστοφανικής σάτιρας, στο καλοδουλεμένο μιούζικ χολ, και στην ξέφρενη νεολαιίστικη ευρηματικότητα. Ονομαζόταν «ΑΧΤΑΡΜΙΞ 3 – Ολα εδώ πληρώνονται» και ήταν από την καλή θεσσαλονικιώτικη ομάδα «Ακτίς Αελίου». Κρίμα που η παράσταση, η οποία αυτοχαρακτηριζόταν «σατιρικό ολοκαύτωμα» –με τους πέντε ηθοποιούς της, με μια παλιά αλλά ολοζώντανη μουσική του Διονύση Σαββόπουλου, με κείμενα και σκηνοθεσία του Θωμά Βελισσάρη– και πατούσε πάνω στους «Αχαρνής» του Αριστοφάνη, έμεινε μόνο για λίγες μέρες στο θέατρο ΑΡΓΩ. Αν πάντως βρεθείτε κοντά στην «Ακτίνα Αελίου», είτε εδώ είτε στη Θεσσαλονίκη, να είστε σίγουροι πως δεν θα χάσετε ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει ο άνθρωπος – τον καιρό του.

Advertisements

«ΑΧΤΑΡΜΙΞ 3 – Ολα εδώ πληγώνονται» ΑΚΤΙΣ ΑΕΛΙΟΥ

  • «Η Πατρίς κινδυνεύει»

  • «ΑΧΤΑΡΜΙΞ 3 – Ολα εδώ πληγώνονται» ΑΚΤΙΣ ΑΕΛΙΟΥ Θέατρο Αργώ
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Μια από καιρό ληξιπρόθεσμη πρόθεση γνωριμίας με το «Ακτίς Αελίου», που καθυστερούσε λόγω απόστασης, υλοποιήθηκε πρόσφατα στο Θέατρο Αργώ του Μεταξουργείου, όπου η θεσσαλονικιώτικη ομάδα φιλοξενήθηκε για λίγες μέρες.

Οι ηθοποιοί τραγουδούν, χορεύουν, παίζουν. Γενικά κάνουν τα πάντα

Οι ηθοποιοί τραγουδούν, χορεύουν, παίζουν. Γενικά κάνουν τα πάντα Είχε προηγηθεί η φήμη ενός νεανικού θεατρικού σχήματος, που δέκα χρόνια τώρα αντέχει, με αξιώσεις ποιότητας, τα ρίσκα ενός εναλλακτικού θεάτρου και δη εκτός των τειχών ασφαλείας της χοάνης θεατρικών πειραματισμών της πρωτεύουσας. Ισως είχε μερικώς δίκιο ο Θεσσαλονικιός Νικηφόρος Παπανδρέου στην πικρή διαπίστωσή του κάποτε «ό,τι είναι εκτός Αθήνας δεν υπάρχει». Ομως, η γεμάτη μικρή αίθουσα του Αργώ και η θερμή ανταπόκριση ενός νέου κοινού, εμφανώς εξοικειωμένου με τη θεατρική γλώσσα του «Ακτίς», υπεδείκνυε ότι πληροφορίες μπορεί να ταξιδεύουν και χωρίς τη μεσολάβηση των ΜΜΕ. Δεν ξέρω αν το «Αχταρμιξ 3», που ανακυκλώνεται σε διάφορες εκδοχές (1, 2, 3) από το 2008, συγκαταλέγεται στις καλύτερες δουλειές του θιάσου. Εντυπωσιακή είναι από το πρώτο λεπτό η αισθητική απελευθέρωση με την οποία οι πέντε ηθοποιοί βουτούν με οποιοδήποτε τρόπο σε οτιδήποτε μεταπλάθει τις ιδέες τους σε θέατρο. Τραγούδι, χορός, λόγος, περφόρμανς, «devised» πρακτικές, ανεπιτήδευτος εξιμπισιονισμός, trash κολάζ θεμάτων που διακτινίζονται, πάνω – κάτω, από το πολεμοχαρές 425 π.Χ. των αριστοφανικών «Αχαρνέων», τη μουσική διασκευή τους του 1977 από τον Διονύση Σαββόπουλο, μέχρι την τρέχουσα ελληνική πραγματικότητα, που συνιστά, μάλλον, και την ουσία του εγχειρήματος.

Το θέαμα ξεκινά σε ένα σκηνικό – σκουπιδότοπο (Μαρίνα Γκούμλα) με φόρα πολιτικής σάτιρας (κείμενα – σκηνοθεσία Θωμάς Βελισσάρης) και μια θαυμαστή ευχέρεια της πολύχρωμης νεανικής παρέας στο τραγούδι και στη χρήση διάφορων μουσικών οργάνων, πάντα με το βλέμμα στραμμένο στην απόδομηση θεατρικών συμβάσεων και πραγματικότητας.

Πολλές ειδολογικές γεύσεις, όπως τραχιά αποκριάτικα μουνάτα, σχόλια της συλλογικής μας κατρακύλας («αυτή η Πόλη ξυπνά μόνο όταν πεινάει», «ο κόσμος καίει πτώματα για να ζεσταθεί»), αλληγορίες ταξικού ή σκέτου χάους, με επίκεντρο έναν φαιδρό Δικαιόπολι σε μοβ οθωμανικές βράκες, παντομίμα, σλάπστικ, ροκ αυτοσχεδιασμοί, ηπειρώτικα πολυφωνικά, προτάσσουν ένα θέατρο ζωντανό, λοξό, προφανώς αστείο, που, ώς ένα βαθμό, επικυρώνει τα προγνωστικά ταλέντου, ευφυΐας και τόλμης του «Ακτίς». Τα παιδία παίζει και παίζει καλά.

Ωστόσο, το νήμα της συνοχής χάνεται καθ’ οδόν μέσα στη δίνη ενός κεντρομόλου ενθουσιασμού και της ζέσης να ειπωθούν όλα, έστω σε μια κορακίστικη δική τους διάλεκτο και μια εκκωφαντική φασαρία που παραπέμπει σε παιδικό πάρτυ. Η ομάδα είναι τόσο απορροφημένη με το σαμποτάρισμα του τετριμμένου και με το παιχ νίδι της, που χάνει από τα μάτια ευγενείς στόχους, όπως το ξεμασκάρεμα της πολιτικής μας ξεφτίλας, για το οποίο μας προετοίμαζαν ο τίτλος και η έναρξη της βραδιάς. Με ποια πραγματικότητα καλούμαστε να συνδιαλαγούμε, με ποιο παρόν;

Είναι γεγονός ότι πολύ δύσκολη μοιάζει σήμερα η δημιουργία ενός σύγχρονου θεάτρου που να ανταποκρίνεται στο πολυσχιδές και την ασάφεια των νέων πραγματικοτήτων και να περιγράφει τους ανοιχτούς νοηματικούς ορίζοντες των καιρών μέσα από παραστάσιμες ιστορίες. Κυρίως, είναι δύσκολο για το θέατρο να συντονιστεί με τη σύγχρονη αντίληψη προβλημάτων και με κρίσιμα βιώματα, μέσα από κάπως σταθερές αφηγηματικές φόρμες. Τα παλιά πρότυπα δεν ισχύουν πια, ενώ κάθε νέο θεατρικό σχήμα χτίζει τη δική του μικρή εκκλησία, ακροβατώντας ανάμεσα σε αυθεντικότητα και ναρκισσευόμενη μοντερνικότητα…

Μουσική επιμέλεια: Γρηγόρης Μωυσιάδης. Παίζουν: Θεανώ Αμοιρίδου, Θωμάς Βελισσάρης, Δέσποινα Καλπενίδου, Γιάννης Μόμτσιος, Γρηγόρης Παπαδόπουλος. *