«Αχαρνής» * ΚΘΒΕ – Φεστιβάλ Επιδαύρου

  • Βοντβίλ, ανατροπή και γλέντι στους «Αχαρνής»

  • «Αχαρνής» * ΚΘΒΕ – Φεστιβάλ Επιδαύρου
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010

Πάνοπλο κατεβαίνει το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στον αργολικό στίβο, με μια πρόταση για τους «Αχαρνής» που (προσέξτε συνδυασμό: Σωτήρης Χατζάκης, Σταμάτης Κραουνάκης, Γρηγόρης Βαλτινός, Κώστας Βουτσάς!) προμηνύει αισθητική καταιγίδα.

Η κωμωδία του Αριστοφάνη μεταμορφώθηκε σε ένα μουσικό θέαμα γεμάτο κέφι Η κωμωδία του Αριστοφάνη μεταμορφώθηκε σε ένα μουσικό θέαμα γεμάτο κέφι Αποτινάσσει από πάνω του κάθε σοβαροφάνεια, πολιτικό κομφορμισμό (αν και κρατικός οργανισμός), καλλιτεχνική νομιμοφροσύνη, για να φτάσει στον πυρήνα της αριστοφανικής κωμωδίας: στο γλέντι αλλά και τη μελαγχολία, στην αισιοδοξία και τον βαθύ μηδενισμό, στο ανέβασμα αλλά και το κράτημα της ψυχής εν μέσω συλλογικής κρίσης. Εξω λυσσομανά ο πόλεμος, μέσα το θέατρο γλεντά, παραμέσα πάλι ο πόλεμος…

Νομίζω ότι είναι η στιγμή όπου ο Αριστοφάνης συμφιλιώνεται με το βοντβίλ. Και το κάνει αυτό εξαιτίας ενός μεγάλου σύγχρονου ερμηνευτή και μαέστρου του βοντβίλ μας: του Σταμάτη Κραουνάκη. Είναι μια δύσκολη και επικίνδυνη ερωτοτροπία, γνωρίζω. Η παλιά εκείνη συνάντηση του αρχαίου κωμικού με τα μπουλούκια και την εκφυλισμένη τραβεστική εκδοχή του υπήρξε απλώς τραυματική. Αυτή ώθησε τους σοβαρότερους μελετητές, σκηνοθέτες και ηθοποιούς μιας γενιάς να βγάλουν τον Αριστοφάνη από την αφάνεια και την ανυποληψία και να αντιμετωπίσουν το θέατρό του σαν ιδιαίτερο σκηνικό είδος, με τον σεβασμό και τη μέθοδο που επιφύλασσαν στον τραγικό λόγο. Ισως αυτό είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της παράστασης. Πείθει εκ νέου για τη δυσφημισμένη συνεύρεση, βάζοντας στην κωμωδία του Αριστοφάνη την ενέργεια, την ελαφράδα, τη λαϊκότητα και την αιχμηρότητα του μουσικού θεάματος.

Ακούγονται όμως θεωρητικά όλα αυτά. Ειδικά όταν στη σκηνή έχουμε την παρουσία του ίδιου του καλλιτέχνη, που δημιουργεί γύρω του -περιφράσσει και προφυλάσσει- το δικό του χώρο. Διόλου αδικημένος δεν στάθηκε στο παρελθόν ο ρόλος του Δικαιόπολι. Οι καλύτεροι κωμικοί μας μπόρεσαν να ξεσηκώσουν την Επίδαυρο με τον ειρηνιστικό, ηδονιστικό οίστρο του. Κάποιοι μάλιστα ανάμεσά τους κατόρθωσαν και αυτό: να την κάνουν να σιωπήσει κάτω από το μέγεθος της κραυγής του. Στους «Αχαρνής» του ΚΘΒΕ είδαμε το εξής σπάνιο για τα κωμικά μας ήθη: την Επίδαυρο να βυθίζεται για δευτερόλεπτα στη σιωπή, στοχαζόμενη τον εαυτό της.

Η προσφορά του Κραουνάκη, όμως, δεν ολοκληρώνεται στον ρόλο του Δικαιόπολι ή με την ωραία μουσική που έγραψε για την παράσταση. Συνεχίζεται στο ρόλο του εμψυχωτή. Γιατί όπως τον παλιό καιρό του μουσικού θεάτρου, ο πρωταγωνιστής γίνεται εδώ η κεντρική γεννήτρια του θεάματος. Είναι αυτός που γεννά γύρω του το κέφι, το γλέντι, τη σημασία μιας βραδιάς που πάνω από όλα ξεγελά τους θεατές της πως είναι μοναδική, ότι δεν πρόκειται να επαναληφθεί ποτέ ξανά.

Ελαμπε μπροστά μου το εξαιρετικά καλοκουρδισμένο μουσικό θέαμα, και γνωρίζοντας πως κανείς στην Ελλάδα δεν ξέρει να στήνει τέτοια θεάματα καλύτερα από τον Κραουνάκη, άρχισα να αμφιβάλλω για τον ρόλο του σκηνοθέτη της παράστασης, Σωτήρη Χατζάκη. Μπροστά στον πληθωρισμό της όψης και της έκφρασης κινδύνεψε να μου διαφύγει το υπόγειο πέρασμα στην άλλη όχθη των «Αχαρνέων», το μπρεχτικό υπόβαθρο της διδασκαλίας του Χατζάκη. Πράγματι, ο Δικαιόπολις ξεκινά απόστολος μιας ιδέας και καταλήγει έμπορος. Από αγρότης γίνεται μικροαστός, μικρο-κεφαλαιούχος, μικρο-ιδιοκτήτης και ο τροχός του Μαρξ αρχίζει πάλι να γυρίζει. Τελικά, αυτή η επανάσταση «του ενός» που ο Δικαιόπολις επιχειρεί, δεν είναι προδοσία μόνο έναντι του κράτους αλλά και της συλλογικότητας. Από την αρχαία κωμωδία αρχίζει να βγαίνει διαλεκτικός καπνός…

Ομως ίσως εδώ βρίσκεται το κέντρο της ποιητικής αλληγορίας. Κανείς ίσως δεν θα ακολουθούσε σήμερα τον ποιητή στις συντηρητικές τοποθετήσεις του, στον ασαφή ιστορικό προσανατολισμό ή στις αδιέξοδες ουτοπικές θεωρίες του. Αν όμως κάποιος ήθελε να αγγίξει τις ανομολόγητες ευχές, τις μύχιες σκέψεις, τα όνειρα του ανθρωπάκου του δεμένου στη μυλόπετρα των πολέμων, των «ανώτερων σκοπών», του μεγαλοϊδεατισμού κάθε εποχής και εκδοχής, θα κατέφευγε στη δική του χώρα. Μπορεί η κωμωδία του Αριστοφάνη να μη μας βγάζει από την κρίση, μας βοηθάει όμως να δούμε ποιοι είμαστε μέσα σ’ αυτήν.

Με όλες τις γνωστές σκανταλιές στην απόδοση της μετάφρασης του Κ. Χ. Μύρη, το ποιητικό φορτίο του έργου φτάνει τελικά στην ακτή σώο και επαυξημένο. Μπορώ να πω και αυτό: ήταν φανερό πως όλα ξεκινούσαν από βαθιά συναίσθηση των πραγμάτων. Να για παράδειγμα, ο Μεγαρίτης του σπουδαίου Κώστα Βουτσά, καθώς πουλάει τις κόρες του σαν γουρούνια στην αγορά για μια σκελίδα σκόρδο. Και ιδού ο πιο σημαντικός Λάμαχος που έχω προσωπικά παρακολουθήσει, του Γρηγόρη Βαλτινού. Δεν είναι που ο ηθοποιός μεταφέρει στο ρόλο του παρλαπίπα στρατηγού τη φυσική γοητεία του, μαζί βέβαια με το καλόγουστο γέλιο και την αίσθηση του χιούμορ. Είναι που καταφέρνει η εξόντωση του Λάμαχου στο τέλος να μη φέρνει αληθινή ανακούφιση. Πέφτει λοιπόν ο Λάμαχος -και τι απομένει στη θέση του; Μια τρύπα.

Το κέφι, η χαρά, το γλέντι του θεάτρου άγγιξε όλους τους άλλους ηθοποιούς και τα παιδιά του Χορού, που έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους. Το σκηνικό του Γιώργου Πάτσα ίσως λίγο παραπάνω μουντό από ό,τι έπρεπε, δημιουργεί όμως το εξωτερικό και εσωτερικό πλαίσιο του έργου.

Αριστοφάνης και «Οθέλος»

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 1 Σεπτέμβρη 2010
  • «Αχαρνής» από το ΚΘΒΕ
«Πλούτος»

Ο λαός στενάζει και ο τόπος μας ρημάζεται από το ολοσχερές ξεζούμισμά του, τον «πόλεμο» που του κήρυξαν κεφάλαιο, η ΕΕ, ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, «Διεθνείς Αγορές». Το «χαλί» αυτού του «πολέμου» κατά του λαού έστρωσαν οι δικομματικές κυβερνήσεις που υπηρετούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Πόλεμοι εναντίον κρατών και λαών γίνονταν και γίνονται όχι μόνον με στρατιωτικά, αλλά και με οικονομικά «όπλα». Πλήθος τα παραδείγματα, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ο πάντα επίκαιρος Αριστοφάνης έγραψε τους «Αχαρνής», κραυγάζοντας εναντίον των υπαιτίων του Πελοποννησιακού Πολέμου και των πολιτικοοικονομικών συμφερόντων που τον παρέτειναν επί τριακονταετία, βάζοντας τον πρωταγωνιστή αυτής της πολιτικής κωμωδίας του, τον Δικαιόπολι, έναν πολίτη του Δήμου Αχαρνέων, να αποκαθηλώνει τους πολεμοκάπηλους, να πείθει τους συμπολίτες του για το αγαθό της ειρήνης και να επιβάλει την ειρήνη, με τους δικούς του όρους. Με τους όρους και το δικαίωμα του λαού να ζει ειρηνικά και να ευημερεί με όσα αυτός παράγει. «Πόλεμος» είναι κι αυτό που ζούμε σήμερα και αυτή τη μαύρη αλήθεια, καταγγέλλοντας, επίσης, τη δημαγωγία, την απάτη, τη λαμογιά που εξέθρεψαν όσοι μας κυβέρνησαν, πρόβαλε (γι’ αυτό κάποιοι σφόδρα ενοχλημένοι την κατηγόρησαν για «λαϊκιστική» αλλοίωση του Αριστοφάνη) η παράσταση του ΚΘΒΕ, με τους «Αχαρνής», με όλες τις παραμέτρους της. Με τις επικαιρικές αλλαγές του Κ. Χ. Μύρη στη μετάφρασή του και ιδιαίτερα με την (αριστοφανική αδεία) Παράβαση που έγραψε, μια ποιητική «Διακήρυξη» αξιών και μορφών της νεότερης και σύγχρονης Ιστορίας και του Πολιτισμού του λαού μας. Με την ευφάνταστη, σχολιαστική, γοργόρυθμη και «μπρεχτίζουσα» σκηνοθεσία (λ.χ. το κάρο με την πραμάτεια του Δικαιόπολι, όπως η «Μάνα Κουράγιο», με τα αποστασιοποιητικά τραγούδια του Χορού, τα πλακάτ με μορφές αγωνιστών και ποιητών και εύγλωττα συνθήματα). Με τη σκοπίμως διόλου μελίρρυτη, αλλά «οργισμένη» και σκηνικά «νευρώδη» μουσική που συνέθεσε και δίδαξε στο Χορό ο Σταμάτης Κραουνάκης. Με το λιτό σκηνικό του Γιώργου Πάτσα και τα κοστούμια της Ερσης Δρίνη. Με το συνολικά γόνιμο υποκριτικό επίπεδο. Προπάντων, με τέσσερις εξαιρετικές ερμηνείες. Ο Κώστας Βουτσάς, βετεράνος της λαϊκής κωμωδίας λάμπει με την απλότητα, αμεσότητα και το κωμικό του «γκελ». Ο Γρηγόρης Βαλτινός, αξιότατος και στην κωμωδία, σάρκασε θαυμάσια τη φιλαυτία, την έπαρση, την ψευτοπαλικαριά, τον συμφεροντολογικό καιροσκοπισμό του άκαπνου πολεμοκάπηλου Λάμαχου. Ευφρόσυνα κωμικός ο πάντα μεταμορφώσιμος Γιάννης Σαμσιάρης (Ευριπίδης). Αφήσαμε, σκόπιμα, τελευταία την ερμηνεία του Σταμάτη Κραουνάκη (Δικαιόπολις), γιατί αποτελεί την «ψυχή», το κύριο οιστρίλατο «κεντρί» της παράστασης. Ο Κραουνάκης δεν είναι ηθοποιός. Είναι, όμως, σπάνιο είδος πολυτάλαντου, ανήσυχου, πειραματιζόμενου καλλιτέχνη (δημιουργού και ερμηνευτή), γιατί είναι ανήσυχος, μη επαναπαυόμενος στις συνθετικές δάφνες του, αφειδώλευτα πληθωρικός, πηγαίων και ορμητικών αισθημάτων άνθρωπος. Πολλά χρόνια «ζυμώνεται» η σχέση του με το θέατρο και γενικότερα με ζωντανές μορφές θεάματος. Τις μουσικές του για θεατρικές παραστάσεις, συνήθως τις καθορίζουν και μορφολογικά – αισθητικά. Θέατρο, με την ευρεία έννοια, ήταν και η κειμενογραφική, συνθετική, οργανοπαικτική, τραγουδιστική, σκηνοθετική και υποκριτική δουλειά του – και η προσωπική – με τη «Σπείρα – Σπείρα». Η στήλη δεν αμφέβαλε ότι ο Κραουνάκης, πειραματιζόμενος και ως ηθοποιός, θα έδινε όλο το ψυχοδιανοητικό «είναι» του κι όλον τον έμφυτο καλλιτεχνικό «οίστρο» του για να ακουστεί ολοζώντανος και επίκαιρος ο Αριστοφάνης.

  • «Πλούτος – Πενίας θρίαμβος» από το «Θέατρο Τέχνης»
«Οθέλος»

Με τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη, σε μετάφραση Γιάννη Βαρβέρη (μετάφραση πνευματώδης, σατιρίζουσα τους καθαρευουσιάνικους απόηχους στη σημερινή καθομιλουμένη, νεολογισμούς και επίκαιρα σλόγκαν), επικαιρικά διασκευασμένο (άραγε από ποιον;) υπό τον τίτλο «Πλούτος – Πενίας θρίαμβος», από το «Θέατρο Τέχνης», έκλεισαν τα φετινά Επιδαύρια. Εξ αρχής να σημειωθεί ότι το θελκτικότερο αλλά και συγκινητικό στοιχείο της παράστασης αυτής είναι η μνημόσυνη «αναφορά» της στον Μίμη Κουγιουμτζή, ο οποίος, ανεβάζοντας το 1994, τον «Πλούτο», με μουσική του Χρήστου Λεοντή, περιέλαβε δυο τραγούδια σε στίχους της Μαριαννίνας Κριεζή, τραγούδια τιμητικής αναφοράς του Μάνου Χατζιδάκι, βασικού συνεργάτη του Κ. Κουν. Εξάλλου, μόνο η μελωδικά ευφρόσυνη μουσική του Χρήστου Λεοντή διασώζει και απηχεί τη σπουδαία – λαϊκού εξπρεσιονιστικού θεάτρου – παράδοση του «Θ. Τ.», όσον αφορά στον Αριστοφάνη, στη φετινή παράσταση. Με εξαίρεση κάποιες ερμηνείες, όλοι οι άλλοι συντελεστές της φετινής παράστασης, μακράν της παράδοσης του «Θ. Τ.», τείνουν σε μια ψευδο-μεταμοντέρνα αισθητική σύγχυση. Σύγχυση που οφείλεται στην ιδεολογική «ανάγνωση» της σκηνοθεσίας. «Ουτοπική» ή όχι η κωμωδία του Αριστοφάνη ονειρεύεται ο «θεός» Πλούτος να μην πηγαίνει «τυφλά» στους λίγους. Να τον μοιράζονται δίκαια όλοι οι πολίτες και όλοι να τον αναπαράγουν με την εργασία τους, με τις τέχνες που τους «δίδαξε» η «θεά» Πενία. Ο Διαγόρας Χρονόπουλος εκσυγχρονίζει το έργο, καθιστώντας το ρόλο της Πενίας (μια Πενία που παραπέμπει στη Γουίνι, στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ), έμμεσο προπαγανδιστή της άρχουσας «λογικής» ότι τέλειωσαν οι «ευτυχισμένες μέρες» που έζησε ο λαός μας (!!!) και ότι πρέπει να αποδεχτεί την Πενία του και το ΔΝΤ… Ο αισθητικός και ιδεολογικός προσανατολισμός της παράστασης απονεύρωσε τους «χυμούς» της αριστοφανικής κωμωδίας, την οποία υπερασπίστηκαν – κατά το δυνατόν – οι ερμηνείες των Αλέξανδρου Μυλωνά, Δημήτρη Λιγνάδη, Μάνιας Παπαδημητρίου (αλησμόνητη «Πενία» στην παράσταση του 1994), Λευτέρη Λουκαδή, Κωστή Καπελώνη.

  • «Οθέλος» από τη «Σαουμπίνε»
«Αχαρνής» (φωτογραφία από τη σκηνή της Παράβασης)

Αναμφίβολα ταλαντούχος, αλλά και αναμφίβολα αντιφατικός σκηνοθέτης, ο διευθυντής του γερμανικού θεάτρου «Σαουμπίνε», Τόμας Οστερμάγιερ, μετά από τη θαυμαστής αισθητικής λιτότητας και ρεαλιστικής ουσίας παράστασή του, με τον ιψενικό «Τζον Γαβριήλ Μπόργκμαν» (στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών), συμμετέχοντας και στα Επιδαύρια με τον «Οθέλο», φανέρωσε ή ότι δεν του αρέσει ο Σαίξπηρ (κι ας δηλώνει το αντίθετο) ή ότι χρησιμοποιεί νεότερης γενιάς ηθοποιούς ως «πειραματόζωα» μιας μεταμοντέρνας, «εκσυγχρονιστικής» δήθεν, αισθητικής πρόκλησης …για την πρόκληση. Μετά τις εκφυλιστικής αισθητικής σκηνοθεσίες του με το «Ονειρο θερινής νυχτός» και τον «Αμλετ», ένα ακόμη σαιξπηρικό αριστούργημα αλλοιώνεται πλήρως, ως ποίηση, ως περιεχόμενο και μορφή. Η τραγωδία του Οθέλου μετατρέπεται σε παρωδία. Η γενναιότητα, η αγαθότητα, η ευγένεια, η καλοσύνη, η ερωτική φλόγα του Οθέλου, οι καημοί της μαύρης φυλής του, της καταπιεσμένης και εκμεταλλευόμενης από τους ρατσιστές ισχυρούς αφέντες και η έσχατη απελπισία του ότι, με την υποτιθέμενη «απιστία» της Δεισδαιμόνας, χάνει το μόνο πλάσμα που τον αγάπησε, καταποντίστηκαν στα ρηχά… Στην πισίνα που περιλάμβανε το τεράστιο αμερικανικής κακογουστιάς σκηνικό (κάκιστα το ΚΑΣ επέτρεψε αυτό το υπερμέγεθες, υπέρβαρο, επομένως επικίνδυνο για την ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου σκηνικό, που δε φτιάχτηκε για το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, με τα αναγκαία μέτρα σεβασμού του, αλλά για να χρησιμοποιηθεί μετά στη σκηνή της «Σαουμπίνε»). Ο Οθέλος του Οστερμάγιερ, δεν είναι ο μαύρος, που με τη γενναιότητα και την αξιοσύνη του ορίστηκε επικεφαλής της ναυαρχίδας της πανίσχυρης «γαληνοτάτης δημοκρατίας» της Βενετίας στην κατεχόμενη από αυτήν Κύπρο. Είναι ένας σημερινός λευκός, που τον πασαλείβει η Δεισδαιμόνα με λίγη μαύρη μπογιά, ίσα ίσα για να αποδειχθεί, στη συνέχεια, τίποτα περισσότερο από ένα μισόχαζο, ανόητο, θερμοκέφαλο ανθρωπάκι. Μπαίγνιο, έως εξευτελισμού, του Ιάγου. (Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι η σκηνοθεσία μείωσε και ποσοτικά το ρόλο του Οθέλου, μεγεθύνοντας πέραν του δραματικού μέτρου το ρόλο του Ιάγου, ίσως προτιμώντας τον ηθοποιό στον οποίο ανέθεσε το ρόλο του Ιάγου, η ερμηνεία του οποίου ήταν η πιο ενδιαφέρουσα της παράστασης). Υποτίθεται ότι η σκηνοθεσία έκανε μια πολιτική «ανάγνωση» του έργου, μεταφέροντάς το στο σήμερα, στην κοσμοκρατορία των ΗΠΑ, όπου ο ρατσισμός κατά των μαύρων εξακολουθεί να βασιλεύει, ακόμα και όταν οι κατέχοντες τον πλούτο, δηλαδή την υπέρτατη εξουσία τους χρησιμοποιούν σε στελεχικές, ακόμα και ανώτερες εκτελεστικές, θέσεις (βλέπε τις ρατσιστικές βολές κατά του Ομπάμα). Ο Οστερμάγιερ, με την ασεβή προς το πρωτότυπο διασκευή και με την εντυπωσιοθηρικά φορτωμένη με περιττά ευρήματα σκηνοθεσία του έχασε την ευκαιρία να κάνει μια ουσιωδώς σύγχρονη «ανάγνωση» του σαιξπηρικού έργου.

  • ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

Να το ξεχνάς ή να το θυμάσαι;

  • Μια αστραφτερή «Λυσιστράτη» απέναντι σε σκόρπιους, μισή μερίδα «Αχαρνής»
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, <span>14-08-10</span>
  • Αριστοφάνης Αχαρνής, σκην.: Σωτήρης Χατζάκης, Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος
  • Αριστοφάνης Λυσιστράτη, σκην.: Γιάννης Κακλέας, Εθνικό Θέατρο

Σχόλια θεατών που έβγαιναν από παραστάσεις κωμωδιών του Αριστοφάνη: «Τι αναισχυντία πάλι! Δεν πηγαίναμε καλύτερα στο Δελφινάριο;» (στους «Αχαρνής» του ΚΘΒΕ).

«Κι αυτή πάλι η μανία να βάζουν άνδρες-τραβεστί σε γυναικείους ρόλους… Ασε που ήταν η πρώτη φορά που δεν άκουσα στοιχεία για την πολιτική μας επικαιρότητα. Λες και δεν είχε ο Αριστοφάνης πολιτική θέση! Αραγε είναι αυτό θετικό ή αρνητικό;» (στη Λυσιστράτη του Εθνικού Θεάτρου).

«Εντάξει, αρκετά παλιομοδίτικη και πολύ comme il faut. Ασε εγώ ξέρω ιταλικά και μπορώ να κρίνω ως προς τη θαυμάσια ευκαμψία αυτής της γλώσσας. Ομως ιδού μια Λυσιστράτη που μας θύμισε τις παλιές καλές μέρες του Εθνικού με τη Μαίρη Αρώνη, όπως την είχα δει το 1957 και…»

Αυτό το τελευταίο το άκουσα έξω από το «Σχολείο» – της Ειρήνης Παπά όπως αδόκιμα λέγεται ένα σχολειό το οποίο δεν λειτούργησε ποτέ κι ούτε δείχνει ότι θα το κάνει και στο μέλλον. Αφορούσε μία Lisistrata di Aristofane από το Εθνικό Ινστιτούτο Αρχαίου Δράματος των Συρακουσών, από έναν επαρχιώτικο -με όλη την αρνητική σημασία της λέξης- θίασο ο οποίος έπαιζε το ίδιο και χειρότερα, όπως εδώ σε μας προ πεντηκονταετίας. Η σκηνοθεσία ήταν κάποιου Εμιλιάνο Μπροντσίνο.

Διαβάζοντας πριν από μερικές Κυριακές, στο άρθρο «Ο Αριστοφάνης γύρισε στα θυμαράκια» της Ολγας Σελλά, ότι «η αρχαία κωμωδία αντί να αναδυθεί αγγίζοντας το σήμερα, χάνεται πίσω από μια επιθεώρηση – αποθέωση της τηλεοπτικής αισθητικής», αντιλαμβάνεται κανείς πως ο Αριστοφάνης εξακολουθεί ν’ απασχολεί. Σχολιάζοντας τώρα τα παραπάνω σχόλια θεατών, ήδη από το 1845 ο Νεόφυτος Δούκας -ένας από τους σοφότερους ερμηνευτές των έργων του- γράφοντας για τη Λυσιστράτη συμπέρανε πως «προήλθε δ’ ουν ο ποιητής ενταύθα εις το έσχατον της αναισχυντίας…».

Κι όσο για τους άνδρες ηθοποιούς που παίζουν γυναίκες, μήπως έτσι δεν γινόταν και στην αρχαιότητα; Αν είχε πολιτική θέση ο Αριστοφάνης; Είχε και παραείχε! Πάντως μόνο «αριστερό» δεν θα μπορούσε να τον πει κανείς σήμερα.

Κι όσο γι’ αυτά που άκουσα για την ιταλική Lisistrata (sic) και για την παράσταση του 1957, αυτά πάλι μου θύμισαν όσα έγραφε στις αρχές του προπερασμένου αιώνα ο Emile Dechanel στο Etudes sur Aristophane: «Η χαρίεσσα αυτή γλώσσα η μοναδική εν τω κόσμω, επέτρεπε να λεχθώσι και τα τραχύτερα δια της ευκαμψίας της φράσεως να έπαιζον Ιταλοί τα εγχώρια όργανά των». (Η μετάφραση είναι της δεκαετίας του 1930 στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια.)

Δεν μου άρεσαν διόλου, οι σκηνοθετημένοι σκόρπια και με ένα πληθωρισμό μετριοτήτων «Αχαρνής» του Σωτήρη Χατζάκη. Protagonista assoluto ο Αθηναίος αγρότης Δικαιόπολις, ο οποίος αποφασίζει να κλείσει «ιδιωτική» συνθήκη ειρήνης με τους Σπαρτιάτες. Εξω φρενών οι καρβουνιάρηδες Αχαρνής τον κυνηγούν. Κι αυτός επιστρατεύει μέχρι και τον Ευριπίδη – ο οποίος στην παράσταση του ΚΘΒΕ εμφανίζεται ως drag Μαρινέλλα. Γιατί;

Είναι πολλά τα ερωτήματα για μια παράσταση όπου ο ανασφαλής πρωταγωνιστής (Σταμάτης Κραουνάκης) εμφανίζεται δίχως την παραμικρή σκηνοθετική καθοδήγηση. Οσο πιο γρήγορα τους ξεχάσουμε αυτούς τους «Αχαρνής», τόσο το καλύτερο.

Αντίθετα η «Λυσιστράτη» στην εμπεριστατωμένη με χειροπιαστά παραδείγματα επάνω στον πόλεμο των δύο φύλων, σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα, με τις καλόγουστες αναφορές στο καμπαρέ και στην επιθεώρηση, συν έναν Βασίλη Χαραλαμπόπουλο να αστράφτει εξυπνάδα και ταλέντο στον ιδιαίτερα προβληματικό κεντρικό ρόλο, ήταν μια παράσταση που θα τη μελετάμε πολλά χρόνια. Οπως θα θυμόμαστε και το «σημερινό» ζευγάρι (Γιώργο Παπαγεωργίου, Αλεξάνδρα Αϊδίνη) που μας αιφνιδίασε με τον νατουραλιστικό καβγά τους στην αρχή, στη μέση και στο τέλος. Ηταν κι ένας έκτακτος Πρόβουλος (Χρήστος Χατζηπαναγιώτης), μια πρώτης τάξεως Μυρρίνη (Ελένη Κοκκίδου), ένας αστειότατος Λαέρτης Μαλκότσης ως Λαμπιτώ. Ευφάνταστα και καλόγουστα τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου και εξυπηρετικό το επικλινές σκηνικό του Μανώλη Παντελιδάκη.

Τώρα, για τις μεταφράσεις του Κ.Χ. Μύρη τι να πει κανείς; Εμφανέστατα μεταλλαγμένες και στις δύο περιπτώσεις είναι ολοφάνερο ότι οι «δραματουργικές επεξεργασίες» ξεπερνούν τον μεταφραστή. Ενα γενικό συμπέρασμα: οι δύο καλοκαιρινές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, η «Λυσιστράτη» του Γ. Κακλέα και ο «Ορέστης» του Γ. Χουβαρδά ήταν από τις πλέον αξιόλογες παραστάσεις αυτού του καλοκαιριού.



«Αχαρνής» του Αριστοφάνη

  • Αριστοφανικά, μέρος δεύτερο
  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 29/08/2010

Το σημείωμα της προπερασμένης Κυριακής ήταν αφιερωμένο στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη. Συνεχίζουμε σήμερα την αριστοφανική μας περιπλάνηση με την παράσταση ενός άλλου έργου του αττικού κωμωδιογράφου, τους νεανικούς «Αχαρνής».

Έγραφα ότι η ηγεμονία πάνω στις άλλες ελληνικές πόλεις, μετά τους περσικούς πολέμους που δεν είχαν καταστρέψει ριζικά την ισχύ του περσικού κράτους, ήταν πια ένας ιστορικός μονόδρομος για την Αθήνα, αν ήθελε να διατηρήσει την ελευθερία της και την ελευθερία της λοιπής Ελλάδας. Αυτό καθόλου δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν καταχράστηκε ανεπίτρεπτα τη δύναμή της ή ότι δεν φέρει και η ίδια ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης για την ήττα της στον Πελοποννησιακό πόλεμο, όπου αντιμετώπισε τη συμμαχία των ολιγαρχικών δυνάμεων υπό την ηγεσία της Σπάρτης…

Θα προσθέσω σήμερα στα πιο πάνω ότι είμαστε ίσως ελαφρώς προκατειλημμένοι στον επιμερισμό των ευθυνών για όσα φοβερά έγιναν σε εκείνον τον πόλεμο, ρίχνοντας το κυριότερο βάρος στην αθηναϊκή δημοκρατία που καταχράστηκε το κύρος και τη δύναμή της. Ενώ έχουμε την τάση να ξεχνάμε τον λυσσαλέο πόλεμο εναντίον της, κρυφό ή φανερό, που είχε εξαπολύσει ως πέμπτη φάλαγγα εντός των τειχών της η ολιγαρχία, η οποία ποτέ δεν αποδέχθηκε την πολιτική της ήττα και την αφαίρεση των προνομίων της.

Ανάμεσα στους υπεύθυνους της μεροληπτικής αυτής στάσης, που κρατά ώς τις μέρες μας… είναι και ο σπουδαίος Αριστοφάνης, με την οξύτατη κριτική που ασκεί, όχι πάντα αδικαιολόγητα, στα έργα και τις ημέρες της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Οι «Αχαρνής» του είναι μια νεανική κωμωδία γραμμένη στα 425, όταν ακόμη η Αθήνα μπορούσε και έπρεπε να κερδίσει τον πόλεμο. Θα πρέπει άρα να δούμε το αριστοφανικό αυτό έργο κάτω από τη σκοπιά των συγκεκριμένων κοινωνικών δομών που το γέννησαν και αντανακλά. Ανεξαρτήτως… του τι αποφάνθηκε για την Αθήνα η Ιστορία στη συνέχεια.

Τον πόλεμο, που διαρκεί ήδη έξι χρόνια, στηρίζει η πλειοψηφία της εκκλησίας του Δήμου στηριγμένη στη συμμαχία της μεσαίας τάξης των βιοτεχνών (μεταξύ τους βιοτέχνες όπλων) με τους παλιούς αγρότες, που οι δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις τούς έσωσαν από τη δουλεία (δεν είναι τυχαίο ότι πρόκειται για απόμαχους του Μαραθώνα) και φοβούνται όσο τίποτε άλλο την επιστροφή της ολιγαρχίας. Εναντίον του πολέμου είναι η μειοψηφία των μικροκτηματιών και μικρεμπόρων, που βλέπουν τα συμφέροντά τους να πλήττονται από τον εμπορικό αποκλεισμό που η Αθήνα επιβάλλει στις γειτονικές αντίπαλες πόλεις.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο συντηρητικός Αριστοφάνης, με κτήματα στην Αίγινα, «στήνει» την ουτοπία του: ένας Αθηναίος πολίτης, τυπικό δείγμα των μικρομεσαίων στρωμάτων… αποφασίζει με δική του πρωτοβουλία, αφού πρώτα βάλει κυριολεκτικά «το κεφάλι του στον τορβά» μέχρι να πείσει τους σκληροτράχηλους μαραθωνομάχους Αχαρνείς… για το αγαθό των προθέσεών του, να κηρύξει ειρήνη με τη Σπάρτη για τον εαυτό του και την οικογένειά του, να σπάσει το εμπάργκο που έχει επιβάλει η Αθήνα στις εχθρικές πόλεις, να στήσει τον πάγκο του στην αγορά και να εμπορεύεται ελεύθερα με τον «εχθρό». Στο τέλος η ειρήνη και η συμφιλίωση θριαμβεύουν.

Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η «φαεινή ιδέα» πάνω στην οποία δομούνται οι «Αχαρνής». Μια κωμωδία που επέζησε όχι χάρις στα επικαιρικά στοιχεία της, αλλά επειδή πέρα από αυτά στοχεύει στο καθολικό και επειδή ο συγγραφέας της αποδείχθηκε ένας σημαντικός ποιητής.

Έτσι έφθασαν οι «Αχαρνής» ώς τις μέρες μας, και πώς να τους διαχειριστούμε;

Ένα ποσοστό αναλογίας είναι, πιστεύω, απαραίτητο, στο μέτρο που οι επισημάνσεις του Αριστοφάνη σήμερα δεν γίνονται κατανοητές από ένα σύγχρονο κοινό. Δεν πρέπει, όμως, να είναι τόσες και τέτοιες ώστε να αποδυναμώνουν τον σκελετό και να καταστρέφουν τη δομή της αυθεντικής κωμωδίας.

Από την παράσταση του Σωτήρη Χατζάκη με το ΚΘΒΕ, με τις εκρηκτικές μουσικές του Σταμάτη Κραουνάκη και με τον ίδιο ως πληθωρικό και ακράτητο επιθεωρησιακό Δικαιόπολι, με τον Γρηγόρη Βαλτινό χαμηλότονο Λάμαχο, με τον ακμαίο Βουτσά στον ρόλο του πεινασμένου Μεγαρίτη, με σκηνικά του Πάτσα, με κοστούμια της Δρίνη, με χορογραφία του Ευαγγελινού, με φωτισμούς της Ντεκώ, ένα πανηγύρι, ένας χαμός, μια πολυχρωμία, τρελοί ρυθμοί, τζερτζελές και σαματάς, μου έμεινε στο τέλος μια αίσθηση ζαλιστικής υπερβολής. Όχι μόνο στις αναλογίες της καλής, κατά τα άλλα, μετάφρασης του Μύρη, που η παράσταση υπερέβη, αλλά γενικά στις δοσολογίες και στη χρήση του υλικού. Είδαμε την κουτάλα να ανακατεύει ασταμάτητα και φαγητό δεν είδαμε.