«Κατερίνη» των «Blitz» – «Κωλοδουλειά» στο «Από μηχανής θέατρο» – «Το αόρατο τσίρκο» – «Μπόρις Γκοντούνοφ» από τους «La Fura dels Baus»

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ, Ριζοσπάστης, Τετάρτη 15 Ιούλη 2009
  • Φεστιβαλικές παραστάσεις
«Κατερίνη»
«Κατερίνη» των «Blitz»

Στο θέατρο δε θεάται μόνον ο ηθοποιός. Θεάται και ο θεατής. Κάθε έργο, ο κάθε άνθρωπος – ο δημιουργός, ο ερμηνευτής και ο θεατής – το «βλέπει» διαφορετικά. Μέσα από το δικό του βλέμμα, τα βιώματα, τα συναισθήματα, τη γνώση, την εμπειρία, ιδεολογία, σκέψη, αντίληψη, κρίση για τη ζωή, την κοινωνία κι όλα τα ανθρώπινα. Σε κάθε έργο δημιουργείται μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ δημιουργού – δημιουργήματος και αποδέκτη. Στην ολοζώντανη παραγώμενη κάθε στιγμή, θεατρική τέχνη, αυτή η σχέση επιδρά καθοριστικά, αενάως. Ο πρόλογος αυτός σχετίζεται απολύτως με το ενδιαφέρον, ερευνητικού χαρακτήρα πείραμα της ομάδας «Blitz», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, με τίτλο «Κατερίνη», που ουσιαστικά ανέδειξε την αλληλοεπίδραση και αλληλοθέαση ηθοποιών – θεατών κάθε παράστασης. Το πείραμα της ομάδας δε συνιστά μια «παράσταση» με την κλασική έννοια. Σκορπισμένο σε όλο το κτίριο που στεγάζει το «Bios» (ταράτσες και δωμάτια), με σύντομα, ποικίλης θεματολογίας, υπόκρυφης μελαγχολίας, λιτής παραστατικότητας κειμενικά και σκηνικά επεισόδια, με λίγους και διαφορετικούς θεατές για κάθε επεισόδιο, το πείραμα επιχείρησε να διερευνήσει το «βλέμμα», τα συναισθήματα, τη σκέψη, την αντίληψη και έκφραση κάθε σημερινού Ελληνα «θεατή» για εικόνες, γεγονότα, πρόσωπα, ποικίλα ανθρώπινα δράματα στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, αλλά και να τον κάνει συνεργό – τροφοδότη των κειμενικών και παραστασιακών επεισοδίων, με αυτοαποκάλυψη βιωμάτων, συναισθημάτων, ευχάριστων ή δυσάρεστων αναμνήσεών του. Συμβολικός ο τίτλος του πειράματος σηματοδοτεί τη μελαγχολία, με τα ποικίλα κοινωνικά προβλήματα, με τα αμέτρητα, λογής λογής καθημερινά ανθρώπινα δράματα μιας Ελλάδας, που παντού «πληγώνει τα παιδιά της». Και περισσότερο τα πιο ανίσχυρα, «άμοιρα» και δύστυχα, γηγενή και μη. Εκτός από τους «Blitz» (Γιώργος Βαλαής, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής) τη σκηνοθεσία – δραματουργία συνυπογράφουν οι Νίκος Φλέσσας και Μαριαλένα Μαμαρέλη. Ερμηνεία (αλφαβητικά): Γιώργος Βαλαής, Ιπποκράτης Δελβερούδης, Βαγγέλης Ζλατίντσης, Ελένη Καραγεώργη, Μιχάλης Μαθιουδάκης, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής, Μαρία Φιλίνη, Νίκος Φλέσσας.

«Το αόρατο τσίρκο»

«Κωλοδουλειά»

Στο «Από μηχανής θέατρο», παρουσιάστηκε το μονόπρακτο του Γιάννη Μαυριτσάκη «Κωλοδουλειά» που αφορά σε ένα ιδιαίτερο, σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Την εξαντλητικών ωραρίων και ορθοστατική εργασία νέων γυναικών – βοηθών κουζίνας – στις σημερινές – πολυεθνικές συνήθως – «αλυσίδες» ταχυφαγείων, τις άθλιες συνθήκες σ’ αυτά, αλλά και άλλες «απαιτήσεις» και μορφές εκμετάλλευσης των εργαζομένων σ’ αυτά γυναικών από τα αφεντικά τους. Προπαγάνδιση της διατροφικής «σαπίλας» του φαστφουντάδικου, αιώνια κεφάτο χαμόγελο, προκλητικό ντύσιμο, χτένισμα, βάψιμο, ψηλοτάκουνα, τρόπος ομιλίας και σεξουαλικά ναζιάρικη συμπεριφορά για να έλκεται η ανδρική πελατεία, κι ας πονούν πόδια και κορμί από την πολύωρη ορθοστασία, κι ας είναι σιχασιά η κουζίνα, κι ας παίρνει μεροκάματο πείνας, κι ας είναι ωρομίσθια, και επιπλέον, μετά τη δουλειά, να υφίσταται τις σεξουαλικές ορέξεις του «αφεντικού» από το φόβο της απόλυσης. Το κείμενο του Μαυριτσάκη τα θίγει όλα αυτά, αλλά επιφανειακά, χωρίς ανάλυση και βέβαια κριτική καταγγελία των κοινωνικών, πολιτικο-οικονομικών αιτίων. Το κείμενο βάρυνε περισσότερο στη σεξουαλική εκμετάλλευση – το πιο πιασάρικο στοιχείο – το οποίο υπογράμμισε και η σκηνοθεσία, σκηνογραφία, ενδυματολογία του Αγγελου Μέντη. Το δράμα αυτών των εργαζομένων γυναικών θα προβαλλόταν, θα αποκτούσε «φωνή» αν το κείμενο ερμηνευόταν από μια ασκημένη, έμπειρη, άξια ηθοποιό και όχι από την – με εξαιρετικό παρελθόν χορεύτρια και σήμερα χορογράφο – Αγγελική Στελλάτου, που απλώς, διεκπεραιωτικά, είπε το κείμενο. Τη μόνη στιγμή πραγματικής θεατρικής υποκριτικής – αν και βουβή – πρόσφερε η εμφάνιση του ταλαντούχου ηθοποιού Κοσμά Φουντούκη.

«Μπόρις Γκοντούνοφ»
«Το αόρατο τσίρκο»

Μαγεία, ευαισθησία, λεπτό χιούμορ και πληθωρική κωμικότητα, οργιαστική φαντασία και ευρηματικότητα, υψηλού γούστου εικαστική αντίληψη και δημιουργία, εκπληκτική σωματική και εκφραστική ικανότητα, υπέροχα παραμυθικά και παιγνιώδη θέματα, δύο καλλιτέχνες με «θαυματουργικό» ταλέντο. Μια παράσταση μεγάλης απόλαυσης και ευφροσύνης της ψυχής, του νου, των ματιών. Ο λόγος για «Το αόρατο τσίρκο» (ένα τσίρκο εντελώς αλλιώτικο από όλα τα άλλα είδη τσίρκου) της Βικτόρια Τσάπλιν – κόρης του μέγιστου δημιουργού του 20ού αιώνα Τσάρλιν Τσάπλιν και του Γάλλου συζύγου της Ζαν – Μπατίστ Τιερέ (θεατρικού ηθοποιού στα νιάτα του), δημιουργού στη συνέχεια ενός «τσιρκολάνικου» θεάτρου ποικιλιών, μίμου, ζογκλέρ, «μάγου» και κλόουν. Η Τσάπλιν γοητεύτηκε στα νιάτα της από το θέατρο ποικιλιών του μετέπειτα συζύγου της, εντάχθηκε σ’ αυτό και συνέβαλε τα μέγιστα στη διεθνή φήμη του με την εκπληκτική (κληρονομιά από τον πατέρα της, ο οποίος από παιδί και μέχρι να πάει στις ΗΠΑ, βιοποριζόταν στην Αγγλία σαν ακροβάτης και κλόουν σε τσίρκο) χορευτική και μιμητική ικανότητά της. Η Τσάπλιν δεν κληρονόμησε μόνον την ακροβατική ικανότητα, αλλά και το γενικότερα καλλιεργημένο και ευφάνταστο δημιουργικό ταλέντο του πατέρα της, όπως απέδειξαν οι υπεραισθαντικού ποιητικού αισθήματος, παραμυθικής και ονειρικής φαντασίας ακροβατικές, χορευτικές και εικαστικές μεταμορφώσεις της, με θέματα και εικόνες εμπνευσμένες από διάφορες εθνικές παραδόσεις, τον άνθρωπο, τη φύση, ακόμη και τα άψυχα πράγματα. Γήινος αντίποδας των «ονειρικών» μεταμορφώσεων της Τσάπλιν είναι τα πληθωρικής κωμικότητας «μαγικά»και κλοουνίστικα «κόλπα» του Ζαν – Μπατίστ Τιερέ.

«Μπόρις Γκοντούνοφ» από τους «La Fura dels Baus»

Στην εποχή μας, εποχή που ο ιμπεριαλισμός τρομοκρατεί λαούς, εξαπολύει πολέμους ρημάζοντας χώρες, επαναφέρει παλιά εθνοτικά προβλήματα, υποκινεί περιφερειακές διεκδικήσεις και συγκρούσεις μειονοτήτων, επιβάλει εξουσίες ώστε να προωθήσουν το δικό του «διαίρει και βασίλευε», τα δικά του σχέδια και συμφέροντα σε χώρες και αγορές, το επί δεκαετίες ξεχασμένο είδος του «θεάτρου ντοκουμέντο» επανακάμπτει όλο και περισσότερο, ως ανάγκη των ανθρώπων του θεάτρου να προβληματιστούν με την πραγματικότητα, να δουν και να πουν τους φόβους που γεννά αυτή η πραγματικότητα, πραγματικότητα που απειλεί όλο και περισσότερους λαούς. Με βάση το ιστορικό έργο του Πούσκιν «Μπόρις Γκοντούνοφ» (μια ιστορία αλυσιδωτών πολιτικών ραδιουργιών, δολοφονιών και επεκτατικών πολέμων – αιώνες πριν – για την κατάκτηση της τσαρικής εξουσίας και την εδαφική επέκτασή της), αλλά και την επίθεση πάνοπλων Τσετσένων ανταρτών (αντρών και γυναικών), το 2002, στη διάρκεια παράστασης στο κατάμεστο μοσχοβίτικο θέατρο «Ντουμπρόβκα» και την εφιαλτική ομηρία των θεατών και ηθοποιών, ο φημισμένος θίασος της Βαρκελώνης συνέθεσε μια πολύ ενδιαφέρουσα και δραστική παράσταση θεάτρου-ντοκουμέντου, με τη μορφή «θεάτρου μέσα στο θέατρο». Παράσταση, που αναπαριστούσε ρεαλιστικά, ωμά, με χρήση βίντεο και άλλα τεχνικά μέσα το πραγματικό γεγονός, αλλά χωρίς να το προσδιορίζει γεωγραφικά. Η παράσταση αρχίζει με τη διεξαγωγή της παράστασης και προχωρά στην αιφνίδια διακοπή της, την κατάληψη, την – διά των όπλων – ομηρία των ηθοποιών και των θεατών (αυτό το «ρόλο» έπαιζαν οι θεατές στις παραστάσεις που έδωσε ο ισπανικός θίασος, στην Πειραιώς 260), αναπαριστώντας με κορυφούμενες εντάσεις τον τρόμο των ομήρων, τις σύντομες επιχειρησιακές συνεδριάσεις των καταληψιών, τις μεταξύ τους αντιδικίες και συγκρούσεις για τη διαχείριση και την κατάληξη της επιχείρησής τους, τα διαπραγματευτικά «χαρτιά» τους, τη δολοφονία ή απελευθέρωση των ομήρων και τελειώνει, με το μηχανικό άπλωμα ενός τρομοκρατικού «νέφους», μιας τεράστιας, σε όλη την έκταση της αίθουσας, λευκής «ομπρέλας» που «καταπίνει» όλους τους θεατές, συμβολίζοντας τη συνεχώς εξαπλούμενη, σήμερα, τρομοκράτηση και ομηρία όλων και περισσότερων λαών.
Advertisements

«Κίτρινο σκυλί» του Μισέλ Φάις στο Από Μηχανής Θέατρο

  • Πρόσωπα δημόσιας αγάπης

  • * Το «Κίτρινο σκυλί» του Μισέλ Φάις Από Μηχανής Θέατρο
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 13 Ιουνίου 2009
  • Πολλή συζήτηση έγινε για τη βανδαλιστική παρέμβαση στην πρεμιέρα της ελεύθερης θεατρικής ανασκευής της περιπέτειας της Κούνεβα στο Μεταξουργείο.

Η Αλεξία Καλτσίκη, με ύφος φρέσκο κι ανεπιτήδευτο, δίνει πνοή σε ένα ανέτοιμο, παρορμητικό κείμενο

Η Αλεξία Καλτσίκη, με ύφος φρέσκο κι ανεπιτήδευτο, δίνει πνοή σε ένα ανέτοιμο, παρορμητικό κείμενο

Αναστάτωση χρήσιμη, για να ξελαμπικάρει κάπως ο προβληματικός αντιεξουσιαστικός μύθος, η έννοια της βίας ως καθημερινή καραμέλα και για να μην περιπέσει σε λήθη άλλη μια ανεξιχνίαστη, άρα άχρηστη θυσία. Ανάμεσα στην ελλιπή πολιτική τοποθέτηση που καταλογίζουν στον συγγραφέα οι εισβολείς και στο δικαίωμα έκφρασης, υπάρχει φυσικά το αυτόνομο θεατρικό γεγονός, με βάση έναν μονόλογο γραμμένο «εν θερμώ» και σε άνιση αντιπαράθεση με μια συνταρακτική και ακόμα ζωντανή πραγματικότητα.

Σε έναν σκληρά φωτισμένο χώρο, σαν δημόσια ουρητήρια χωρίς τις λεκάνες (σκηνικό Εύας Μανιδάκη), μια μικροκαμωμένη φεγγερή γυναίκα (Αλεξία Καλτσίκη) με αδρά χαρακτηριστικά και τη νοικοκυρεμένη όψη έντιμης φτώχειας, παλεύει με απορρυπαντικά και σφουγγαρίστρες και την εξιστόρηση της ζωής της. Κάπου κάπου ένα κίτρινο φως σκάει στο άχαρο, γυμνό τοπίο, λούζοντας υπαινικτικά, σαν να τις υπογραμμίζει, τις βαρύνουσες στιγμές της αφήγησής της.

Μέσα από σκόρπια αυτοβιογραφικά, μισοτελειωμένες φράσεις και στιχομυθίες της καθημερινής ζωής στα (ελληνικά) ξένα, ξετυλίγονται μνήμες τής πρώην σοσιαλιστικής πατρίδας, εικόνες περιπλάνησης σύγχρονης προσφυγιάς, η στυφή γεύση κακοποιημένων ονείρων, αποξένωσης και προσωρινότητας, παράλληλα με μια ακαταπόνητη θέληση για ζωή, δείγματα μαχητικής συνείδησης («σιωπηλές, αόρατες καθαρίζουμε τις βρωμιές σας»), χιούμορ («από χόμπι δουλεύουμε») και καμπανάτες αναφορές σε συνθήκες εργασίας («Για ζητιάνες μάς περνάτε; Μας κλέβετε και τα ένσημα…»).

Δυστυχώς, τα σποραδικά οξυδερκή πολιτικο-κοινωνικά σχόλια και τα πετάγματα ποιητικής διαύγειας, μαζί με τη συγκινητική πρόθεση ενός ύμνου στην τραγική μετανάστρια και στις περιφρονημένες της νέας εποχής, συντρίβονται από έλλειψη βάθους, ψυχραιμίας και δεξιοτεχνίας.

Ανεδαφικές χριστιανικές ρήσεις φουκαράδων που αντί εκδίκησης προτάσσουν τη συγχώρεση («όλα τα σκουπίδια σας έχουν θέση στην καρδιά μας»), αφελείς ηρωικοί συναισθηματισμοί σε μια κοινωνία αρπαχτικών («μόνο η αγάπη καθαρίζει τη βρωμιά -είναι το δυνατότερο οξύ»), άσφαιρες κακογλωσσιές («ο μπάτσος το μόνο κλομπ που κραδαίνει είναι ο πεσμένος φαλλός του»), θολοί λυρισμοί, ακίνδυνες μεγαλοστομίες («θα πνίξουμε τις βίλες και τα θωρηκτά τζιπ σας») σε μια γλώσσα αφύσικη, που όχι μόνο ελάχιστη σχέση έχουν με ένα υπαρκτό πρόσωπο-αφορμή, αλλά και με τον εσώτερο κόσμο ενός πειστικού φαντασιακού χαρακτήρα. Μια περίπτωση όπου η αληθινή ζωή εκτοπίζει το θέατρο, αφήνοντας τη σιωπή της νοσηλευόμενης Κούνεβα να φαντάζει απείρως πιο κρίσιμη.

Σαφές κέρδος της βραδιάς είναι η ερμηνεία της Αλεξίας Καλτσίκη. Υφος φρέσκο, ανεπιτήδευτο, ακριβές, γεμάτο παλμό. Με μια παράδοξα γελαστή αξιοπρέπεια και στωικότητα, η νέα γυναίκα γλεντά το κουβεντολόι με τη μοίρα της, μέσα στις ξένες δημόσιες τουαλέτες, που όσο και να τις τρίβει δεν καθαρίζουν, δίνοντας πνοή σε ένα ανέτοιμο, παρορμητικό κείμενο. Η λιτή, χωρίς φιλαρέσκειες σκηνοθεσία είναι της Λίλλυς Μελεμέ.

**»Στάχτη στα μάτια», Από Μηχανής Θέατρο

  • Αμασκάρευτη κατάκτηση του κοινού
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Ομαδική φωτογραφία του θιάσου που ανεβάζει το έργο τού Λαμπίς στο «Από Μηχανής Θέατρο»

  • Με μια ενδιαφέρουσα ρεπερτοριακή κίνηση, το «Από Μηχανής» στρέφεται από το είδωλο στο πρότυπο και από τη «Φάρσα της οδού Γουόλγορθ» του Γουόλς στο «Στάχτη στα μάτια» του Λαμπίς. Ομαδική φωτογραφία του θιάσου που ανεβάζει το έργο τού Λαμπίς στο «Από Μηχανής Θέατρο» Μπορούν επομένως όσοι θέλουν να κάνουν τη σύγκριση και να εξετάσουν την εξέλιξη ενός είδους από την ανυποληψία στην καταξίωση: πρώτα σαν καθαρή τεχνική και αυτόνομη, γεμάτη αυτοπεποίθηση κατάφαση στις απαιτήσεις της διασκέδασης. Υστερα, μέσα από την εισαγωγή ενός αναρχικού στοιχείου που δηλώνει ότι το χάος μόλις και κρύβεται απόψε κάτω από το χαλάκι της ευπρέπειας: Η τύχη, λέει ο Λαμπίς, δεν είναι πια με το μέρος μας. Ας αρκεστούμε στη σύμβαση πως κι αν τα πράγματα δεν θα βαίνουν κατ’ ευχήν για πολύ, όλα θα πάνε καλά εν τέλει. Αυτά για το φιλολογικό μέρος. Για το θεατρικό, ισχύει ακόμα κάτι που σπάνια ομολογείται: ότι η φάρσα, με όλο το άχθος της άμεσης ανταπόκρισης, το παρελθόν της μπαλάφαρας και τη δυσφήμηση της ίδιας της τάξης που την ανέθρεψε και τη γιγάντωσε, παραμένει εν τούτοις μια από τις πιο αποτελεσματικές και περίπλοκες παγίδες που έδωσε ποτέ η σκηνή. Παγίδα για κοινό και ηθοποιούς: το πρόβλημα είναι πως στην κατάφωτη χωρίς σκιές σκηνή της δεν υπάρχει γωνία για να κρυφτεί κανείς. Βρίσκεται εξ αρχής ακάλυπτος στη μέση της σκηνής ή της πλατείας, θύμα και θύτης μαζί στην επίθεση μιας όψης του νομίσματος στις προσδοκίες της άλλης.
  • Η «Στάχτη στα μάτια» είναι μια τέτοια «εμφύλια» επίθεση στην μπουρζουαζία από έναν συγγραφέα και ένα θέατρο που δεν ξεχνούν ότι αποτελούν σάρκα εκ της σαρκός του κοινού τους. Οι γόνοι δυο μεσοαστικών οικογενειών του Παρισιού συνδέονται με έρωτα αμοιβαίο και αγνό: τίποτα απλούστερο και φυσικότερο από αυτό, καθώς μάλιστα το πράγμα φαίνεται να οδηγείται εξαρχής στα απαραίτητα εκατέρωθεν διαβήματα. Από άποψη κοινωνική και «ταξική», λοιπόν, οι δυο οικογένειες δεν θα μπορούσαν να μοιάζουν περισσότερο με τέντζερη και καπάκι. Κι όμως για κάποιο παράξενο λόγο, οι συμπέθεροι αρχίζουν ένα γαϊτανάκι πλειοδοσίας σε φιγούρα και τρόπους, αρχίζουν να μασκαρεύονται αξιώματα, τίτλους και επιτυχίες. Το πράγμα γιγαντώνεται: ό,τι ξεκινά σαν επίδειξη και απόπειρα παραπλάνησης καταλήγει σε ένα αμείλικτο πόκερ εξαπάτησης και γελοιοποίησης. Καθώς οι συμπέθεροι πετούν στάχτη ο ένας στα μάτια του άλλου, μένουν στο τέλος με φούμο στο πρόσωπο.
  • Το έργο δεν είναι δίχως προβλήματα. Κάποια αφορούν τα υπερβολικά «κατ’ ιδίαν» του, όπως και τον τυπικό για την εποχή διδακτισμό του, άλλα πάλι αφορούν το ανισοβαρές των ρόλων. Οι δυσκολίες όμως αντιμετωπίζονται με επιτυχία από τον σκηνοθέτη Νίκο Χατζόπουλο, ώστε η παράσταση να προχωρεί παραπέρα: αντίθετα με τους ήρωες του Λαμπίς, ζητά να κατακτήσει το κοινό της αμασκάρευτη. Και χωρίς να αρνείται το γέλιο του, ζητά την κλιμάκωση των συμβάσεων της φάρσας στα όρια του γκροτέσκου.
  • Η επιτυχία των ηθοποιών είναι ότι καταφέρνουν να βγάλουν χαρακτήρες από τη χάρτινη δραματουργία του Λαμπίς. Ο Μαλενζάρ του Κώστα Μπερικόπουλου πιο βαρύς και αδρός, ο Ρατινουά του Ακι Βλουτή πιο αγαθός και αβρός στις εκδηλώσεις του. Η Μάνια Παπαδημητρίου μια αληθινή κομψεπίκομψη Μπλανς, χωρίς υπερβολές. Κάπως άχρωμη η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου στον ρόλο της Κονστάνς. Τους δεύτερους ρόλους υπηρετούν -καθόλου ουδέτερα- οι Λαμπρινή Αγγελίδου, Σοφιάννα Θεοφάνους, Γιώργος Ζιόβας, Νίκος Γιαλελής και Δημοσθένης Ελευθεριάδης. *

«Σφαγείο», στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» – «Η φάρσα της οδού Γουόλγορθ», στο «Από μηχανής θέατρο»

"Σφαγείο"

"Σφαγείο"

«Σφαγείο», στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου».

To έργο είναι ένα καλογραμμένο ρεαλιστικό δράμα. Με σφικτή πλοκή, ενότητα χρόνου -χώρου – μύθου, γλώσσα άμεση και πυκνούς διαλόγους. Τα τρία πρόσωπα είναι καλά ψυχογραφημένοι χαρακτήρες. Οι δραματουργικές αρετές του έργου μεγεθύνθηκαν με τη γλωσσικά δραστική μετάφραση της Κοραλίας Σωτηριάδου. Με την άκρας απλότητας, ρεαλιστικής αλήθειας και δύναμης σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Με το λιτότατα υποβλητικό σκηνικό της Μαργαρίτας Χατζηιωάννου. Με την εναρμονισμένη με τη σκηνοθεσία δημιουργία και των άλλων συντελεστών (Βασίλης Καψούρος – φωτισμοί, Σταύρος Γασπαρινάτος – μουσική, Αγγελική Στελλάτου – κίνηση). Κυρίως, με τις εξαιρετικές ερμηνείες των νέων, ελπιδοφόρων ηθοποιών Ορέστη Τζιόβα, Γιώργου Παπαγεωργίου και Μιχάλη Οικονόμου (η πιο σύνθετη και πλήρης ερμηνεία, στο ρόλο του προδότη). Επιβαλλόμενη είναι η επισήμανση των αρετών του έργου «Σφαγείο», αλλά επιβαλλόμενη είναι και η επισήμανση ότι ο Ισραηλινός δραματουργός Ιλάν Χατσόρ, με το έργο του αντιμετωπίζει την 60χρονη τραγωδία του παλαιστινιακού λαού, σύμφωνα με το ιμπεριαλιστικό συμφέρον του Ισραήλ, των ΗΠΑ και της ΕΕ. Συμπτωματικά η πρεμιέρα του έργου στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» δόθηκε καταμεσής του πρόσφατου γενοκτονικού ολέθρου που έσπειρε το Ισραήλ στη Γάζα, με τις ανυπόκριτες ευλογίες των ΗΠΑ και τις υποκριτικές της ΕΕ. Κι ενώ όλοι φρίτταμε για τους άταφους νεκρούς, τα ερείπια, τις χιλιάδες των αστέγων, τον εκβιασμό των Ισραηλινών στους αιχμάλωτους τραυματίες για να καταδώσουν μαχητές συμπατριώτες τους, ακούγαμε το έργο του Ιλάν Χατσόρ, εμμέσως να δικαιολογεί το ιμπεριαλιστικό Ισραήλ και να αποδίδει το «ανθρώπινο δράμα» των Παλαιστινίων αποκλειστικά στο διχασμό και την… αλληλοσφαγή τους. Ο συγγραφέας θεωρεί φυσική την «αντίδραση» του Ισραήλ και φυσικό το να εκβιάζει δύστυχους Παλαιστίνιους να γίνουν προδότες, αφού οι Παλαιστίνιοι είναι «κουκουλοφόροι» (αυτός είναι ο πραγματικός τίτλος του έργου), δηλαδή «τρομοκράτες», που του «επιτίθενται». Ο συγγραφέας δε λέει λέξη για τη συνεχιζόμενη αρπαγή της Γης των Παλαιστινίων. Για τις εκατόμβες των νεκρών. Για τις ΗΠΑ και ΕΕ. Σκοπίμως δεν έχει στο έργο πρόσωπο Ισραηλίτη. Μόνο τρία αδέλφια Παλαιστίνιους. Ο μεσαίος είναι διωκόμενος μαχητής. Ο μικρότερος συμφωνεί με τον αγώνα του. Ο μεγάλος, χαφιές των Ισραηλινών, υπαίτιος για το θάνατο ενός τέταρτου αδελφού τους – μαχητή, είναι στο στόχαστρο των μαχητών. Τα αδέλφια συναντιούνται κρυφά. Ο μαχητής μη πιστεύοντας ότι ο μεγάλος έγινε προδότης, τον προειδοποιεί ότι τον αναζητούν οι αντάρτες. Τελικά ο προδότης αδελφός θα σφαγεί από το μικρό αδελφό. Μετά την πρεμιέρα του έργου ελληνική εφημερίδα δημοσίευσε το «κατηγορώ», με αφορμή τη σφαγή στη Γάζα, του Ισραηλινού διανοούμενου Μισέλ Βαρσάφσκι, υπερασπιστή του αγώνα των Παλαιστινίων, επικριτή της ιμπεριαλιστικής πολιτικής του Ισραήλ, των ΗΠΑ και ΕΕ, αλλά και Ισραηλινών συγγραφέων. Σ’ αυτό το «κατηγορώ» εμπίπτει και ο Χατσόρ: «Στην Παλαιστίνη υπάρχει μια απεχθής, ολοφάνερη αδικία (…). Υπάρχει κατοχή. Ενας λαός που κατέχει τη γη ενός άλλου. Υπάρχουν εκείνοι που αρνούνται σε έναν άλλο λαό τα θεμελιώδη δικαιώματά του και υπάρχει ένας λαός που εξεγείρεται, παλεύει για να κατακτήσει αυτά τα δικαιώματα. (…) Οι Μπάρακ, Ολμέρτ, Λίβνι, Ασκενάζι, πρέπει να απολογηθούν για εγκλήματα πολέμου (…). Μια άλλη κατηγορία «εγκληματιών», είναι οι συγγραφείς Αμος Οζ και Γεοσούα, θλιβερά παραδείγματα διανοουμένων, που προμηθεύουν στους δολοφόνους ψευδοηθικές δικαιολογίες και αποτελούν το τμήμα προπαγάνδας της κυβέρνησης και του στρατού δολοφόνων».

«Η φάρσα της οδού Γουόλγορθ»

«Η φάρσα της οδού Γουόλγορθ»

«Η φάρσα της οδού Γουόλγορθ», στο «Από μηχανής θέατρο»

Ειρωνικά παραπλανητικός είναι ο τίτλος του έργου του Ιρλανδού δραματουργού Εντα Γουόλς «Η φάρσα της οδού Γουόλγορθ», που ανέβασε ο νέος θίασος «Συν-Επί». Κάθε άλλο παρά φάρσα είναι. Και κάθε άλλο παρά εύκολα εύληπτη η μυθοπλοκή του. Πρόκειται για πολύ ενδιαφέρον, βαθύτατα πικρό και σκληρό οικογενειακό δράμα, με φαινομενικά «φαρσικές», εφιαλτικού και φονικού παραλογισμού, δραματικές καταστάσεις. Καταστάσεις, που «πηγή», αρχικό αίτιό τους είναι η εθνική τραγωδία του ιρλανδικού λαού. Η μακραίωνη εξάρτηση, καταπίεση και εκμετάλλευσή του από την επεκτατική Βρετανία. Η ακραία μυθοπλοκή του έργου λειτουργώντας σαν διαθλαστικά παραμορφωτικός «καθρέφτης» αντανακλά την πολύμορφη δυστυχία των φτωχών, άνεργων ή κυνηγημένων στον τόπο τους, ξεριζωμένων στην Αγγλία μεροκαματιάρηδων Ιρλανδών, που χάνουν πατρίδα κι αγαπημένους και μην περιμένοντας ένα καλύτερο μέλλον, βουλιάζουν στις μνήμες του παρελθόντος. Κύρια πρόσωπα του έργου είναι ένας φτωχός Ιρλανδός πατέρας, που για μια κληρονομιά, μια στέγη για τη φτωχή οικογένειά του, τη γυναίκα και τα δυο παιδιά του, γίνεται φονιάς και για να γλιτώσει το σκάει για το Λονδίνο, κρύβεται σε ένα άθλιο δωμάτιο, όπου κρατά κλεισμένα επί χρόνια και τα δυο αγόρια. Ως αντίδοτο στον ξεριζωμό, στη νοσταλγία για την πατρίδα και την καλή μαγείρισσα γυναίκα του, τη μοναξιά, τον εγκλεισμό σε μια χώρα ξένη και εχθρική, στην ανέχεια, στην κοινωνική περιθωριοποίηση, ο πατέρας ψυχαναγκάζει τους γιους του να γεμίζουν την άδεια χαμοζωή τους, «αναπαριστάνοντας» αδιάκοπα, καθημερινά την περασμένη ζωή της οικογένειας, των συγγενών, φίλων, γειτόνων. Εξαναγκάζει τους γιους του να μεγαλώνουν και να ζουν με εκείνον ως «σκηνοθέτη» και «συγγραφέα» του αναπαριστώμενου παρελθόντος, όπως εκείνος το θυμάται ή θέλει να το θυμάται. Τους εξαναγκάζει να ανέχονται το δράμα που ζουν, παίζοντας «θέατρο», φορώντας «μάσκες» άλλων ανθρώπων που είτε ξέχασαν ή δε γνώρισαν ποτέ. Αν και ενήλικοι, οι γιοι είναι πλάσματα νοσούντα από τον εγκλεισμό, φοβικά λόγω της σωματικής και ψυχολογικής βίας που ασκεί ο πατέρας. Πλάσματα χωρίς προσωπικά βιώματα, ουσιαστικά χωρίς δικό τους παρελθόν και μέλλον. Οταν τυχαία μπει στο «κελί» των τριών προσώπων, ο «έξω κόσμος» – η νεαρή υπάλληλος ενός σούπερ μάρκετ, φέρνοντας τα λιγοστά ψώνια που ξέχασε ο μικρός γιος, παίρνοντας λάθος σακούλα – ο τρόμος του «έξω κόσμου» θα φέρει κι άλλο κακό. Ενός κακού μύρια έπονται… Το αίμα ζητά κι άλλο αίμα. Η κοπέλα, όμηρος του πατέρα, ζητά από το μικρότερο γιο να τη λευτερώσει. Εκείνος ελπίζοντας σε μια νέα ζωή μαζί της, θαρρώντας ότι ο αδελφός του θέλει να τη σκοτώσει μαχαιρώνει τον αδελφό, ο οποίος μένοντας μόνος με τον πατέρα, τον μαχαιρώνει λυτρώνοντάς τον, πριν πέσει κι εκείνος νεκρός. Η εύρυθμη, ευρηματική, δηλητηριώδους ειρωνείας σκηνοθεσία του Εκτορα Λυγίζου, μέσα από ένα κατ’ επίφαση «φαρσικού» παραλογισμού «παιχνίδι» μεταμορφώσεων των τριών κεντρικών προσώπων, καταφέρνει να αναδείξει το ατομικό δράμα τους και να υπονοήσει το δράμα του ιρλανδικού λαού. Στο καλό παραστασιακό αποτέλεσμα συμβάλλει η ρέουσα μετάφραση, το «φτωχών» μέσων, λειτουργικό σκηνικό της Μαγιού Τρικεριώτη, η εκφραστική η κίνηση που δίδαξε η Μαριέλα Νέστορα, και οι συνολικά καλές ερμηνείες. Ο πάντα στέρεος Γιώργος Ζιόβας με μέτρο υποδύεται τον πατέρα. Η Ντέμπορα Οντογκ την υπάλληλο. Ερμηνευτικά κυριαρχεί ο Θύμιος Κούκιος (εξαιρετικά ευλύγιστος στις πολλές και αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις του σε γυναικεία και ανδρικά πρόσωπα), με επίσης πολύ καλά μεταμορφώσιμο συμπαίκτη τον Νίκο Γιαλελή.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 11 Φλεβάρη 2009

«Η φάρσα της οδού Γουόλγορθ» του Εντα Γουόλς στο Από Μηχανής Θέατρο σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου

Αιχμάλωτοι της Ζέντα

Στο σύμπαν της οδού Γουόλγορθ το ψωμί του τοστ είναι πολύ σημαντικό. Δεν υπάρχει κανένα υποκατάστατο. Ακόμη και σε περίπτωση εκτάκτου λειψαρτίας οι φρυγανιές είναι η χειρότερη δυνατή εναλλακτική. «Οι φρυγανιές παίρνουν τον πούλο, Σον.Οι φρυγανιές είναι γέννημα μιας νοσηρής φαντασίας» αποφαίνεται κατηγορηματικά ο πατέρας, ο οποίος γίνεται έξαλλος όταν ανακαλύπτει πως ο μικρός του γιος δεν χρησιμοποίησε τα σωστά συστατικά, τα μόνα συστατικά που κάνουν την ιστορία πιστευτή στην αναπαράστασή της: το ψωμί του τοστ.

Σε αυτό το απόλυτα ψεύτικο σύμπαν η ακρίβεια και η αληθοφάνεια είναι το παν. Η πιστότητα στις λεπτομέρειες στηρίζει το οικοδόμημα των ψευδαισθήσεων. Η παραμικρή απόκλιση μπορεί να προκαλέσει κατάρρευση. Το παράλογο πρέπει από κάπου να κρατηθεί- από τα μικροπράγματα. Αν η μαμά Μορίν έφτιαχνε σάντουιτς με έναν συγκεκριμένο τρόπο, τότε και οι γιοι της, τώρα που αυτή δεν ζει πια, πρέπει να υιοθετούν απαρεγκλίτως την ίδια επιλογή υλικών.

Μπορεί ένα ψόφιο άλογο να σκοτώσει μια γυναίκα που διασχίζει μεθυσμένη ένα χωράφι; Μπορεί ένας ελαιοχρωματιστής να υποδυθεί με επιτυχία τον νευροχειρουργό; Μπορεί ένα διαμέρισμα στο Λονδίνο να έχει θέα στους κάμπους του ιρλανδικού Κορκ; Το παράλογο δεν έχει όρια. Αν ένας πατέρας μπορεί να εξαναγκάσει τους δύο γιους του να μείνουν για πάντα οκτάχρονα αγόρια, αν μπορεί να ξορκίσει τον έξω κόσμο στην ανυπαρξία, να νεκραναστήσει το παρελθόν και να φορά περούκες στα φαντάσματα, τότε όλα είναι δυνατά.

Εγκλημα και τιμωρία: το έγκλημα του πατρός, η τιμωρία των τέκνων. Σαν άλλες γκέισες που τους έδεσαν τα πέλματα για να μείνουν πάντοτε μικροσκοπικά, τα δύο παιδιά έμειναν συναισθηματικά σαβανωμένα για χρόνια. Στον μικρόκοσμο του διαμερίσματός τους ο χρόνος έχει συρρικνωθεί σε μία και μοναδική ημέρα, εκείνη την αποφράδα, πριν από 20 χρόνια στο Κορκ της Ιρλανδίας, όταν μια σειρά γεγονότα οδήγησαν τον πατέρα στο έγκλημα και στη φυγή των τριών για το Λονδίνο.

Πώς είναι να ζεις όλη σου τη ζωή την ίδια ημέρα; Αν δεν είναι τραγωδία, τότε σίγουρα είναι φάρσα. Την ίδια ακριβώς φάρσα την οποία βρίσκονται υποχρεωμένα τα δύο αγόρια, εικοσιπεντάρηδες πλέον, να επαναλαμβάνουν ασταμάτητα με τη μορφή θεατρικού έργου στην οδό Γουόλγορθ. Τρεις άνθρωποι για ένδεκα ρόλους. Το σενάριο απαράλλακτο, με ελαφρές προσθήκες που μόνο ο πατέρας-σκηνοθέτης επινοεί και εγκρίνει: η ανάμνηση της Ιρλανδίας πρέπει να διατηρηθεί ζωντανή πάση θυσία. Το Λονδίνο, ο «έξω κόσμος», είναι ο εχθρός που πρέπει να εξουδετερωθεί. Και η καλύτερη στρατηγική είναι η εσωστρέφεια- εντός των τειχών, κανένας δεν μπορεί να αγγίξει τους τρεις άνδρες: ανενόχλητοι ροβολάνε στα λιβάδια των αναμνήσεων, όταν όλα ήταν όμορφα και τα χέρια του πατέρα δεν είχαν ακόμη βαφτεί με αίμα. Η φάρσα αποδεικνύεται το πιο ταιριαστό είδος για τον ιδιότυπο αυτόν θίασο της ψυχαναγκαστικής νοσταλγίας. Εχει γρήγορους ρυθμούς, απαιτεί απόλυτη ακρίβεια στην εκτέλεση, επιφέρει σωματική εκτόνωση, είναι διασκεδαστική και συνεπώς δεν αφήνει περιθώρια για σκέψη και μελαγχολία. Ευνοεί την υπερβολή, την αυθαιρεσία, την ακρότητα, αφομοιώνει και εντάσσει με ευχέρεια στον κόσμο της το αλλόκοτο σε όλες τις εκδοχές του, ακόμη και τις πιο τερατώδεις.

Και φυσικά, σε δεύτερο επίπεδο, εξυπηρετεί απόλυτα τους σκοπούς του συγγραφέα: με το εύρημα της φάρσας ως περιτύλιγμα τραγωδίας ο Γουόλς εξορκίζει κάθε μελοδραματισμό. Ταυτόχρονα προετοιμάζει το έδαφος για την απελευθέρωση της επιθετικότητας, στοιχείου σύμφυτου με το είδος, καθώς στο φαρσικό περιβάλλον η ανάφλεξη και ο εκτροχιασμός είναι ανά πάσα στιγμή πιθανοί. Κάπου εδώ, όμως, στο πεδίο των ρυθμών και του τάιμινγκ, ο Γουόλς χάνει το παιχνίδι. Το έργο ως σύλληψη είναι εξαιρετικό και ο συγκινησιακός του πυρήνας απίστευτα φορτισμένος. Οταν αρχίζει να εκτυλίσσεται η παράσταση της οδού Γουόλγορθ, ο θεατής δυσκολεύεται να τοποθετηθεί απέναντι σε αυτό που βλέπει: τι ακριβώς κάνουν αυτοί οι τύποι με τις περούκες και τι σημαίνουν τα φέρετρα-μινιατούρες που κουβαλούν πέρα-δώθε; Είναι ηθοποιοί που κάνουν πρόβα ή μήπως μια ιδιότυπη σύναξη παρηκμασμένων κλόουν που βγάζουν τα απωθημένα τους;

Η συνειδητοποίηση της «πραγματικότητας» έρχεται σαν σοκ: ένας σύντομος διάλογος μεταξύ των δύο αδελφών κρυφά στην κουζίνα αποκαλύπτει (πρόωρα και άκομψα κατά τη γνώμη μου) την αλήθεια της κατάστασής τους. Από εκεί και μετά αρχίζουν τα προβλήματα: η εξαντλητική εξιστόρηση της πλοκής που χάνει τη φρεσκάδα της, η ανάγκη του συγγραφέα να συμπεριλάβει την παραμικρή λεπτομέρεια του δράματος, αλλά και η επιμονή του να εξηγηθούν πέρα από κάθε αμφιβολία τα κίνητρα του πατέρα, όλα αυτά επιφέρουν δραματουργικό ξεχείλωμα. Πόσο μάλλον όταν από το πρώτο μισάωρο έχουμε καταλάβει την πατροκτονική εξέλιξη των πραγμάτων.

Η παράσταση αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτή τη δυσχερή πορεία. Ο σκηνοθέτης αντιλαμβάνεται πλήρως τις διαστάσεις και τις προθέσεις και τις μεταφέρει επί σκηνής με ζωντάνια, κωμική ευφυΐα και αισθητική οξύνοια. Δεν καταφέρνει όμως να βρει λύσεις ενάντια στη χαλάρωση: γοργότεροι ρυθμοί, ένα εύρημα «fast forward» θα έσωζε ενδεχομένως την κατάσταση.

Πολύ καλή η δουλειά των νεότερων ηθοποιών: την παράνοια και τον φόβο του εγκλωβισμένου που υποψιάζεται μια άλλη ζωή αλλά αδυνατεί τελικά να την κατακτήσει αποδίδει ο Νίκος Γιαλελής, ενώ με τρομερή ευελιξία ανάμεσα στους θηλυκούς και στους αρσενικούς «ρόλους» του κινείται ο Θύμιος Κούκιος, ιδιαίτερη παρουσία που ξεχωρίζει συνολικά. Χαριτωμένη και εύστοχη η αθώα εισβολέας Ντέμπορα Οντόνγκ, συμπαθής ο Γιώργος Ζιόβας, αν και δεν εκπέμπει ικανοποιητικά το αίσθημα της απειλής ως πατέρας from hell.

Εξοχη, τέλος, η δουλειά της σκηνογράφου Μαγιούς Τρικεριώτη, η οποία δημιουργεί ένα προκάτ «τηλεοπτικό» τρίπτυχο κουζίνα- σαλόνι- κρεβατοκάμαρα σε στυλ αμερικανικού sitcom της δεκαετίας του ΄80, συνθέτοντας έναν κόσμο «φτηνό», πολύχρωμο αλλά και ανατριχιαστικό.

  • λουιζα αρκουμανεα | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009