«Εντα Γκάμπλερ» στο Αμφι-Θέατρο

  • Το χαμένο βιβλίο
  • Πολενάκης Λέανδρος, Η ΑΥΓΗ: 17/01/2010

«ΕΝΤΑ ΓΚΑΜΠΛΕΡ» ΣΤΟ «ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ» / ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΜΑΡΙΝΑ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ, ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΟΥΡΛΑΜΠΑΣ

Το κορυφαίο ίσως δράμα της λεγόμενης «αστικής περιόδου» του Ίψεν, η Έντα Γκάμπλερ, αρχίζει με μια σκηνή που θα ταίριαζε περισσότερο σε βουλεβάρτο: με συζυγικό καυγά για ένα γυναικείο καπέλο που βρέθηκε σε λάθος θέση, για ένα ζευγάρι αντρικές παντούφλες που εμφανίστηκαν σε λάθος στιγμή και για μια εκκρεμή διδακτορική διατριβή… «περί της οικιακής οικονομίας της Βραβάντης». Για να τελειώσει «παρά προσδοκίαν» ως αιματηρή τραγωδία με πυροβολισμούς και πτώματα.

«Έντα Γκάμπλερ» με το «Αμφι-θέατρο»

Ο καημός όμως του Ίψεν δεν έχει βέβαια σε τίποτε να κάνει με καπέλα, παντούφλες ή διατριβές γύρω από μια ασήμαντη επαρχία της μεσαιωνικής Ευρώπης. Αόρατος πρωταγωνιστής αυτού του αινιγματικού δράματος δεν είναι ούτε οι ανιαρές και σχολαστικές γραφές του υποψήφιου καθηγητή συζύγου της Γιόργκεν Τέσμαν, ούτε το πιστόλι του πατέρα της με το οποίο θα δώσει ανοικονόμητη απάντηση στις θεωρίες περί οικονομίας η Έντα, γράφοντας το δικό της τέλος.

Είναι το άλλο εκείνο σκοτεινό «αντικείμενο του πόθου» που διατρέχει από άκρη σε άκρη το έργο, το άλλο βιβλίο που θέλει να μιλήσει για το μέλλον, και που το γράφουν οι εκάστοτε Έιλερτ Λέβμποργκ, Δον Κιχώτες – ποιητές αυτού του κόσμου. Το χάνουν όμως μέσα σε μια βαλπούργια νύχτα οργίου και κραιπάλης, καθώς δίνεται αυτό βορά στις φλόγες του ανθρώπινου πάθους – λάθους… Αναλαμβάνουν τότε να το ανασυστήσουν μέσα από σπαράγματά του οι κατ’ εξοχήν αναρμόδιοι, πρακτικοί άνθρωποι «Γιόργκεν Τέσμαν» ή «Σάντσο Πάντσα» παντός καιρού…

Σήμερα ξέρουμε πια ότι ο Ίψεν θεωρούσε ως κύριο έργο του τις μεγάλες ποιητικές αλληγορικές επικές συνθέσεις των νεανικών του χρόνων του Μπραντ και ιδίως τον Πέερ Γκιντ, στις οποίες θέλησε να μιλήσει μια γλώσσα οικουμενική μέσα από τα δημοτικά τραγούδια και τις λαϊκές παραδόσεις του τόπου του. Να μιλήσει προφητικά για το μέλλον του ανθρώπου. Μπλέχτηκε όμως μοιραία στο πολιτικό ψευτοδίλημμα που ταλάνιζε τότε την κοινωνία της πατρίδας του, διχασμένης ανάμεσα στον στείρο αυτοχθονισμό και στην άνευ όρων αφομοίωση από την Ευρώπη.

Αρνούμενος να πάρει θέση υπέρ της μιας ή της άλλης παράταξης, επιχείρησε να πετύχει μια σύνθεση με το έργο του. Δεν έγινε πιστευτός στη χώρα του και αναγκάστηκε να εκπατρισθεί. Καθιερώθηκε στην Ευρώπη με τα μεγάλα αστικά του δράματα, που ο ίδιος όμως άδικα θεωρούσε «κατώτερα». Τα έβλεπε ως απόκλιση από τον αληθινό του προορισμό ή ως απλά σπαράγματα του ιδεατού «έργου» του. Κάτι σαν τα καλοχτισμένα κοσμικά σπίτια που έφτιαχνε ένας άλλος «στοιχειωμένος» ήρωάς του, ο Σόλνες, προδίδοντας την αρχική του κλίση στην οικοδόμηση ακλόνητων ναών…

Κατανοούμε ίσως πληρέστερα τώρα, με τη βοήθεια των πιο πάνω, τη βαθύτερη αυτοαναφορική φύση της Έντας Γκάμπλερ: ένα ποίημα σκηνικό πέραν του καλού και του κακού, μια σύγχρονη τραγωδία των ορίων της ελευθερίας και του προορισμού του ανθρώπου. Ο τρώσας και ιάσεται, καθώς παρακολουθούμε το κέντρο βάρους του έργου να μετατοπίζεται ανεπαισθήτως από τους ρόλους – προσωπεία ενός δράματος που παίζεται στη σκηνή, στο μέγα δράμα που παίζεται στον κόσμο. Στο «χαμένο βιβλίο» του, που ονομάζεται στο έργο «παιδί», και στο μεγάλο ανέφικτο για τα ανθρώπινα μέτρα, άγραφο ακόμη, ασύντακτο έργο – ποίημα…

Τα σπαραγμένα μέλη του οποίου ανασυγκολλούν τώρα σε κείμενο – σώμα οι πλέον αναρμόδιοι, οι εκπρόσωποι του πρακτικού πνεύματος των καιρών και μιας «επιστημονικής» αποδεικτικής λογικής. Ή αν θέλουμε, οι κατασκευαστές καλοχτισμένων και καλοζυγισμένων στα υλικά τους θεατρικών έργων! Ο απελπισμένος δαίμων της γραφής που στοίχειωνε τον Ίψεν στις μεγάλες επικές ποιητικές συνθέσεις του, υπάρχει όμως αυτούσιος και στα νατουραλιστικά δράματά του.

Είναι ακριβώς αυτός που τα κινεί, κρυμμένος πίσω από τους τοίχους και τα πατώματα του αστικού σπιτιού, προσμένοντας τη στιγμή να επέμβει εκδικητικά, χαλώντας τα σχέδια των ενοίκων του για μια ήσυχη, ακύμαντη νοικοκυρεμένη ζωή. Το έργο είναι το σπίτι. Η μαγεμένη «χώρα των ξωτικών» του Πέερ Γκιντ (που οφείλει πολλά στον Σαίξπηρ) ολόκληρη είναι εκεί. Απόκειται σε εμάς να διαβάσουμε το «χαμένο βιβλίο», να τη δούμε και να τη δείξουμε.

Σε μια δραστική θεατρική μετάφραση δική του, με έξοχα σκηνικά και κοστούμια του Πάτσα και με τη στοχαστική μουσική του Γιάννη Αναστασόπουλου, ο Σπύρος Ευαγγελάτος αποτύπωσε σαν έμπειρος μάστορας το οικοδόμημα του μετρημένου στη σύσταση και στα υλικά του, καλοχτισμένου, γερά θεμελιωμένου αστικού έργου – σπιτιού. Φτιάχνοντας μια μετρημένη, καλοζυγισμένη, καλοχτισμένη, στηριγμένη σε γερά θεμέλια, παράσταση… Χωρίς όμως να σπάσει το κέλυφός του, για να δούμε τι κρύβεται από πίσω.

Η νεότατη ταλαντούχα Μαρίνα Ασλάνογλου (Έντα) έδωσε με την εύπλαστη μάσκα του προσώπου της πειστική μορφή στους πειρασμούς μιας γυναίκας στην κρίσιμη ηλικά των τριάντα, που νιώθει να την πιέζει ασφυχτικά το σπίτι – κλοιός, χωρίς την αγάπη του άντρα. Ωστόσο δεν τη στήριξε η σκηνοθεσία για να βγάλει στην επιφάνεια την εξόριστη βασίλισσα των ξωτικών, τη νεράιδα του χιονιού που αγιάτρευτα νοσταλγεί τον γενέθλιο τόπο της. Ο Θανάσης Κουρλαμπάς σε στέρεη τεχνική βρήκε τα σωστά κλειδιά του ανέραστου, ψυχρού, αποστειρωμένου βιβλιομανούς «συζύγου» Τέσμαν.

Ο Λέβμποργκ του Παπαγιάννη σχεδιάστηκε και αποδόθηκε ως ένας τυχαίος καταραμένος, απόβλητος μποέμ καλλιτέχνης. Όπως π.χ. ο Στριντμπεργκικός «Μωρίς», από το: «Εγκλήματα και εγκλήματα» στην παλιότερη παράσταση του Ευαγγελάτου. Όχι ως ένας ξεστρατισμένος διανοούμενος Πέερ Γκιντ των σαλονιών! Ο Σωτήρης Τσακομίδης είναι ένας καίριος, ιψενικότατος κυνικός «Μπρακ». Η Μαριάνθη Κυρίου (Τεα) σχολιάζει άνετα στη σκηνή και η Πόπη Λυμπεροπούλου (Μπέρτε) ηθογραφεί με ακρίβεια. Η Όλγα Τουρνάκη (θεία) είναι σαν το παλιό καλό κρασί.

<!–

Το χαμένο βιβλίο

–>

Advertisements

Τένεσι Ουίλιαμς: Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι

Μια θεατρική αφήγηση που επιζητεί την ποιητική αναπνοή της
Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Τένεσι Ουίλιαμς: Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι, σκην.: Σπύρος Α. Ευαγγελάτος. Θέατρο: Αμφι-Θέατρο

Στην αγέραστη μετάφραση άσφαλτου θεατρικού κριτηρίου του Μάριου Πλωρίτη (στον οποίο αφιερώνεται και η παράσταση), ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος ανέβασε ως άγριο ρέκβιεμ το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» (1958) του Τένεσι Ουίλιαμς. Ο σκηνοθέτης διάβασε εδώ και μας μετέδωσε μια ποιητική παραφορά, βασισμένη στους δύο άξονες – παραπληρωματικούς μονολόγους του μακρού αυτού μονόπρακτου. Είδα τελευταία φορά το έργο το 1999 με την έξοχη Νέλλη Αγγελίδου σε μια σκληρή, ρεαλιστική παράσταση του Κοραή Δαμάτη, στο Εθνικό. Τώρα, ο Ευαγγελάτος ανύψωσε το έργο στην περιωπή της τραγωδίας, δημιουργώντας μια διαρκή ατμόσφαιρα απειλής αλλά και δισσών λόγων ανάμεσα στις δύο «λογικές» που κονταροχτυπιούνται, εκείνην της ηγεμονικής μάνας που κάλυπτε με χίλια τεχνάσματα την ομοφυλοφιλία του ήδη νεκρού γιου της Σεμπάστιαν και στην άλλη, την πραγματική, της εξαδέλφης του, που προσπάθησε μάταια να τον «σώσει» σ’ ένα κοινό ταξίδι τους, το οποίο κατέληξε στον σπαραγμό και στον διασυρμό του από αόριστες, εξωτικές ανδρικές μορφές. Ενώ το έργο, μέσα στην ακραία ποιητικότητά του, φιλοξενεί και αρκετά περί ζωής, χρόνου, αγάπης και μίσους αποφθέγματα, ο Ευαγγελάτος τα ενέταξε πλήρως στη δραματική υφή του όλου ως απαραίτητα στοιχεία του, δίπλα και μέσα στον λυρικό ιστό του. Παρά την αντιρεαλιστική επιλογή, η ενότητα της παράστασης αφομοίωσε ως ποιητική την απουσία δράσης, οι δε κεντρικοί ηθοποιοί διδάχτηκαν μιαν ανελέητη εμπόλεμη μουσική.

Θεωρώ τη σκηνογραφική εργασία του Γιώργου Πάτσα υποδειγματική. Αντί για τον τροπικό κήπο του νεκρού Σεμπάστιαν, ιχνογράφησε μια ψυχεδελική χλωρίδα που παρέπεμπε τόσο στον προβληματικό ψυχισμό εκείνου όσο και στην αμφισβητούμενη ισορροπία της εξαδέλφης του. Ενδιαμέσως, ύψωσε υπέροχες ανθοστήλες, ως μια ασφυκτικά πένθιμη συνοδεία–νοσηρό τοπίο στο οποίο κινήθηκαν οι ηθοποιοί, αβίαστα ντυμένοι σύμφωνα με το ήθος των ρόλων. Η μουσική του Γιάννη Αναστασόπουλου, κάπως προσδοκώμενη υπογράμμιση των πιο έντονων στιγμών.

Η επάνοδος της Κατερίνας Χέλμη (μητέρα κυρία Βέναμπλ) στο θέατρο, μιας ηθοποιού που τόσο εκτιμούσε ο Μίνως Βολανάκης, χώρισε την υπόκρισή της στα δυο: Στην αρχή βεβαίωσε μια ρομαντική, θλιμμένη, νοσταλγική μάνα και στη συνέχεια, σύμφωνα και με τη σκληροτράχηλη υποκριτική της φυσιογνωμία, πέρασε σ’ ένα ιοβόλο τέρας εκβιασμών, γεμάτο πείσμα, εκδίκηση, οδύνη, χωρίς να της λείψουν τραγικές κορυφώσεις. Θεωρώ την επιλογή της για τον ρόλο μια ηλεκτρική καρέκλα, πάνω στην οποία το κοινό «δοκιμάζεται» ασταμάτητα.

Μικρή το δέμας αλλά μεγάλη την ικανότητα απεδείχθη η Μαρίνα Ασλάνογλου. Κράτησε σε πολύ υψηλούς τόνους τον δεύτερο μονόλογο της εξαδέλφης Κάθρην, δεν λύγισε ούτε μια στιγμή μπροστά στην εξουθενωτική διάρκειά του, γέμισε τη σκηνή με πάθος και ειλικρίνεια, κρατώντας τον θεατή «δέσμιό» της. Αλλοτε εύθραυστη, άλλοτε «άρρωστη» κι άλλοτε εκρηκτική, μας δίνει πολλές υποσχέσεις για το θεατρικό της μέλλον.

Ο γιατρός Κούκροβιτς του Θανάση Κουρλαμπά έστησε μια πλήρη προσωπικότητα. Ηξερε όχι μόνο να ακούει αλλά και να ενωτίζεται, όχι μόνο να είναι νηφάλιος αλλά και αποφασιστικός, όταν έπρεπε. Σταθερός τόσο ως ακροατής όσο και ως συμμέτοχος, έχει νομίζω κερδίσει μια ζηλευτή σκηνική πείρα υπό τις πολυετείς οδηγίες του Ευαγγελάτου αλλά και με την ευαισθησία και τον μόχθο του.

Η ολοσχερής επιτυχία μιας παράστασης εξαρτάται, βέβαια, και από τους δεύτερους ρόλους, συμβατικά παιγμένους εδώ από τους Π. Λυμπεροπούλου, Ζ. Ρηγοπούλου, Μ. Κυρίου, Λ. Πολυχρόνη.

Πινακοθήκη κολασμένων

Το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», παρότι μονόπρακτο, περιέχει μια ολόκληρη πινακοθήκη κολασμένων ανθρώπων και εφιαλτικών συμπεριφορών, που ισχύουν και σήμερα. Συνοψίζει πλήθος ερωτημάτων περί τις ευνουχιστικές σχέσεις μάνας και γιου, περί την ιατρική δεοντολογία (επαπειλούμενη λοβοτομή της Κάθρην), περί τη φύση των ζώων, των φυτών, την ομοφυλοφιλία και μάλιστα στην αιμοβόρα, διονυσιακή έκφανσή της, καθώς και την καταστατική απόγνωση του Ουίλιαμς για τη σκοτεινή ανθρώπινη μοίρα, την ανθρωποφαγία μας, τον ακατάβλη το κοινωνικό μας κανιβαλισμό.

Συνοψίζει μοίρα απόγνωσης, τολμώ να πω σχεδόν θεωρία απόγνωσης, που τυχαίνει εν προκειμένω να είναι, όπως λέει ο Πωλ Βαλερύ, «κάποιο φροντισμένο απόσπασμα αυτοβιογραφίας». Βέβαια, με το (κινηματογραφικής καταγωγής) φινάλε της ερωτικής εξόδου του γιατρού και της εξαδέλφης, το έργο επιβαρύνεται με μια δόση «ορθόδοξου» μελό, αλλά ουσιαστικά διαθέτει τόσες άλλες αρετές και αναφορές…