Αλκηστις με όραμα

Η «Αλκηστις» που αποτελεί μια εξαιρετικά γοητευτική και ταυτόχρονα αινιγματική περίπτωση δράματος, ευτύχησε στο ανέβασμά της που υπέγραψε με όραμα ο Θωμάς Μοσχόπουλος και που υποστήριξαν υποκριτικά ικανοί πρωταγωνιστές στις καλύτερές τους επιδόσεις.

Η Μαρία Σκουλά στον ρόλο της ως Αλκηστις και ο Χρήστος Λούλης ως Αδμητος στη «δυνατή» παράσταση του Θωμά Μοσχόπουλου.

Η Μαρία Σκουλά στον ρόλο της ως Αλκηστις και ο Χρήστος Λούλης ως Αδμητος στη «δυνατή» παράσταση του Θωμά Μοσχόπουλου.

Ο Αδμητος, βασιλέας των Φερών, λόγω της ευσέβειάς του έχει δεχτεί ένα δώρο από τον θεό Απόλλωνα. Παρ’ ότι είναι η ώρα του να πεθάνει μπορεί να γλιτώσει από το γραφτό του εφόσον κάποιος άλλος δεχτεί να πεθάνει στη θέση του. Και ενώ μέχρι και οι γέροι γονείς του αρνούνται να πάρουν τη θέση του, η σύζυγός του Αλκηστις δέχεται να πεθάνει αντί γι’ αυτόν.

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος στην πολύ δυνατή αυτή παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου υπέγραψε την απόδοση και τη ζηλευτή σκηνοθεσία με αρωγούς τους την Ελλη Παπαγεωργακοπούλου -εξαιρετικά τα σκηνικά και τα κοστούμια της- τον Λευτέρη Παυλόπουλο -έξοχοι οι φωτισμοί του- τον Κορνήλιο Σελαμσή -θαυμάσιες οι μουσικές τους- τη Μάρθα Κλουκίνα -σωστή η διδασκαλία στην κίνηση- τους Μπινιαδάκη και Πούρφουρστ -είχαν τον σχεδιασμό του βίντεο.

Η Μαρία Σκουλά «ντύθηκε» με συνέπεια, ακρίβεια και σθένος την Αλκηστη, ο Χρήστος Λούλης ερμήνευσε με κύρος τον Αδμητο αποδεικνύοντας πως ωριμάζει υποκριτικά και πλάι τους πολύ καλοί ήταν ο Αργύρης Ξάφης στον Ηρακλή του, η Μαρία Πρωτόπαππα στη Θεράπαινά της, ο Κώστας Μπερικόπουλος στον Φέρη του και ο Σωκράτης Πατσίκας στον υπηρέτη του.

Ουσιαστική ήταν και η συμβολή των Ιωάννας Παππά, Αννας Καλαϊτζίδου, Ηλιάννας Γαϊτάνη, Θάνου Τοκάκη, Ηλία Παναγιωτακόπουλου, Χρήστου Νικολάου, Ελίνας Μάλαμα, Δάφνης Δαυίδ, Βαγγέλη Τελώνη, Λευτέρη Βασιλάκη, Αγγελου Τριανταφύλλου, Αριάν Λαμπέντ και Βαγγέλη Χατζηνικολάου. Θαυμάσια ήταν όμως και τα παιδιά Αλέξανδρος Βουτυράς, Δανάη Κουσούρη, Περικλής Καλούμενος και Βασιλική Καλούμενου.

  • ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΟΥΖΙΩΤΗΣ, ΕΘΝΟΣ, 30/09/2009

Κωμωδία με θανατηφόρο τέλος

  • Μια πινελιά εξ ανατολής στο αιγυπτιακών «προδιαγραφών» κοστούμι και στυλιζάρισμα του Άδμητου στην παράσταση της «Άλκηστης» σε σκηνοθεσία Θ. Μοσχόπουλου

  • Της Ιωάννας Νταβαρίνου
  • Η ΑΥΓΗ: 25/09/2009

Έργο αινιγματικό, αμφίσημο, ερμητικό και συνάμα ανοιχτό σε πλείστες αναγνώσεις, η Άλκηστις του Ευριπίδη θεωρείται, όχι άδικα, ένα από τα πιο γοητευτικά έργα της αρχαίας δραματουργίας. Ο βασιλιάς των Φερών Άδμητος γλιτώνει προσωρινά τον θάνατο εκμεταλλευόμενος τον επιπλέον χρόνο ζωής που του προσέφερε ο Απόλλων ως δώρο. Μοναδική προϋπόθεση για να σωθεί είναι να βρει κάποιον που θα πάρει τη θέση του στον Άδη. Και ενώ κανείς δεν θέλει να αναλάβει τη μακάβρια αποστολή -ούτε καν οι γέροι γονείς του- προσφέρεται η γυναίκα του, η Άλκηστη.

Η καταλυτική για την εξέλιξη του έργου παρουσία του Ηρακλή διαμορφώνει το τέλος, όταν ο γιος του Δία νικά τον θάνατο και κερδίζει την Άλκηστη. Η επιστροφή της ηρωίδας, ως «άγνωστης» γυναίκας με πρόσωπο καλυμμένο με πέπλο, γίνεται αφορμή για να εκτυλιχθεί μια από τις πιο διφορούμενες σκηνές του θεάτρου:«Δεν θα το αρνηθώ πως είμαι ευτυχισμένος», είναι τα τελευταία λόγια του Άδμητου.

Η Άλκηστις σαν κείμενο φέρει ως τροχοπέδη το βάρος των αντικρουόμενων θεωρητικών προσεγγίσεων. Από τη μια όσοι την κατατάσσουν ανυπερθέτως στην κατηγορία της τραγικωμωδίας, λόγω των «νοθευμένων» συστατικών της (π.χ. η κωμική σκηνή Άδμητου-Φέρη). Από την άλλη, οι μελετητές που εστιάζουν στον τραγικό πυρήνα του έργου, στην επιστροφή της ηρωίδας από τον τάφο. Η Άλκηστη δεν θα είναι ποτέ η ίδια, κουβαλάει κάτι από το ψύχος των αγαλμάτων, παραμένοντας αμίλητη για τρεις μέρες.

Όπως επισημαίνει ο Kott, η Άλκηστη μπορεί να διαβαστεί διττά: «είτε σαν τραγωδία με μια κοροϊδευτική ανάσταση ή σαν κωμωδία που καταλήγει σε έναν θανατηφόρο γάμο». Στην περίπτωση της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου, η σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου ακολούθησε τη δεύτερη οδό, στηριζόμενη σε επιλογές που ευνόησαν την ειρωνική ματιά. Ο σκηνικός χώρος διακρινόταν ξεκάθαρα σε λογείο και ορχήστρα, που ενώνονταν με σκάλα. Η εικαστική πρόταση και η κινησιολογία της παράστασης δανείστηκαν στοιχεία από τις φιγούρες των μελανόμορφων αγγείων της κλασικής περιόδου, ενώ δεν έλειψε μια πινελιά εξ ανατολής στο αιγυπτιακών «προδιαγραφών» κοστούμι και στυλιζάρισμα του Άδμητου.

Μέχρι τον επί σκηνής θάνατο της ηρωίδας, η σκόπιμα «τεχνητή» αναπαράσταση των ηρώων όξυνε τις ειρωνικές αιχμές, δημιουργώντας κωμικά εφέ. Ειδικότερα στον αποχαιρετισμό-παρωδία των δυο συζύγων, η συνδρομή της ζωντανής μουσικής συνέβαλε στη δημιουργία ενός αιρετικού «liebestod», που είχε την ελαφρότητα των ντουέτων των μιούζικάλ. Η διαρκής αντίστιξη ανάμεσα στους ήρωες και στο χορό καταλύεται, αφενός με την εμφάνιση του Ηρακλή (απολαυστικός ο Αργύρης Ξάφης), που διαπερνά με χαρακτηριστική άνεση τα σύνορα των δυο κόσμων, κυρίως όμως, με την κάθοδο του Άδμητου στο επίπεδο του χορού (ορχήστρα).

Ο Άδμητος (εδώ, πολύ διαφοροποιημένος ερμηνευτικά ο Χρήστος Λούλης) συνειδητοποιεί τα όρια της νέας του ταυτότητας μέσα από την απώλεια και υποτάσσεται αμετάκλητα στο ζυγό της ανάγκης, σπρώχνοντας το άροτρο (;) που όργωνε κυκλικά την ορχήστρα, ενώ ο λόγος περί παντοδυναμίας της ανάγκης ακούγεται απόλυτα φυσικά από το στόμα του χορού.

Ενστάσεις; Ναι. Κυρίως όσον αφορά τον χορό και την οπερατική εκτέλεση συγκεκριμένων χορικών, σε συνδυασμό με τη μονότονη εκφορά των κορυφαίων, ειδικά όταν η φωνή δεν έφτανε. Αλλά και η κίνηση του χορού ξένιζε σε κάποιες περιπτώσεις. Ενδεικτικά το τρίτο στάσιμο, η παρουσίαση της ειδυλλιακής θεσσαλικής φύσης μέσα από μια παιδιάστικη χορογραφία μπαλέτου ήταν μάλλον ατυχής ως ιδέα. Η σταθερά υπονομευτική γλώσσα της σκηνοθεσίας έλαμψε και στο τέλος, αφήνοντας τον θεατή να κοιτάξει για λίγο από τη χαραμάδα, να μπει στα δώματα του παλατιού, να σκεφτεί για λίγο το αστάθμητο «μετά»…

  • ΑΛΚΗΣΤΗ του Ευριπίδη. Απόδοση – σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος, σκηνικά – κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου, μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής. Ερμηνεύουν: Μαρία Σκουλά, Χρήστος Λούλης, Αργύρης Ξάφης, Μαρία Πρωτόπαππα, Κώστας Μπερικόπουλος, Σωκράτης Πατσίκας, Αριάν Λαμπέντ.

<!–

Κωμωδία με θανατηφόρο τέλος

–>

Εντιμη προσπάθεια λύσης γρίφου

  • Η σύζυγος Αλκηστις θυσιάζει(;) τη ζωή της και αμείβεται(;) με νέα ζωή
  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η Καθημερινή, 20/09/2009
  • Ευριπίδης Αλκηστις, σκην.: Θωμάς Μοσχόπουλος. Θέατρο: Εθνικό (στην Επίδαυρο)

Η «Αλκηστις», όντας το αρχαιότερο παραδεδομένο έργο του Ευριπίδη (438 π.Χ.), είναι σαφώς και το πιο προβληματικό. Ακούραστοι οι μελετητές δεν έχουν πάψει να κομίζουν αντικρουόμενες ερμηνείες ως προς την υφή και τη φιλολογική του κατάταξη. Είναι πράγματι σατυρικό δράμα, όπως το θέλει (τέταρτο ύστερα από χαμένη τριλογία) η ιστορική σειρά ανεύρεσής του; Είναι κωμωδία όταν αμιγώς κωμικό πρόσωπο εδώ είναι μόνο ο Ηρακλής; Είναι τραγωδία, έστω παίζουσα, έστω αισίου τέλους, αν όντως το κλειδί της το δίνει ο λυρισμός των Χορικών ή η μοίρα της Αλκηστης ή ακόμη και η αντίθεση Απόλλωνος και Θανάτου, ήδη από τον πρόλογο; Το έργο δεν συγκεντρώνει τα στοιχεία που θα οργάνωναν μια πλήρη καταφατική απάντηση ως προς οποιαδήποτε εκδοχή.

  • Αντιφάσεις

Αντιθέτως, φιλοξενεί πλήθος αντιφάσεων. Βέβαια, ο μύθος της γυναίκας που θυσιάζεται για να σωθεί ο άντρας της και επιστρέφει από τα βασίλεια του Αδη με την επέμβαση ενός δικαιοκρίτη είναι γνωστός σε πολλούς λαούς. Με άλλο ένδυμα, μάλιστα, επιβιώνει, ας μην ξεχνάμε, και στο δημοτικό μας τραγούδι. Αλλά κάθε μύθος που περνάει στην τέχνη, προσαρμοσμένος είναι φυσικό να πληρώνει το κόστος ποικίλων εσωτερικών παραφωνιών. Γιατί να μη συνέβη το ίδιο και στον Ευριπίδη; Εμπλουτίζοντας τον μυθικό καμβά μετά τον Φρύνιχο, ίσως αρχικά έγραψε την «Αλκηστη» θέλοντας να καυτηριάσει την άδικη μοίρα της γυναίκας που πρέπει ακόμη και με θυσία της ζωής της να υποστηρίξει την εξ αρρενογονίας διαδοχή της βασιλείας.

Στη συνέχεια, όμως, η πλοκή υφίσταται μια διαχείριση που δείχνει πως ο από σκηνής φιλόσοφος αποφάσισε να ενδώσει σε λογής πειραματισμούς, οι οποίοι θα εμφανιστούν εξελιγμένοι στα κατοπινά έργα του. Ενδίδει επίσης και στον πειραματισμό μιας ρητορικής «δισσών λόγων», που όμως συχνά αποπροσανατολίζουν την πορεία του «δράματος» και συσκοτίζουν το ήθος των χαρακτήρων (Φέρης, Αδμητος). Θα ήταν, επιτέλους, ανομία ύστερα απ’ όλα αυτά, να υποστηρίξει κανείς ότι και σαν παλιότερο, το έργο αυτό είναι πεποικιλμένα άτεχνο και καταληκτικά «αναποφάσιστο»; Ετσι, με τα στοιχεία του «σπουδαίου» και του «φαύλου» πολυμήχανα αλλά και συγκεχυμένα, η «Αλκηστις» παραμένει πεισματικά γριφώδης, χορηγώντας ολισθηρή άδεια στους σκηνοθέτες για ποικίλες ερμηνείες. Συνεπέστερες θεωρώ την παρωδία του Ευαγγελάτου (1975), τη μεταφυσικά χριστιανίζουσα τραγωδία του Αρμάου (1981) και το καλλιεπές παραμυθόδραμα της Κονιόρδου με τις κούκλες (1995).

Πρέπει να ομολογηθεί ότι η προσέγγιση του Θωμά Μοσχόπουλου στην «Αλκηστη» υπήρξε άνιση αλλά ενδιαφέρουσα, πειραματική αλλά νόμιμη και ιδίως καλοδουλεμένη. Ο σκηνοθέτης μοιάζει να αποφάσισε δύο διαφορετικά ύφη: στο πρώτο μέρος, εικαστικότερο και κάπως βαρετό, είδαμε μια σκώπτουσα το υλικό όπερα με κωμικές στίξεις. Στο δεύτερο η δράση κατέβηκε απ’ το λογείο-παλάτι και πλησίασε με δραματικότερη αμεσότητα τον θεατή. Ολο το σχέδιο της παράστασης τροχιοδρομήθηκε πάνω στην απόδοση (όχι μετάφραση) του σκηνοθέτη, που ενώ κατάφερε σε ικανό βαθμό φυσικά και ρέοντα ελληνικά, συχνά «στριμωχνόταν» στην ανέμπνευστη μινιμαλιστική μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή, υπεύθυνη και για την σχεδόν πλήρη έλλειψη επικοινωνίας μας με τα Χορικά, που εκτελέστηκαν οπερατικά από τον σύγχρονα πενθηφορούντα Χορό επί χοϊκής τερρακότας. Η γλώσσα όμως του κ. Μοσχόπουλου δημιούργησε, σύμφωνα και με τον εικαζόμενο διφυή χαρακτήρα του έργου, αρκετές αιφνίδιες και ευχάριστες κωμικές νησίδες, όχι όλες καλαίσθητες. Τις καλύτερες απ’ αυτές ανέδειξαν ιδίως ο Κώστας Μπερικόπουλος-Φέρης και στην πρώτη του εμφάνιση ο Ηρακλής του Αργύρη Ξάφη. Ο «ερυθρόμορφα» ντυμένος πληθυσμός του υπερυψωμένου λογείου (Ελλη Παπαγεωργακοπούλου) συνοδεύτηκε από στάσεις και δείξεις σαν λίγο αιγυπτιακού ύφους, ενώ αντίθετα τα ακίνητα tableaux vivants έδιναν τη ραδινή αίσθηση των αρχαίων ελληνικών γλυπτών.

  • Ρόλοι

Το βίντεο Απόλλωνος-Θανάτου, κακό ως εκτέλεση, επέφερε σύγχυση στο αρχικό αυτό θέμα. Η κατά την οδηγία «απόμακρη» θεράπαινα της Μαρίας Πρωτόπαππα και η όλη σκηνοθετική σύλληψη ως προς την Αλκηστη (Μαρία Σκουλά), άφησαν μάλλον έξω από μια ρητή κρίση, χωρίς να φταίνε, τις δύο καλές ηθοποιούς. Αξιοπρεπής, κάπως φοβισμένη η πρώτη εμφάνιση του Σωκράτη Πατσίκα στον ανοιχτό χώρο (υπηρέτης). Ο Χρήστος Λούλης έλαμψε τόσο στο ειρωνικό πρώτο μέρος του Αδμητου όσο και στο δραματικό δεύτερο. Η κίνηση της παράστασης ήταν προσεγμένη και χαρακτηριστική της εκάστοτε περίστασης, αλλά εκείνη του Χορού με τις ανατρεπόμενες καρέκλες αμήχανη μέσα στις ισχνές, σαν σπασμωδικές, «εμπνεύσεις» της (Μάρθα Κλουκίνα).

Κάτι σάλεψε, έστω συζητήσιμο, κάτι έγινε εδώ, με συγκροτημένη σκέψη και πολύ μόχθο. Μπορεί να διαφωνούμε σε ορισμένα αλλά σεβόμαστε το σύνολο.

«ΑΛΚΗΣΤΙΣ» του Ευριπίδη στην Επίδαυρο από το Εθνικό Θέατρο

  • ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ: Η «ΑΛΚΗΣΤΙΣ» ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΩΜΑ ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟ, ΕΝΑ ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΕΙΡΩΝΕΙΑΣ
  • Ο θάνατός σου η ζωή μου

  • «ΑΛΚΗΣΤΙΣ» του Ευριπίδη στην Επίδαυρο από το Εθνικό Θέατρο
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Η Αρτεμις τιμωρεί το βασιλιά Αδμητο με θάνατο γιατί παρέλειψε μια θυσία, όμως του επιτρέπει να ζήσει εάν κάποιος άλλος πάρει τη θέση του.

Θα μπορούσε να ήταν μέρος μιας χοροθεατρικής δουλειάς: ήταν όμως τα συμπλέγματα με τα οποία αναβίωναν γνωστές σκηνές από επιτύμβιες στήλες, ο βαμμένος στο χρώμα της τερακότας Αδμητος - Χρήστος Λούλης και η πάλλευκη Αλκηστη-Μαρία Σκουλά

Θα μπορούσε να ήταν μέρος μιας χοροθεατρικής δουλειάς: ήταν όμως τα συμπλέγματα με τα οποία αναβίωναν γνωστές σκηνές από επιτύμβιες στήλες, ο βαμμένος στο χρώμα της τερακότας Αδμητος – Χρήστος Λούλης και η πάλλευκη Αλκηστη-Μαρία Σκουλά

Οι φίλοι ούτε να το σκεφτούν, το ίδιο και οι υπέργηροι γονείς του. Ετσι προσφέρεται η γυναίκα του Αλκηστις («τι να την κάνω τη ζωή χωρίς εσένα;»), με όρο την αιώνια πίστη του. Οταν ο Ηρακλής πληροφορείται τη θυσία, αποσπά την Αλκηστη από το Θάνατο και την επαναφέρει στο παλάτι. Ο Αδμητος γοητεύεται από τη μυστηριώδη ύπαρξη και ζορίζεται τα μάλα με τον όρκο πίστης στη νεκρή, μέχρι ο Ηρακλής να τραβήξει το πέπλο…

Μήτε τραγωδία μήτε κωμωδία, η «Αλκηστις» είναι έργο πρωτόγνωρα διφορούμενο για την εποχή του, από έναν πρόδρομο της υπαρξιακής αυτογνωσίας που, κατά κάποιους μελετητές, έκλεινε το μάτι στους νεωτεριστές φίλους του, κρατώντας μια προσποιητή πίστη σε θεούς και θαύματα για τον αθηναϊκό όχλο. Σε αυτό το παλαιότερο σωζόμενο έργο του ο Ευριπίδης καταπιάνεται με την ψυχολογική ερμηνεία της θυσίας σχεδόν με όρους κυνικού μοντερνισμού. Ολοι την κοπανούν από το φρικτό κάλεσμα, ακόμη και οι γεννήτορες. Γέροι, νέοι, θεοί έχουν ίσο κόλλημα με τη ζωή. Ηρακλής στον Αδμητο: «Πίνε και κάνα ποτηράκι κάπου κάπου!»

Με πέπλο στο πρόσωπο και βουβή επανεμφανίζεται στην Ορχήστρα η Αλκηστη-Μαρία Σκουλά: ο Ηρακλής νίκησε τον Αδη και την ξανάφερε στη ζωή

Με πέπλο στο πρόσωπο και βουβή επανεμφανίζεται στην Ορχήστρα η Αλκηστη-Μαρία Σκουλά: ο Ηρακλής νίκησε τον Αδη και την ξανάφερε στη ζωή

Υπό το πρίσμα μιας ρεαλιστικής ευριπίδειας αντίληψης της ανθρώπινης εγωπάθειας και ενός ύμνου στη ζωή η αυτοθυσία της Αλκηστης είναι ένα αίνιγμα. Θάνατος από έρωτα; Πράξη γυναικείας αυταπάρνησης, όμως ύποπτης ακεραιότητας, καθώς εγκαταλείπονται παιδιά χάριν ενός δειλού συζύγου; Ή ηδονιστική επιλογή ηθικής ανωτερότητας που καθιστά τη μάρτυρα αλησμόνητη σε άνδρα και παιδιά; («Είχες την καλύτερη γυναίκα, παιδιά μου είχατε την καλύτερη μητέρα»).

Είναι εκπληκτικό πώς ο Θωμάς Μοσχόπουλος (απόδοση-σκηνοθεσία) καταφέρνει να αφηγηθεί αυτή την αρχαϊκή ιστορία τράμπας ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους, ζωή και θάνατο, μεταφράζοντας την αμφισημία της σε ένα μαεστρικό πορτρέτο της ανθρώπινης φύσης. Σε μια ορχήστρα στρωμένη κόκκινη χοντρόκοκκη άμμο, με μιαν ογκώδη διακεκομμένη οθόνη στο βάθος ψηλά για τα κοντινά πλάνα της Αλκηστης και τις εισόδους-εξόδους των παλατιανών (σκηνικά-κοστούμια Ελλη Παπαγεωργακοπούλου), ιλαρά μπρα ντε φερ έκπαγλης ιδιοτέλειας ακροζυγίζονται με καταστάσεις πικρής αυτογνωσίας, αρχαιοπρεπείς εικόνες και συμπεριφορές με την ωμότητα ανθρώπινης μικροψυχίας (κίνηση Μάρθα Κλουκίνα).

Η παράσταση είναι η ίδια ένα δοκίμιο πάνω στην τέχνη της ειρωνείας, με κορυφαίο αγωγό τον Χρήστο Λούλη-Αδμητο. Εναν ημίγυμνο νάρκισσο, που υποδύεται μεθοδικά συντριβή σε πόζες αρχαιοελληνικών αγγείων μέχρι την οδυνηρή αφύπνισή του.

Πάλλευκη, ολομέταξη οπτασία, η Αλκηστις της Μαρίας Σκουλά είναι σχεδόν μια άμεμπτη περσόνα, εάν ο Ευριπίδης δεν την τορπίλιζε με ανθρώπινες αδυναμίες («Εγώ πεθαίνω για χάρη σου κι ας μην ήταν η ώρα μου…»).

Τη φίνα χορογραφία της υποκρισίας διαταράσσουν ο Ηρακλής-Αργύρης Ξάφης -χοντροκομμένη μακαριότητα σε βρώμικη στολή σαφάρι, σακίδιο, πλαστικό ρόπαλο- και ο σκυλοκαβγάς πατέρα/γιου, με έναν έξοχο Κώστα Μπερικόπουλο. Προβεβλημένος αλλά ασαφής είναι ο 13μελής Χορός, που οργώνει τα χαλίκια σε σύγχρονα ενδύματα κομψού πένθους (τα τακούνια, ένα πρόβλημα), τραγουδώντας μετρίως ή πολύ καλά (δύο τενόροι ανάμεσά του) αφήνοντάς μας μια γεύση αμηχανίας.

Ανάμεσα στην ανόρεχτη συντήρηση κλασικών και στα νεωτερικά ξεθεμελιώματα ο Θωμάς Μοσχόπουλος, με την ψυχωμένη ομάδα του της ζηλευτής χημείας, συνέλαβε μια «όπερα» με ζωντανή ορχήστρα (συνθέτης Κορνήλιος Σελαμσής) cool, ευφυή, παιγνιώδη, με κλίση στην παρωδία. Η Αλκηστις παρέχει τα περιθώρια. *

Η «Αλκηστη» των αντιθέσεων

  • Θερμά χειροκροτήματα επεφύλαξαν οι θεατές της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου προχθές Παρασκευή

φωτογραφιες: ελινα γιουνανλη.

Μέλη του Χορού κάτω και πίσω τους ο Αδμητος (Χρήστος Λούλης)

Κέρδισε και με το παραπάνω το στοίχημα της Επιδαύρου ο Θωμάς Μοσχόπουλος, με το κοινό να καταχειροκροτεί εκστασιασμένο προχθές Παρασκευή την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα στο αρχαίο θέατρο. Η «Αλκηστις» του Ευριπίδη, μια παραγωγή του Εθνικού και μια παράσταση που γοήτευσε τους θεατές από το πρώτο ως το τελευταίο της δευτερόλεπτο, θύμιζε ένα παζλ εκατομμυρίων κομματιών, που όλα μπαίνουν στη θέση τους, κανένα δεν χάνει τον δρόμο του. Ακροβατώντας αριστοτεχνικά από την κωμωδία στην τραγωδία- ο ίδιος ο συγγραφέας άλλωστε είχε βαπτίσει το έργο του «τραγικωμωδία» μη μπορώντας και μη θέλοντας να την εντάξει σε κανένα από τα υπάρχοντα είδη. Με έναν θίασο τόσο καλοδουλεμένο που ανέδειξε τη μαγεία της συντροφιάς και όχι της κλίκας. Με μουσική που σε παρασύρει στα μονοπάτια του μιούζικαλ για να σε στείλει απροσδόκητα σε αυτά της όπερας (Κορνήλιος Σελαμσής). Με χορογραφίες ακριβείς όσο και οι κινήσεις πάνω σε σκακιέρα για παίκτες επιπέδου Κασπάροφ (Μάρθα Κλουκίνα). Αλλά και με εξαιρετικούς φωτισμούς (Λευτέρης Παυλόπουλος) και βίντεο (Σεμπάστιαν Πούρφουρστ, Νάνσυ Μπινιαδάκη) που σε έκαναν να νομίζεις ότι παρακολουθείς μια ταινία τόσο σκοτεινή που ούτε ο Ντέιβιντ Λιντς δεν έχει σκεφτεί ακόμη, όσοι παρευρέθηκαν στο θέατρο του Πολυκλείτου επιδοκίμασαν σε αυτή τη δουλειά και ένιωσαν ευλογημένοι από το… Δωδεκάθεο. Ανάμεσα στους εκπροσώπους του θεατρικού και καλλιτεχνικού χώρου οι Λ. Βογιατζής, Διαγόρας Χρονόπουλος, Ξένια Καλογεροπούλου, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Ι. Χουβαρδάς, η Ελένη Καραΐνδρου, ο Α. Αντύπας κ.ά.

Κάπως έτσι αρχίζουν όλα: ο ήχος της καρδιάς. Σχεδόν εκκωφαντικός. Σαν να τον έκλεψε κάποιος από υπέρηχο μωρού που δεν ξέρει ακόμη αν αξίζει τον κόπο να γεννηθεί. Στο κέντρο της έπαυλης που βρίσκεται υπερυψωμένη χάρη στη διαγώνια σκάλα η Αλκηστις (Μαρία Σκουλά). Φορώντας λευκό φόρεμα και κάνοντας μαύρες σκέψεις. Βρίσκεται ανάμεσα στη συρόμενη πόρτα που έχει ανοίξει ίσα ίσα για να χωρέσει τη λεπτή, ασθενική φιγούρα της. «Ο άντρας μου… ο Αδμητος…» ξεστομίζουν τα χείλη της και πολλαπλασιάζουν οι οθόνες. Σαν ιατρικό ανακοινωθέν, σαν χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Να σου λοιπόν και ο ίδιος, αυτοπροσώπως: ένας τρομακτικός, μαυροντυμένος τύπος, που δεν απέχει πολύ από την εικόνα του δολοφόνου στο θρίλερ «Scream». Η Αλκηστις αποφασίζει να πεθάνει στη θέση του άντρα της. Να θυσιαστεί. «Οταν πεθαίνουν οι νέοι, κερδίζω πιο πολλά» είναι το ανατριχιαστικό επιχείρημα του Χάρου. Και η γυναίκα αρχίζει να τρεμοπαίζει μέσα σε αυτή τη γρίλια που θυμίζει τάφο. Μνήμες από το σκοτάδι της μήτρας και προεπισκόπηση από εκείνο του θανάτου. Και ακόμη δεν έχουμε δει τίποτε. Η παράσταση έχει μόλις αρχίσει.

Η αγαλματένια Αλκηστις (Μαρία Σκουλά) και ο αναποφάσιστος Αδμητος (Χρήστος Λούλης). Τα κοστούμια της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου ήταν ένα ακόμη από τα δυνατά χαρτιά της παράστασης

Με αυτή την αμφισημία λοιπόν της ανθρώπινης φύσης έπαιξε και ο ίδιος ο Ευριπίδης. Και από εκεί που το έργο του, γραμμένο το 438 π.Χ. (λίγο μετά τα εγκαίνια του Παρθενώνα και λίγο πριν από το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού πολέμου) σε κλειδώνει στα πιο μαύρα δωμάτια του μυαλού σου, ξαφνικά σε λυτρώνει με χιούμορ απογειωτικό και μακάβριο. Ο Θωμάς Μοσχόπουλος, υπογράφοντας και την απόδοση του κειμένου, ακολούθησε τις «οδηγίες» του μεγάλου τραγικού κατά γράμμα, δίνοντάς μας την αίσθηση ότι ετοίμαζε αυτό το έργο σε όλη του τη ζωή ή ότι αυτό το έργο είναι όλη του η ζωή. «Κλαίμε στους γάμους και γελάμε στις κηδείες» λέει ο σοφός λαός. Και ο ακόμη σοφότερος Ευριπίδης έδωσε γυναικείο όνομα στην τάση μας αυτή: Αλκηστις.

«Μακάρι να είχαν όλοι οι γάμοι τέτοια τύχη» αναφωνεί ο πατέρας του Αδμήτου Φέρης (Κώστας Μπερικόπουλος), με το λείψανο της Αλκηστης στο φόντο να προμηνύει την κηδεία της. Στα λόγια του γέροντα που με τόση φυσικότητα λέει ότι η ζωή είναι γλυκιά ακόμη κι αν είσαι Μαθουσάλας και σιγά να μη θυσιαστεί για κάποιον νεότερο, ξέσπασαν σε γέλια ακόμη και οι θεατές που ως τότε καταπιέζονταν από το δόγμα ότι τα χαχανητά δεν ταιριάζουν στον Ευριπίδη. Στην περίπτωση αυτή όμως υβρις θα ήταν να μη γελάσεις.

Είδαμε τον Αδμητο (Χρήστος Λούλης) να περπατά προφίλ ως άλλος χαζούλης Αιγύπτιος, βγαλμένος από ιστορία του Αστερίξ. Και όταν ακολουθούσε καταβεβλημένος τη νεκρική πομπή της γυναίκας του, έφτανε μια καρτουνίστικη κίνηση του χεριού του για να αποδομήσει το βαρύ πένθος. Τον είδαμε όμως και να σπάει σε χίλια κομμάτια, ακολουθώντας το αλέτρι που «όργωνε» την κυκλική σκηνή με τη φορά του ρολογιού. Ως άλλος Οβελίξ, ο μισομεθυσμένος Ηρακλής (Αργύρης Ξάφης) κουβαλώντας προβιά λούτρινου λιονταριού από περασμένα μεγαλεία, κανιβάλιζε τη σοβαροφάνεια του θρήνου. Είναι όμως εκείνος που περνάει το ωραιότερο μήνυμα απ΄ όλα: «αφού είσαι θνητός, να κάνεις θνητές σκέψεις». Και αποφασίζει με τη σιγουριά του ημίθεου να τα βάλει με τον ίδιο τον Χάρο και να επιστρέψει την Αλκηστη στον σύζυγό της. «Αλκήστιδος αναβίωσις», η αρχαία παροιμία για τα αδύνατα που γίνονται δυνατά.

Εξαιρετικός και ο Χορός, άντρες και γυναίκες ντυμένοι με κομψά μαύρα, αποτέλεσαν ζωτικό και όχι διακοσμητικό στοιχείο της παράστασης. Κρατώντας μετρονόμους, έδωσαν άριστο ρυθμό, ορίζοντας την αρχή των πάντων, ή την αρχή του τέλους. Τη στιγμή κατά την οποία τους είδαμε σαν καλοκουρδισμένες σκιές να σχηματίζουν με τα σώματά τους αέτωμα αρχαίου ναού μείναμε με το στόμα ανοιχτό.

Η Αλκηστις πέθανε από φυσικά αίτια: την αγάπη. Ετσι δεν θα σκέφτονταν οι ρομαντικοί; «Δεν υπάρχουν τέτοιοι έρωτες στην εποχή μας, όλοι κοιτάμε τον εαυτό μας. Αυτά συμβαίνουν μόνο στις τραγωδίες. Αντε, και στο σινεμά». Μέσα στις αγαλματένιες πτυχώσεις του φορέματός της που τόσο απλά μετατράπηκε σε σάβανο θυσιάστηκε ως λευκή βασίλισσα για να σώσει τον αδέξιο και αναποφάσιστο βασιλιά. Που ούτε μπρος μπορεί να πάει ούτε πίσω. Η αυταπάρνησή της είχε μείνει παροιμιώδης, από τότε που οι Ελληνες φορούσαν χλαμύδα: «Αλκήστιδος ανδρεία» η αρχαία έκφραση που δήλωνε υπομονή και καρτερικότητα. Η Αλκηστις δεν έκανε ό,τι έκανε από υποταγή, αλλά από επίγνωση της ανωτερότητάς της. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Αδμητος έμεινε στη μυθολογία ως ο σύζυγος της Αλκηστης. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο.

Στενοί συνεργάτες ως το τέλος, Ευριπίδης και Μοσχόπουλος ξεμπροστιάζουν τα υπερεκτιμημένα χάπι εντ. Η Αλκηστις επέστρεψε ζωντανή στον Αδμητο. Το ζευγάρι μένει… έξω από τον Χορό, καθώς εισέρχεται στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του και κλείνει τη συρόμενη πόρτα πίσω του. Και τώρα τι; Και ζήσαν αυτοί καλά(;) κι εμείς καλύτερα(;). Εξαρτάται. Διότι στο έργο αυτό άλλοι βλέπουν τον τάφο μισάνοιχτο και άλλοι μισόκλειστο…

  • της ΑΣΤΕΡΟΠΗΣ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 19 Ιουλίου 2009