«Αδειο δωμάτιο» * ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας

  • Νοικοκυρές σε απόγνωση

  • «Αδειο δωμάτιο» * ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

Οφείλουμε την πιο καλοπροαίρετη στάση μας απέναντι στην παραγωγή της Πάτρας. Οχι μόνο γιατί είναι η πρώτη προσπάθεια του εκεί δημοτικού θεάτρου υπό τη διεύθυνση του φιλόδοξου Γιάννη Βόγλη, όσο επειδή ανήκει στο, ολοένα και σπανιότερο πλέον, αποτέλεσμα της ανεξάρτητης παραγωγής ενός ΔΗΠΕΘΕ.

Β.  Βασιλάκης, Α. Χαριτίδου, Ε. Μεταγγιτσινού, Ε. Ζέκερη και Σ. Καψούρου σε  σκηνή της παράστασης

Β. Βασιλάκης, Α. Χαριτίδου, Ε. Μεταγγιτσινού, Ε. Ζέκερη και Σ. Καψούρου σε σκηνή της παράστασης

Τα περισσότερο θέατρα της επαρχίας έχουν συνάψει συνεργασίες με θέατρα της πρωτεύουσας, ένα είδος καλλιτεχνικής σύμπραξης προς όφελος και των δύο μερών. Το ότι είναι αυτό μια κάποια λύση για το αφημένο στην τύχη του σύστημα του δημοτικού καλλιτεχνικού φορέα δεν σημαίνει βέβαια πως είναι και μια λύση ευχάριστη. Αντίθετα σε αυτή τη λογική, ο Βόγλης επιχειρεί το άνοιγμα σε μια ομάδα νέων καλλιτεχνών, από τη σκηνοθέτιδα και τις κοπέλες της διανομής μέχρι τη βοηθό της σκηνοθεσίας. Στόχος είναι να φανεί η δυναμική της τρίτης πόλης της επικράτειας, που φιλοξενεί, θυμίζω, πανεπιστήμιο και θεατρολογική σχολή, θέατρο όμως σταθερό και αντάξιό της δεν έχει.

Το «Αδειο δωμάτιο» της Υβόνης Μεταξάκη αποτελεί μια κατά βάση γυναικεία υπόθεση: τρεις γυναικείοι χαρακτήρες, ο καθένας και από ένα είδωλο της σύγχρονης γυναίκας, συναντιούνται μετά την κηδεία της κοινής φίλης, που αυτοπυροβολήθηκε στο παλιό σπίτι της. Η συγγραφέας επιλέγει να ακολουθήσει την τεχνική του ρεαλιστικού δράματος, τονίζοντας με αδρές πινελιές τη μορφή και διαφορετικότητα της καθεμιάς. Μέχρι το τελευταίο λεπτό οι τρεις γυναίκες τσακώνονται και ξαναφιλιώνουν σαν γνήσιες παλιές φίλες, συζητούν τα μικρά και μεγάλα προβλήματά τους, σχολιάζουν τον κοινωνικό ρόλο και το βάρος των διαψευσμένων ονείρων τους, ακουμπούν πάνω στην αμυδρή ελπίδα συνάντησης με τον εαυτό τους. Από πίσω και σε κάθε βήμα βρίσκεται πάντα κάποιος άνδρας, το άλλο φύλο και στρατόπεδο, ο ρυθμιστής της ζωής, αλλά και η εύκολη λύση στην αναζήτηση ενός υπαίτιου.

Μέχρι εδώ θα μπορούσε να δει κάποιος στο δωμάτιο της Μεταξάκη μια ενδιαφέρουσα εξέταση των σημερινών γυναικών και όσων μυστικών κουβαλά η καθημερινότητά τους, αν παραβλέψει βέβαια την παρατήρηση ότι κάτι στην υπόθεση θυμίζει έντονα το «Νοικοκυρές σε απόγνωση». Το τελευταίο λεπτό του έργου, όμως, κρύβει μια έκπληξη: οι μέχρι τώρα διάλογοι βρίσκονται στο μυαλό της τέταρτης φίλης, που παραμένει καθηλωμένη υπό την επίβλεψη του άνδρα της. Είναι προϊόντα της διαταραχής της, ανακλάσεις ίσως των σκέψεων, του μίσους και του φόβου που τρέφει για το παρελθόν, για τον σύζυγο και θεραπευτή της. Μια τέτοια αποκάλυψη λειτουργεί ίσως καλά σαν σεναριακή ιδέα, τραβά όμως το χαλί από την προηγούμενη ανάλυση. Ασφαλώς και δεν μπορούμε πια να δούμε το ίδιο σοβαρά τις «φανταστικές φίλες» της Αγγέλας ούτε έχει νόημα να εξετάσουμε τα αποκυήματα ενός διαταραγμένου νου. Το όποιο ρεαλιστικό υπόβαθρο του έργου διαλύεται από την ανατροπή και το μήνυμά του αποδυναμώνεται.

Οι πιο σημαντικές ωστόσο αδυναμίες του έργου, πιστεύω, δεν βρίσκονται εδώ. Εντοπίζονται στην ελλιπή ανάπτυξη και στους φανερά προβληματικούς διαλόγους του. Ο λόγος των τεσσάρων γυναικών ακούγεται επιτηδευμένος και προσχηματικός. Η παραπέρα επεξεργασία θα βοηθούσε τα όσα σημαντικά να κρυφτούν πίσω από τις γραμμές του κειμένου, ώστε να λειτουργήσουν εκεί, υπόγεια. Και κάτι ακόμα: η οπτική της γυναικείας φύσης επί τέσσερα ζητά ασφαλώς άλλη δραματουργική διαχείριση και μεγαλύτερο άπλωμα από τη μια μόλις ώρα που διαρκεί η παράσταση. Ετσι, το έργο της Μεταξάκη θυμίζει demo μιας άλλης, εκτενέστερης προσπάθειας, που θα παιχθεί προσεχώς.

Η Αναστασία Κουμίδου προσπάθησε όσο μπορούσε να δώσει τον σωστό τόνο στη σκηνοθεσία της. Ηθελε η φύση των γυναικών να είναι πραγματική όσο και απόκοσμη, η αποσπασματικότητα της μορφής να προδίδει τη διαφυγή προς τον ορίζοντα της οραματικής ασάφειας. Γενναία προσπάθεια, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Υπάρχει κάτι το πεζό, το βαρύ στις μορφές του έργου, που δεν νικιέται. Ο θεατής, έτσι, μένει με την απορία: αφού τόσο παραπονιούνται οι γυναίκες ότι κρυώνουν, γιατί κυκλοφορούν στο σπίτι με τα μεσοφόρια; Το υπερβατικό σκηνικό της Αγνής Ντούτση αποτελεί την πιο ώριμη συμβολή στην παράσταση. Οι τέσσερις νέες κοπέλες, Σοφία Καψούρου, Ευγενία Ζέκερη, Αστερόπη Χαριτίδου και Εφη Μεταγγιτσινού έχουν να αντιμετωπίσουν το κενό ανάμεσα στο δισδιάστατο και το τρισδιάστατο μέρος του ρόλου τους. Μένουν κάπου στη μέση. Εκκρεμής και ο ανδρικός ρόλος του Βασίλη Βασιλάκη.