* «Αγρυπνία» Θέατρο Κυδωνία – Χανιά

  • Το καμάρι των Χανίων ζητά αναγνώριση

  • * «Αγρυπνία» Θέατρο Κυδωνία – Χανιά
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

Αυτή τη φορά επέστρεψα από τα Χανιά προβληματισμένος περισσότερο από ποτέ. Εχουμε συνηθίσει ότι κάπου στον Νότο υπάρχει ένα θέατρο που, κάθε χρόνο, αδιάλειπτα, ανεβάζει τη μια σημαντική παράσταση μετά την άλλη, που σαν θίασος και σχολή συνθέτει μια κλίμακα προς συνεχώς απαιτητικότερα ζητήματα της δραματουργίας και της εφαρμογής της.

Μιχ. Βιρβιδάκης, Αντώνης Παλιεράκης, Μαρία Μπουλουγούρη και  Δέσποινα Πολλαναγνωστάκη υπηρετούν υποδειγματικά την παράσταση

Μιχ. Βιρβιδάκης, Αντώνης Παλιεράκης, Μαρία Μπουλουγούρη και Δέσποινα Πολλαναγνωστάκη υπηρετούν υποδειγματικά την παράσταση

Το έχουμε συνηθίσει αφού πρώτα εντυπωσιαστήκαμε, επαινέσαμε και βραβεύσαμε. Μετά βάλαμε στο ράφι το θέατρο Κυδωνία σαν κάτι αναμενόμενο και, δυστυχώς, δεδομένο. Το καμάρι των Χανίων -ίσως το μόνο «θέατρο τέχνης» εκτός κέντρου και συμπρωτεύουσας- θα αποτελούσε σε άλλα κράτη και υπουργεία πολιτισμού μοντέλο καλλιτεχνικής πρωτοβουλίας της περιφέρειας. Θα συγκέντρωνε κόσμο από την πρωτεύουσα, που θα έσπευδε να δει τι ακριβώς συμβαίνει.

Τι κάνουμε αντ’ αυτού; Η εταιρεία θεάτρου «Μνήμη» επιχορηγείται σαν μικρομεσαίος αθηναϊκός θίασος, ενώ αποτελεί στην ουσία έναν ξεχωριστό θίασο της επαρχίας. Ακόμη χειρότερα, χρηματοδοτείται όχι σύμφωνα με τις δυνατότητές της, αλλά με βάση έναν ισοπεδωτικό παρονομαστή, που συγκεντρώνει τις «σημαντικές προσπάθειες της περιφέρειας». Και δεν είναι μόνον αυτό. Ενα θέατρο της περιφέρειας δεν ζητάει μόνο χρήματα. Θέλει να αισθάνεται πως η προσφορά του χαίρει μιας ευρύτερης αναγνώρισης, πως οι προτάσεις του παρακολουθούνται και σχολιάζονται. Δεν είναι ματαιοδοξία αυτό, είναι αδήριτη ανάγκη της πορείας του.

Προβληματίστηκα, γιατί μετά τόσα βουλεβάρτα των δημοτικών μας θεάτρων καταλήγω να δω στα Χανιά από τη «Μνήμη» το πρώτο μέρος από το θέατρο-ποταμό του Σουηδού Λαρς Νουρέν (πολιτογραφημένου ως «Νόρεν» από το θέατρό μας), να παρακολουθήσω από την κλειδαρότρυπα την εξάχνωση των αστών στην κάμινο μιας νατουραλιστικής έντασης άνευ προηγούμενου. Και αυτό το επίτευγμα είναι μονάχα ο πρόλογος της πεντάωρης παράστασης της «Αγρυπνίας», που θα παιχτεί του χρόνου στην επέτειο των δέκα χρόνων παρουσίας του θιάσου στα Χανιά!

Η «Αγρυπνία» είναι ένα δράμα οικογενειακού αλληλοσπαραγμού, που λαμβάνει χώρα μπροστά στην τεφροδόχο της μόλις αποδημήσασας μητέρας των δύο αδελφών, Γιον και Αλαν, στη διάρκεια μιας ανοιχτής τηλεφωνικής ακρόασης με το παιδί του Γιον (που θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι εκπροσωπεί τον ίδιο τον συγγραφέα). Εύλογα το έργο πατάει στην παρακαταθήκη του Στρίντμπεργκ, στο σκηνικό κλουβί με τα θηρία που κατασπαράσσονται μεταξύ τους. Ανάμεσα στον παλιό Σουηδό και τον νέο, συμβαίνουν βέβαια και άλλα γκελ σε συγγραφείς, όπως στον Ο’ Νιλ, τον Αλμπι, τον Μπέργκμαν, την Ούλμαν. Οι αναφορές όμως περιττεύουν. Γιατί αυτό που κάνει ο Νουρέν προωθεί παραπέρα την ποιητική του νατουραλιστικού χώρου. Ασφυκτικά κλεισμένοι εντός του, οι ήρωες καίγονται ώσπου ο χώρος να γεμίσει από το ψυχικό τους ντουμάνι, ώσπου η συνείδηση να πλαντάξει από τη βάσανο της αλληλοεξόντωσης.

Δεν υπάρχει γι’ αυτή τη σφαγή λόγος άλλος, παρά το παιχνίδι της απόκρυψης, ο αμυντικός καταλογισμός των ευθυνών, η επιθετικότητα που υπολανθάνει στις οικογενειακές σχέσεις λόγω του συμβιβασμού και της υποκρισίας. Ο Γιον και ο Αλαν αρνούνται να αναγνωρίσουν ότι είναι όμοιοι, πως ο ένας φέρει το πρόσωπο που ο άλλος μισεί. Στη μακριά τους «αγρυπνία» η τεφροδόχος της μητέρας γίνεται το σκεύος όπου κρύβονται τα μυστικά της οικογένειας, η λήκυθος της εγκλωβισμένης οικογενειακής και προσωπικής μνήμης. Δίπλα τους δυο γυναίκες προς αναζήτηση ταυτότητας: Η όμορφη Σαρλότ και η καταπιεσμένη Μόνικα. Σαν παρτιτούρα το κείμενο του Νουρέν -μεταφρασμένο από τον Κώστα Κουκούλη και τον Ξενοφώντα Παγκαλιά, με τμήματα από τη γερμανική και γαλλική εκδοχή, σε επεξεργασία της Λίλας Τρουλινού- ξεκινά με μια υπόκωφη ένταση, που εκρήγνυται στη συνέχεια με το ποτό και το ξενύχτι.

Πρόκειται για την τέχνη ενός ρεαλισμού που δεν δέχεται ούτε την ταύτιση με πρόσωπα ούτε την τελική κάθαρση. Υπηρετείται υποδειγματικά από τον Μιχάλη Βιρβιδάκη (Γιον), τη Δέσποινα Πολλαναγνωστάκη (Σαρλότ), τη Μαρία Μπουλουγούρη (Μόνικα) και τον Αντώνη Παλιεράκη (Αλαν). Το πρόβλημα, συνήθως, της «Μνήμης» βρίσκεται στους δεύτερους ρόλους. Εδώ όμως οι μαθητές του Βιρβιδάκη κατακτούν με τις δυνάμεις τους την εμπειρία ενός ταξιδιού μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα.

Advertisements