Τονι Κουσνερ «Αγγελοι στην Αμερική»

  • Tολμηρό american moral gay-mes
  • Ενα αριστοτεχνικό ανέβασμα ιχνηλατημένων θεματικών εδαφών με υψηλή ποιότητα
  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 08-08-10
  • Τονι Κουσνερ Αγγελοι στην Αμερική, σκην.: Νίκος Μαστοράκης. Θέατρο: Πειραιώς 260 (Χώρος Δ) – Φεστιβάλ Αθηνών.

Το θρυλικό θεατρικό, ύστερα κινηματογραφικό και τέλος οπερατικό έργο του Τόνυ Κούσνερ «Αγγελοι στην Αμερική», παρά τα περί του αντιθέτου, θυμίζω πως πρωτοπαρουσιάστηκε το 1993 στο θ. Ερευνας, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ποταμίτη. Αυτό, ως δικαιοσύνη προς τη σκιά ενός φιλέρευνου καλλιτέχνη που κυνηγούσε με πείσμα την πρωτοπορία.

Και τότε ήταν πράγματι πρωτοπορία η επική αυτή πινακοθήκη. Περί το 1990 στην Αμερική, και με την πάγια παγίδευση που προσφέρουν οι θρησκείες στις εξουσίες, είχε παροξυνθεί στο μη περαιτέρω, με κύριο κάδρο την ομοφυλοφιλία και το AIDS, το πρόβλημα της αυτοδιάθεσης, του περιθωρίου, των ναρκωτικών, της συλλογικής νεύρωσης. Ο Κούσνερ, με περισσή τόλμη, οργή και σαρκαστικό χιούμορ, στήνει έναν κόσμο τραγελαφικό, γεμάτον ανακολουθίες, βία, αδυναμία αποδοχής του εαυτού, όποιος κι αν είναι. Μικρά σκετς συνδεδεμένα με αραιές βελονιές εξάρτησης των προσώπων τους, οδηγούνται άλλοτε στην αδιεξοδική έκρηξη και άλλοτε σε μια αόριστη, εξ ύψους «αποκάλυψη». Κατ’ ουσίαν, σε όλο το έργο ο Κούσνερ απαιτεί (ή βίαια μέσω των ηρώων του αγωνίζεται) για την αποδοχή της διαφορετικότητας. Αυτό, κηρύσσει, είναι το μέτρο της ελευθερίας μας και του δικαίου που αναλογεί σε όλους.

Τα χρόνια βέβαια πέρασαν, ήρθε η τρομοκρατία και ο δημοσιονομικός ορυμαγδός, κι έτσι μοιραία ο επίκαιρος χαρακτήρας του έργου με τα φλέγοντα προ 25ετίας προβλήματα έχει χάσει κάπως την αρχική του λάμψη. Π.χ. βεβαίως και η ομοφυλοφιλία συνεχίζει να είναι με διάφορους, ίσως έμμεσους, τρόπους εξοβελιστέα, αλλά έχει κερδηθεί αρκετό ζωτικό έδαφος, το δε AΙDS καταπολεμείται ή αποφεύγεται. Ετσι, τη σχετική πελιδνότητα της λάμψης του έργου ήρθε να θεραπεύσει με εκπληκτικές τεχνικές ο σκηνοθέτης Νίκος Μαστοράκης και οι λαμπροί -όλοι- ηθοποιοί του. Με φόντο μια επιβλητική τενεκεδούπολη – bidonville (Μανόλης Παντελιδάκης), σε τολμηρή έως και ωμή μετάφραση (Γιώργος Δεπάστας), με επιτήδεια «καρφιτσωμένη» στη δράση τη μουσική, ο σκηνοθέτης έστησε μια μεταμπρεχτική παράσταση με έξοχα χορευτικό χαρακτήρα, που τον χάριζαν τα μετακινούμενα υψηλά μικρόφωνα των πολλαπλών ρόλων. Η παράσταση, απότομων εναλλαγών, με βάση και τους φωτισμούς (Σάκης Μπιρμπίλης) έπρεπε να είναι, ήταν και διδάχθηκε ως μεταλλικά σκληρή. Ο Μαστοράκης είδε τα πρόσωπά του στην αγριότητά τους, στην απελπισία τους, στην κραυγή τους, όπως όμως και στην αμυντική τους κρυψίνοια, στην ομοφοβία τους ή πάλι στον σπαρακτικά λεπτομερειακό τους κώδικα θηλυπρέπειας. Δεν έχω λόγους για να επαινέσω όλη την υψηλής περιωπής ομάδα: τον Δημήτρη Λιγνάδη, τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, τη Μάγια Λυμπεροπούλου, τη Σοφία Σεϊρλή, τον Θανάση Ευθυμιάδη, τη Ζέτα Δούκα και τον Νίκο Χατζόπουλο. Ωστόσο, η διακριτή μνεία του Χρήστου Λούλη στον ασθενή από AIDS Πράιορ μοιάζει περισσότερο από επιβεβλημένη. Ναι, του δόθηκε μια μεγάλη ευκαιρία ρόλου, αλλά κι εκείνος ως μεγάλη την τίμησε.

Χαμένοι στη μετάδοση

  • «Αγγελοι στην Αμερική» του Τόνι Κούσνερ, πρώτο μέρος «Το μιλένιουμ έρχεται», στην Πειραιώς 260, σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη

  • ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | Κυριακή 13 Ιουνίου 2010
Ούτε καν οι άγγελοι δεν μπορούν να σώσουν την Αμερική. Κι ας συντρίβουν τα ταβάνια των σπιτιών εισβάλλοντας εντυπωσιακά στη ζοφερή καθημερινότητα των κατοίκων τους. Κι ας αναζητούν απεγνωσμένα έναν προφήτη ανάμεσα στους εκπροσώπους του ανθρώπινου είδους. Στη Νέα Υόρκη του 1985, λίγο πριν από το τέλος της χιλιετίας, κανένας δεν θέλει να αναλάβει αυτόν τον ρόλο. Σίγουρα όχι ο Πράιορ Γουόλτερ, νεαρός εστέτ ομοφυλόφιλος που πάσχει από ΑΙDS και βλέπει το σώμα του να καταρρέει την ίδια στιγμή που ο σύντροφός του, ο Λούις, τον εγκαταλείπει στο κρεβάτι του πόνου.

Οι υπόλοιποι ήρωες του έργου είναι εξίσου χαμένοι και τρομοκρατημένοι με τον Πράιορ. Ο Τζο, ένας μορμόνος δικηγόρος που αγωνίζεται εις μάτην να πνίξει την ομοφυλοφιλία του επειδή δεν συνάδει με τα πιστεύω του. Η Χάρπερ, η αγοραφοβική σύζυγός του που καταπίνει με τις φούχτες τα βάλιουμ επειδή δεν αντέχει το σεξουαλικό ψύχος του γάμου της, τα μυστικά και τα ψέματα του άνδρα της. Η Χάνα, μητέρα του μορμόνου δικηγόρου που πουλάει τα υπάρχοντά της στη Γιούτα και έρχεται άρον άρον στη Νέα Υόρκη για να βοηθήσει το ζευγάρι. Ο εβραίος και κρυπτοομοφυλόφιλος Ρόι Κον, δικηγόρος του διαβόλου που πεθαίνει από ΑΙDS σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου, ενώ καταριέται τον μαύρο- πρώην drag queen- νοσοκόμο του.

Δεν υπάρχει φύλο, φυλή, κόμμα ή θρησκεία που να μην περιλαμβάνεται στο πανδημοκρατικό πανόραμα του Τόνι Κούσνερ: γκέι και στρέιτ, μορμόνοι και εβραίοι, αγγλοσάξονες και αφροαμερικανοί, Ρεπουμπλικανοί και κομμουνιστές, νεκροί και ζωντανοί, άγγελοι και θνητοί, η Νάνσι Ρίγκαν και η Εθελ Ρόζενμπεργκ, το ΑΙDS, το Τσερνόμπιλ, οι άστεγοι και η τρύπα του όζοντος, βρίσκουν όλα και όλοι τη θέση τους σε αυτό το γιγάντιο παζλ που απαιτεί επτά ώρες για να συμπληρωθεί επί σκηνής- αν αποφασίσει κανείς να ανεβάσει και τα δύο μέρη. Βέβαια, θα λέγαμε, έτσι είναι η Αμερική: χαοτική, μπερδεμένη, αντιφατική, φορτωμένη με τόσα προβλήματα όσες και οι ομάδες που την απαρτίζουν, διεκδικώντας δυναμικά η καθεμία την αναγνώριση των δικαιωμάτων της. Αυτό που ενοχλεί όμως στο έργο του Κούσνερ δεν είναι τόσο η αίσθηση ότι το κείμενό του συνιστά τεράστιο δειγματολόγιο τάσεων και στάσεων (σεξουαλικών, κοινωνικών, πολιτικών κ.ο.κ.), αλλά κυρίως η αίσθηση της βολικής τακτοποίησης που βρίσκει στο τέλος τους «κακούς», «κρυφούς» και συντηρητικούς οπαδούς του Ρίγκαν (τον Τζο και τον Ρόι) νεκρούς ή ταπεινωμένους και απομονωμένους, ενώ τους «καλούς», «φανερούς» και προοδευτικούς στο Σέντραλ Παρκ, ανανεωμένους, ενωμένους και δυνατούς να μιλούν με αισιοδοξία για το μέλλον.

Μακάριοι οι πάσης φύσεως ταλαιπωρημένοι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη βασιλεία της Γης. Ο διδακτισμός του Κούσνερ δεν αναιρεί τις αρετές του κειμένου του πάντως: το οξύ χιούμορ, το νευρικό και πνευματώδες γράψιμο, τα ποιητικά στοιχεία και προπαντός τους ολοκληρωμένους ήρωες που διψούν για ζωή. Πράγματι, οι δυνατότερες σκηνές του έργου γεννιούνται όταν παρακολουθούμε τον Γουόλτερ και τον Λούις ή τον Τζο και τη Χάρπερ να ματώνουν στην προσπάθειά τους για επικοινωνία. Οταν δηλαδή μένουμε στη Γη και στους κατοίκους της, τα πράγματα κυλούν ωραία. Οταν στο προσκήνιο εμφανίζονται άγγελοι, φαντάσματα και νεκροί πρόγονοι, ανεβαίνουμε δηλαδή στους ουρανούς ή οι ουρανοί κατεβαίνουν προς τα μέρη μας, τότε το έργο γίνεται αμήχανο και κουραστικό.

Ο Νίκος Μαστοράκης επέλεξε να παρουσιάσει το πρώτο από τα δύο μέρη, «Το μιλένιουμ έρχεται», που είναι, κατά τη γνώμη μου, το πιο ενδιαφέρον. Με φόντο ένα τείχος από παραπεταμένα αντικείμενα- παλιές οθόνες, χαλασμένα ψυγεία, αχρηστευμένα έπιπλα κ.ο.κ.- οι ηθοποιοί παίρνουν τις θέσεις τους επί σκηνής και δεν την εγκαταλείπουν καθ΄ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Βασικοί σύμμαχοί τους τα μικρόφωνα τοποθετημένα σε στρατηγικά σημεία ώστε να εξυπηρετούν κάθε πιθανή ανασύνταξη δυνάμεων. Δύο-τρία τραπέζια, μερικές καρέκλες και ένα κρεβάτι νοσοκομείου συμπληρώνουν το τοπίο. Τώρα ούτε ο σωρός των νεκρών αντικειμένων (οι μνήμες, το τέλος, η χρεοκοπία) αλλά ούτε και τα μικρόφωνα συνιστούν πρωτότυπες ιδέες. Δεν θα πείραζε ίσως, αν υπηρετούσαν «καλό» σκοπό, τα τελευταία όμως ζημιώνουν την παράσταση με την αποστασιοποίηση που καλλιεργούν: όταν ένα ζευγάρι συζητάει μέσα από αυτά, τότε αυτομάτως η συζήτησή τους αποκτά άλλη διάσταση, πιο «φωναχτή», πιο δημόσια, πιο θεαματική. Οταν όλοι οι διάλογοι εκτελούνται με τον ίδιο τρόπο, μοιραία επέρχεται ομοιομορφία στην εικόνα, στον ήχο, στην αίσθηση που αφήνουν. Η οικειότητα χάνεται. Η λαχτάρα των ηρώων για επαφή και η ικανότητα των ηθοποιών να γεννήσουν συγκινήσεις υπονομεύονται. Τουλάχιστον αυτό συνέβη στη συγκεκριμένη παράσταση: σε ένα έργο κατ΄ εξοχήν συναισθηματικό, δεν υπήρχε καμία στιγμή συγκινησιακής φόρτισης, παρά μόνο φλυαρία. Οι «Αγγελοι» μπορεί να έχουν έντονη πολιτική διάσταση, είναι όμως η ανθρώπινη πλευρά τους που αξίζει δραματουργικά.

Και καθίσταται ακόμη πιο εντυπωσιακή αυτή η αποτυχία, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι ο σκηνοθέτης είχε στη διάθεσή του αξιόλογο έμψυχο υλικό. Περισσότερο ξεχώρισε ο Χρήστος Λούλης ως Πράιορ Γουόλτερ: για μία ακόμη φορά ο ηθοποιός απέδειξε το ταλέντο, την πνευματική και σωματική ευελιξία, την τρυφερότητα και την ευδαιμονία με τις οποίες περιθάλπει τους ρόλους του και τους κάνει να ανθίζουν προς τέρψιν μας. Απογοήτευσε αντιθέτως ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος στον ρόλο του εραστή του: λίγος και ασαφής, μια χαριτωμένη θολούρα. Ο Θανάσης Ευθυμιάδης στον ρόλο του μορμόνου Τζο ξεκίνησε συμπαθητικά, δεν εξελίχθηκε όμως – αρκέστηκε σε πλαδαρή επανάληψη μιας κλαψιάρικης διάθεσης. Η Ζέτα Δούκα στον ρόλο της συζύγου του κατέβαλε αξιόλογη προσπάθεια αλλά η κοριτσίστικη αφέλεια με την οποία έντυσε τον ρόλο της Χάρπερ ήταν μάλλον παραπλανητική, καθώς δημιουργούσε λανθασμένες εντυπώσεις για την ηρωίδα. Μεστός και εύστοχος τέλος ο Δημήτρης Λιγνάδης στον ρόλο του Ρόι Κον.

***Αγγελοι στην Αμερική του Τόνι Κούσνερ Φεστιβάλ Αθηνών

  • Κακές εποχές-καλές εποχές για αγγέλους-φύλακες

  • ***Αγγελοι στην Αμερική του Τόνι Κούσνερ Φεστιβάλ Αθηνών
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

Το εκκωφαντικό μπαμ το 1992 του σημαντικότερου θεατρικού γεγονότος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο («New York Times») συνόδεψαν κορυφαία βραβεία, διθυραμβικές κριτικές και μια ιλιγγιώδης διεθνής καριέρα.

Ο  Χρήστος Λούλης, ετοιμοθάνατος από AIDS

Ο Χρήστος Λούλης, ετοιμοθάνατος από AIDS

Οι ισχνές αναλαμπές έκτοτε του «μεσσία του αμερικανικού θεάτρου» δεν αλλοιώνουν το γεγονός ότι οι «Αγγελοι» ήταν μια ιστορική καταγραφή της ηθικής θερμοκρασίας ενός έθνους σε κρίση, με αλήθειες πρωτόφαντες για το θέατρο, που διακύβευε ζητήματα πολύ μεγαλύτερα από το μέλλον της σκηνικής τέχνης.

1985. Εποχή του μεγάλου σοκ της μάστιγας του αιώνα και των πιέσεων για νομιμότητα της κοινωνίας των ομοφυλόφιλων, που, απεγνωσμένη, μετρούσε τους νεκρούς της και αποκτούσε τώρα περίοπτο βήμα: ένα παράφορο σκηνικό έπος, σκανδαλώδες για τα γούστα της πουριτανικής Αμερικής, όμως ένας στρόβιλος θεατρο-κοινωνικής παρέμβασης σε εποχές παρακμής.

Εναν μικρό τετραγωνισμό του κύκλου επιχειρεί η δαιμόνια «γκέι φαντασίωση για εθνικά θέματα» (υπότιτλος) του άγνωστου τότε 36χρονου Τόνι Κούσνερ. Ζητήματα όπως AIDS, ομοφυλοφιλία, ηθική χρεοκοπία, εκκαθάριση λογαριασμών με τη ρεπουμπλικανική Αμερική, νοσταλγία της κοινωνίας «των προγόνων που δεν ήξεραν τι θα πει διαστροφή», πλέκονται με δοξασίες λύτρωσης από την Τιμωρία, φαντασιώσεις απόδρασης στη μεταφυσική, ουράνιες και επίγειες αγγελολογίες και μπόλικο εβραϊκό μυστικισμό. Ενα παράδοξο θεατρικό τοπίο: προσωπικό και επικό, ρεαλιστικό και παραισθησιογόνο, όπου άγγελοι και αντίχριστοι επικαλούνται το τέλος και την αναγέννηση του κόσμου.

Μας αφορά;

Ναι, γιατί, εκτός από συναρπαστικό θέατρο (αν εξαιρέσουμε τις χολιγουντιανές φαντασιοπληξίες που ο Μαστοράκης απέφυγε επιμελώς), περιγράφει έναν εφιάλτη που παγκοσμιοποιήθηκε. Το AIDS είναι πλέον μια χρόνια αρρώστια (τουλάχιστον στην πλούσια Δύση), η διαφορετικότητα κερδίζει ολοένα έδαφος, όμως η ηθική σήψη χτυπά κόκκινο, η ιδεολογία της κερδοσκοπίας που νομιμοποίησε η ρεπουμπλικανική Αμερική, βουλιάζει τον πλανήτη και ο πολεμοχαρής νεοφιλελευθερισμός μάς σέρνει στο «κατώφλι της Αποκάλυψης», που ενορά ο Κούσνερ.

Στην Πειραιώς ο Νίκος Μαστοράκης σκηνοθετεί με έκπαγλη μαστοριά έναν ουσιαστικό Κούσνερ, χωρίς φαντασμαγορία και μελοδραματισμούς (μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας). Στην τεράστια σκηνή, με φόντο ένα νεκροταφείο συσκευών (σκηνικό Μανόλης Παντελιδάκης), ξετυλίγεται λακωνικά, με υποδόριο χιούμορ, φινέτσα και ερμηνείες μεγάλης θεατρικής διαύγειας, ένα πανόραμα ομοφυλόφιλων συμπεριφορών σε δύσκολους καιρούς.

Ενας Εβραίος γκέι (Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος) εγκαταλείπει τον εραστή του γιατί έχει AIDS (Χρήστος Λούλης, σχεδόν ετοιμοθάνατος και γκέι). Μια σαλταρισμένη μορμόνα νοικοκυρά (Ζέτα Δούκα) εγκαταλείπει τον κρυπτογκέι σύζυγό της (Θανάσης Ευθυμιάδης σε μορμόνικη και ετερόφυλη συστολή), καταφεύγοντας στην «Ανταρκτική» των βάλιουμ. Ο κομμουνιστοφάγος μεγαλοδικηγόρος επί Μακάρθι και διαπλεκόμενο ομοφοβικό γκέι καθίκι σε μετέπειτα δεξιές κυβερνήσεις δεν έχει κανέναν να εγκαταλείψει. Πεθαίνει από AIDS ως «ετερόφυλος που γαμάει άνδρες» (Δημήτρης Λιγνάδης).

Ανάμεσα στην εβραϊκή κηδεία της έναρξης (με υποβλητικό ραβίνο τη Μάγια Λυμπεροπούλου) και το φινάλε του Αγγελου (Σοφία Σεϊρλή), που υπόσχεται πως ο «Προφήτης έφτασε», μεσολαβεί μια αμαρτωλή Βαβέλ, όπου όλοι δραπετεύουν από τον εαυτό τους μέσω σεξ, ναρκωτικών, προδοσίας. Συγκλονιστική η σκηνή του άγριου, απρόσωπου σεξ δύο ανδρών σε πάρκο (Νίκος Χατζόπουλος, Οδ. Παπασπηλιώπουλος -πλήρως ενδεδυμένοι), που σαν καταραμένοι εκλιπαρούν τον οργασμό, τη συντροφιά, τον θάνατο.

Ορθιοι, με μικρόφωνα και σε απόσταση, οι ηθοποιοί προσπερνούν τις παγίδες του μελό, της καρικατούρας και το ρίγος μιας ουράνιας παρηγοριάς και με φελινική ελαφράδα μεταδίδουν φόβο χωρίς υστερίες, πόνο χωρίς κλάψες, απώλεια ψευδαισθήσεων χωρίς κυνισμό.

Ενας θρίαμβος, μείον το νεκρωτικό τελευταίο 40λεπτο. Και μια επίσημη συνδρομή στην εγχώρια γκέι κοινωνία.*

«Αγγελοι στην Αμερική» από το Φεστιβάλ Αθηνών

Το θεατρικό πρόγραμμα του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών άρχισε, στην Πειραιώς 260, με ένα τολμηρά πολιτικό, θεματολογικά ρηξικέλευθο, μορφολογικά πολύτροπο και γι’ αυτό μεγάλων σκηνοθετικών και ερμηνευτικών απαιτήσεων, έργο. Πρόκειται για το πρώτο μέρος του έργου του Τόνι Κούσνερ «Αγγελοι στην Αμερική», και μάλιστα με μια σημαντική ελληνική παράσταση. Εξαρχής πρέπει να επισημανθεί ότι ήταν μεγάλο ρίσκο και μόνο το ανέβασμα, από τον σκηνοθέτη Νίκο Μαστοράκη, του – διαρκείας τρεισήμισι ωρών – πρώτου μέρους (με υπότιτλο «Η χιλιετία πλησιάζει»), αυτού του πολυβραβευμένου έργου (το ίδιας διάρκειας δεύτερο μέρος του τιτλοφορείται «Περεστρόικα»). Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό, άκρως ιδιόμορφο, έργο – «σταθμό» της αμερικανικής δραματουργίας στη δύση του 20ού αιώνα. Για δραματουργικό συμβολισμό, που «προφητεύει» το «λυκόφως» των ΗΠΑ.Το 1991 η περιβόητη «περεστρόικα» ολοκληρώνει το στόχο και προορισμό της: Τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης, γενικότερα του σοσιαλιστικού κόσμου. Αν ζούσε ο λυσσασμένος αντικομμουνιστής Μακάρθι θα θριαμβολογούσε για τη συμβολή του σ’ αυτό το στόχο. Το ίδιο θα θριαμβολογούσε και το τρισάθλιο, προστατευόμενο τσιράκι του Μακάρθι, ο μεγαλοδικηγόρος, μέλος της μακαρθικής Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών, Ρόι Κον, ένας έως μυελού οστών «αρσενικός»… κρυφοομοφυλόφιλος, πολέμιος των προοδευτικών ομοφυλόφιλων, διώκτης της σπουδαίας κομμουνίστριας συγγραφέα Λίλιαν Χέλμαν και λυσσώδης κατήγορος του ζεύγους Ρόζενμπεργκ, ο οποίος επαιρόταν ότι χάρη σ’ αυτόν κατέληξε στην ηλεκτρική καρέκλα και η Εθελ Ρόζενμπεργκ, αν το 1986 δεν πέθαινε σαπισμένος από το ΕΪΤΖ. Αυτήν ακριβώς τη χρονιά, το 1991, ο γνωστός για τις αριστερές ιδέες του, τη δράση του στο αντιιμπεριαλιστικό -φιλειρηνικό και αντιρατσιστικό κίνημα, την υπεράσπιση των Παλαιστινίων – παρότι εβραίος – Τόνι Κούσνερ γράφει το «Αγγελοι στην Αμερική», καθιστώντας τον υπαρκτό Ρόι Κον επίκεντρο και «μοχλό» των ιδεολογικοπολιτικών και κοινωνικών σχολιασμών του έργου του. Θαυμαστής και μεταφραστής του Μπρεχτ, ο Κούσνερ, με το έργο αυτό συνέθεσε μια πολιτικοκοινωνική και ανθρωπολογική αλληγορία για τις ΗΠΑ, ενόψει της 3ης χιλιετίας. Μια αλληγορία για τον καταρρέοντα, παραλογισμένο, πολύμορφα «μολυσμένο», ανίατα νοσούντα, «Νέο Κόσμο», που συμπυκνώνει το ιστορικό παρελθόν του, προπαντός τη σκοταδιστική και εγκληματική πολιτική του – ιδιαίτερα στον 20ό αιώνα – και «διαβλέπει» ότι αυτός ο ετοιμοθάνατος «Νέος Κόσμος» έφτασε μπροστά «στο κατώφλι της Αποκάλυψης» (φράση που επαναλαμβάνεται στο έργο), στην ορατή εφιαλτική «κόλαση» που ο ίδιος δημιούργησε και επεφύλασσε για τον 21ο αιώνα. Ο Κούσνερ με μια πολύπτυχη γραφή – συνεχώς εναλλασσόμενο κράμα ωμά ψυχογραφικού-υπαρξιακού νατουραλισμού, πολιτικοκοινωνικού κριτικού ρεαλισμού, υπερρεαλισμού, ποιητικής υπέρβασης – και με μια σύνθετη πλοκή – που συνεχώς κινείται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, αίσθησης και παραίσθησης, βιωματικά ζωικής καθημερινότητας και ανησυχαστικής ονειροφαντασιάς, μεταξύ του θολού χτες, του φρικτού σήμερα και του άγνωστου αύριο, με λιγοστά πρόσωπα (σε μερικά, σκόπιμα, με τη μέθοδο του «θεάτρου μέσα στο θέατρο», αναθέτει να υποδυθούν δύο, τρεις και περισσότερους ρόλους) πλάθει την ιστορική, πολυεθνική, πολυφυλετική, πολυθρησκευτική, πολιτική, ηθολογική, κοινωνικοταξική και ανθρωπολογική «τοιχογραφία» των ΗΠΑ. Ενα κράτος που και σήμερα εξοντώνει τους λιγοστούς ιθαγενείς που σώθηκαν από τις αλλεπάλληλες ανθρωποσφαγές των Ισπανών κατακτητών και των εποίκων- ρεμαλιών της ξεπεσμένης ευρωπαϊκής αριστοκρατίας. Ενα κράτος που έγινε «μητρόπολη» του καπιταλισμού χάρη στο μόχθο των μαύρων σκλάβων και των αμέτρητων δύστυχων μεταναστών κατά το 19ο και 20ό αιώνα. Ενα κράτος – μαφιόζικο «τέρας» απάνθρωπης εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, πολύμορφου ρατσισμού, πολιτικών τύπου Χούβερ, Μακάρθι, Τζόνσον, Ρίγκαν, Μπους και λοιπών σιχαμερών ομοίων και στυλοβατών τους, όπως διά στόματος Ρόι Κον, λέει ο Κούσνερ. Ο Κούσνερ δεν αποκαλύπτει μόνο τη σκοταδιστική πολιτική των ΗΠΑ, αλλά και το συντηρητισμό, την υποκρισία, την τύφλα, την αχρηστία όλων των θρησκειών (καθολικών, εβραίων, μορμόνων, κλπ.). Νιώθοντας θλίψη για τον ανίσχυρο πάσχοντα άνθρωπο, αποκαλύπτει μια κοινωνία κυνική, εκτροχιασμένη, ανθρωποφαγική, ψυχωσική, ετοιμοθάνατη. Ο Κούσνερ δε δείχνει κάποια διέξοδο, καταθέτει, όμως, την αγωνιώδη απορία του για τα μελλούμενα. Το έργο, σε δραστική γλωσσικά μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, ευτύχησε σκηνοθετικά, σκηνογραφικά, ερμηνευτικά. Με σύγχρονα κοστούμια και μέσα στο αφαιρετικά συμβολικό σκηνικό του Μανόλη Παντελιδάκη (ένας τεράστιος σωρός άχρηστων ηλεκτρικών συσκευών, επίπλων και άλλων καταναλωτικών αντικειμένων), με δική του μουσική επιμέλεια (άριες, ορχηστρικά κομμάτια, ροκ τραγούδια), ο Νίκος Μαστοράκης καθοδήγησε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αισθητικά ελκυστική, υπεραισθαντική και ταυτόχρονα αποστασιοποιητικά, σχολιαστικά αποδραματοποιημένη (με τη χρήση μικροφώνων, λύνοντας και το πρόβλημα ακουστικής του χώρου), παράσταση, που ανέδειξε την πολυσημία και πολυμορφία του έργου. Μόνη αδυναμία της παράστασης ήταν η αργορυθμία της στη δεύτερη πράξη, δεδομένων και των φλύαρων επαναλήψεων του κειμένου. Το δύσκολο σκηνοθετικό εγχείρημα στήριξαν τα μέγιστα τρεις εξαιρετικά δυνατές ερμηνείες. Του συνεχώς εξελισσόμενου και σε όλο και πιο ευρεία γκάμα ρόλων, ασκημένων εκφραστικών μέσων, με μεγάλη ευαισθησία αλλά και μεγάλη αίσθηση του μέτρου, Χρήστου Λούλη, στον πολύ «επικίνδυνο» ρόλο του Πράιορ. Του Δημήτρη Λιγνάδη, που με αμεσότητα, αλήθεια, «νεύρο» ερμήνευσε το κάθαρμα Ρόι Κον. Και του Νίκου Χατζόπουλου, με τις θαυμάσιες υποκριτικές μεταμορφώσεις του σε πέντε ρόλους. Σημαντική ήταν και η μεταμορφωτική υποκριτική της Μάγιας Λυμπεροπούλου (Ραβίνος, γιατρός, Χάνα, Εθελ Ρόζεμπεργκ). Αξιόλογες αλλά και με αδυναμίες, οι ερμηνείες των Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου, Θανάση Ευθυμιάδη, Σοφίας Σεϊρλή και Ζέτας Δούκα.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 9 Ιούνη 2010