Το παλιό και το καινούργιο

  • Του ΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΛΕΝΑΚΗ, Η ΑΥΓΗ: 13/12/2009

Το μυθιστόρημα του σημαντικού πεζογράφου Θωμά Ψύρρα: «Μαράν Αθά» («Ο Κύριος έρχεται»), ανεβάζει ο Δήμος Αβδελιώδης διασκευασμένο για τη σκηνή από τον ίδιο, στο «Θέατρο Μεταξουργείο». Ένας γέροντας μοναχός αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο μετά από χρόνια βασανιστικής σιωπής το θεολογικό του «αμάρτημα»: να αναμίξει τον ένυλο, ένσαρκο έρωτά του για μια γυναίκα, μέλος ενός οργιαστικού Διονυσιακού «θιάσου» γυναικών που είχε λάβει εντολή από τον Δεσπότη του να «κατασκοπεύσει», με τον «έρωτά» του για έναν αμείλικτο άσαρκο και άυλο πατέρα -Θεό που δεν συγχωρεί και που του επιβάλλει στο τέλος τη φρικτή τιμωρία του ευνουχισμού, μια άλλη σταύρωση δηλαδή.

Το βιβλίο του Ψύρρα, με αφομοιωμένες επιρροές από τον Βιζυηνό και ιδίως τον Κόντογλου (βλ. π.χ. το συγγενικό: «Ο Θεός Κόνανος και το μοναστήρι του το λεγόμενον Καταβύθισις»), διαθέτει επίσης πέραν του πυκνά υφασμένου λόγου το σπουδαίο προσόν ότι δεν αρκείται στην ψυχαναλυτική προσέγγιση του θέματος, κάτι που θα μπορούσε να είναι και από μόνο του ενδιαφέρον, αλλά συνθέτει δημιουργικά μια αρχετυπική και τρομερή ιστορία πάθους δοκιμασίας «αμαρτίας» και τιμωρίας, αναπλάθοντας με σύγχρονα υλικά τον μύθο του Πενθέα. Κατορθώνει έτσι να φθάσει στο ύψος μιας τραγικής παραβολής: της πείνας της σάρκας και της αντίπαλής της, πείνας της ψυχής, με το σχίσιμο στα δύο τους όντος που έχει επιβάλει δογματικά και παρά φύση ένας παράλογος, μισαλλόδοξος, μεταλλαγμένος θρησκευτικός δυισμός, χωρίζοντας το ένα κομμάτι του κόσμου από το άλλο, τον άνθρωπο από τη φύση, την ιδέα από την ύλη, τον άνδρα από τη γυναίκα. Με μοιραία συνέπεια τη διαιώνιση του θανάτου.

Αυτό το ιδιοφυές, ασυνήθιστο στα πνευματικά μας πράγματα μυθιστόρημα του Ψύρρα διαθέτει πρόσωπα που υπερβαίνουν κατά πολύ το ανθρώπινο μέγεθος, ανοίγεται σε κάθετους αβυσσαλέους χώρους ψυχής και αντιστέκεται πεισματικά στη σκηνική του απόδοση αν επιχειρήσεις να το δώσεις με συμβατικά σκηνικά μέσα. Είναι για όλους τους πιο πάνω λόγους πραγματικός άθλος και κατόρθωμα η παράσταση που σκηνοθέτησε σε διασκευή δική ο Δήμος Αβδελιώδης, στο θέατρο Μεταξουργείο.

Η σκηνοθεσία του Αβδελιώδη παραιτείται εξ αρχής γενναία από κάθε ιδέα να «ξετυλίξει» το αφηγηματικό νήμα ευθύγραμμα, συμβατικά, σε χρόνο που να εκθέτει στη σκηνή τα συμβάντα στη φυσική σειρά τους, όπως έγιναν. Πυκνώνει αντίθετα τον χρόνο γύρω από το κεντρικό γεγονός που συμβαίνει σε μια άχρονη χρονική στιγμή και μας εισάγει στον αέναο κύκλο της επανάληψης ή στον ολικό χρόνο ενός διαρκούς μυθικού κάποτε. Γνωρίζοντας το μυστικό του θεάτρου του μύθου, ότι η αληθινή ιστορία κείται πάντα πέραν της πραγματικής, βυθίζεται στον πυρήνα και βρίσκει τη νερομάνα. Οδηγεί τη Γιασεμή Κηλαηδόνη σε μια μη αναπαραστική εσωτερική υποκριτική συμβόλων και η νέα ηθοποιός ανταποκρίνεται σε αυτό υποδειγματικά. Στηρίζει σωματικά κυριολεκτικά την παράσταση με τους αρμούς του σώματός της, με τα γόνατα, με τους αγκώνες, με τον αιχμηρό ένυλο λόγο και τις έλλογες ηχηρές σιωπές της, παίζοντας όλους τους ρόλους δοσμένη σε αυτό που κάνει. Μια έξοχη ποιοτική παρουσία.

***

Στο θέατρο «Αργώ» δόθηκε σε μια περιορισμένη σειρά παραστάσεων από τη νεαρή σκηνοθέτιδα Σμαράγδα Χατζιδάκη μια πειραματική δουλειά επάνω στο «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» του Σαίξπηρ σε δραματουργική επεξεργασία της ίδιας επικεντρωμένη στη σκηνή των θεατρίνων. Η Χατζηδάκη δείχνει μια συνθετική ικανότητα όχι συνηθισμένη, τόσο στον τρόπο που επεξεργάζεται δραματουργικά το κείμενο με σεβασμό στο πνεύμα του Σαίξπηρ, όσο και στο καθαρά σκηνοθετικό κομμάτι που αποπνέει ωριμότητα και σοβαρότητα. Με τα ωραία κοστούμια της Ελένης Δουνδουλάκη, με τους φωτισμούς και τη μουσική επιμέλεια της σκηνοθέτιδας και με την καλή προσπάθεια των νεαρών ηθοποιών που στελεχώνουν την ομάδα (Εύη Σταματίου, Πάνος Λοϊζίδης, Χρυσοβαλάντης Κωστόπουλος), το μήνυμα βγαίνει.

***

Στο «Επί Κολωνώ» επισημαίνω μια άκρως γοητευτική παράσταση, που μαθαίνω ότι έχει ήδη περιοδεύσει με επιτυχία στο εξωτερικό, κατάλληλη για παιδιά και για μεγάλους, που δίνει ζωή σε γεμάτους νόημα και ανθρωπιά πανέμορφους μύθους της Λατινικής Αμερικής, από την πολυεθνική νεανική ομάδα Ωκύπους η οποία έχει και την ευθύνη της συλλογικής σκηνοθεσίας. Με χιούμορ και τρυφερότητα, με πολύ ωραία τραγούδια, με σκηνικά και κοστούμια φωτεινά και χαρίεντα της Αθηνάς Στούρνα. Η θεατρική απόδοση των κειμένων είναι της Ιλιάνας Παζαρζή, ενώ τους ρόλους αποδίδουν εξαιρετικά οι: Λούης Γκόμεζμπεκ, Μαριάνα Κούτουλα – Βρσάλοβιτς που επίσης τραγουδά θαυμάσια και Ιλιάνα Παζαρζή.

***

Κλείνω το σημείωμα με αναφορά σε μια ακόμη κεφάτη νεανική παράσταση με έντονο σωματικό στοιχείο, στο «Νεοκλασικό κτήριο του Κόμη» στα Πατήσια, όπου δίνεται τις Κυριακές ανάμεσα στους θαμώνες μια παράσταση – περμόρμανς με στοιχεία καμπαρέ, άφθονο τραγούδι μουσική και χορό, μιμική και σάτιρα της αθηναϊκής καθημερινότητας. Τα εύστοχα κείμενα είναι της Νίκης Λειβαδάρη και της Αναστασίας Γκολέμα, ενώ παίζουν οι μπριόζες Νίκη Λειβαδάρη και Δανάη Βογιατζή.

Καραγκιόζης, Έλλην, ελληνόφωνος

  • Κριτική
  • Του Λέανδρου ΠΟΛΕΝΑΚΗ
  • Η Αυγή, Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

Στον δυσεύρετο σήμερα πλέον, ημερολόγιο της Pirelli, αφιερωμένο στο ελληνικό θέατρο σκιών, που είχε βγει στη διάρκεια της δικτατορίας, ο συντάκτης των συνοδευτικών κειμένων, Ιωάννης Παμπούκης, έγραφε, ανάμεσα σε άλλα, πολύ διορατικά, ότι: «ο Καραγκιόζης ίσως να αναδύθηκε μέσα από τα αίματα της μάχης του Μαντζικέρτ»… Και ότι, «το χαμένο μεσαιωνικό μας θέατρο, πιθανότατα κοιμάται, από τότε, τουρκόφωνο, τον ύπνο του δικαίου». Επειδή δεν μπορώ να επεκταθώ στα κωμικοτραγικά γεγονότα εκείνης της εποχής, παραπέμπω για πληρέστερη ενημέρωση, τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη, στη «Χρονογραφία» του Μιχαήλ Ψελλού. Το έβδομο κυρίως βιβλίο, περιέχει όλα τα στοιχεία που δικαιώνουν τον παράδοξο εκ πρώτης όψεως ισχυρισμό του Ιωάννη Παμπούκη… Κατά τα άλλα ο Καραγκιόζης είναι πάντα εδώ, παρών, «γνωστός μας», δεν χρειάζονται συστάσεις. Ανα-γεννήθηκε μαζί με τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Έλλην, ελληνόφωνος, έκτοτε σπάει πλάκα με τα χάλια μας τ’ αδιόρθωτα.

Δεν έχω λόγους να διαφωνώ με την άποψη που κατατίθεται στο πρόγραμμα της παράστασης του Δήμου Αβδελιώδη, «Ο Μεγαλέξανδρος και ο καταραμένος δράκος». Ότι, «ο Καραγκιόζης γελοιοποιεί, ξεγελάει, υπηρετεί τον πασά αλλά συγχρόνως τον θέτει! Δεν είναι πολιτικός άνθρωπος και όμως είναι εθνικός τύπος… Αν βάλεις τον Καραγκιόζη να σκεφτεί θα κάψει το σεράι, ενώ υπάρχει εξαιτίας του. Χωρίς αυτό δεν είναι Καραγκιόζης. Ο Καραγκιόζης δεν σκέφτεται. Σοφίζεται!! (Κώστας Γεωργουσόπουλος).

Πράγματι, έτσι συμβαίνει στον κόσμο του θεάτρου σκιών, όπου οι ρόλοι έχουν παραδοσιακά μοιραστεί. Ο Καραγκιόζης είναι ο Καραγκιόζης και η παράγκα του είναι η παράγκα. Ο πασάς είναι ο πασάς, και το σεράι – σεράι. Ξεκάθαρα πράγματα. Δώθε η πενία και η ανάγκη, κείθε ο πλούτος και η βία της εξουσίας. Δεν χωρεί καμιά νόθευση. Τα καραγκιοζίστικα κόλπα και τερτίπια είναι προνόμιο αποκλειστικό του Καραγκιόζη, για να γλιστρά έξω απ’ τον κλοιό της δυναστικής εξουσίας. Και οι τρόποι της εξουσίας να βάζει κάθε φορά στο χέρι με τη βία τον Καραγκιόζη, είναι αποκλειστικά προνόμια της δοτής εξουσίας των πασάδων και των πιστών τους δούλων, των βεληγκέκηδων.

Τι γίνεται όμως όταν στην πραγματική πια ζωή, ανατρέπονται οι παραδοσιακοί ρόλοι του θεάτρου σκιών; Σε εποχές παμπόνηρες, όπως η δική μας, όταν η βία δεν αρκεί πια για να στηρίξει τη φθίνουσα δοτή εξουσία των «πασάδων», κι αρχίζει τότε αυτή να «κλέβει» ασύστολα τα κόλπα και τα τερτίπια του Καραγκιόζη; Στήνει «μπερντέ» σε πλατείες και ρούγες και οθόνες τηλεοπτικές, κι αρχίζει να μιμείται, να παρασταίνει τον Καραγκιόζη, για να εξαπατήσει άλλη μια φορά τα πλήθη και να αρπάξει την ψήφο τους!

Τι άλλο μένει τότε στον φτωχό Καραγκιόζη – λαό να κάνει; Όχι ασφαλώς να γίνει σωσίας και δίδυμο της εξουσίας, που τον τυραννά και τον κλέβει! Όχι να τη μιμηθεί! Αλλά να πάει να σμίξει με αμαρτωλούς και κλέφτες, να σκοτώσει αυτός τον «δράκο». Να βγάλει το φίδι απ’ την τρύπα, όπως ακριβώς γίνεται στα «ηρωικά» έργα του Καραγκιόζη! Και όπως, ευτυχώς, συμβαίνει και στο έργο που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Δήμος Αβδελιώδης, στο «Θέατρο Βεάκη». Εδώ ο Καραγκιόζης, χωρίς να παύει να είναι τύπος εθνικός, γίνεται ον πολιτικό. Χωρίς να χάνει την προσωπικότητά του, αποκτά τη διάσταση που του έλειπε.

Πώς γίνεται αυτό; Είναι ζήτημα θεατρικής μαγείας. Σαν ν’ ανακατεύει μια μαγική τράπουλα, η παράσταση συνδυάζει αυθεντικές φιγούρες του θεάτρου σκιών, με ηθοποιούς… Ξεκινώντας απ’ τον παλιό λαϊκό μύθο που υιοθέτησε νωρίς ο Καραγκόζης, τη δρακοντοκτονία (η λ. «δράκος» είναι ομηρική και προέρχεται από το ρ. «δέρκομαι», που κυριολεκτικά σημαίνει: κοιτάζω άφοβα στα μάτια το θεριό που με κοιτάζει), ο Δήμος Αβδελιώδης κοιτάζει το «θεριό», την παράδοση του θεάτρου σκιών, με σεβασμό στα μάτια δίχως να τη φοβάται… Τολμά ν’ ανοίξει γόνιμο διάλογο μαζί της. Σοβαρή και αστεία συγχρόνως, λυπημένη και χαρούμενη αλλά προ πάντων σε κάθε στιγμή παρούσα η παράσταση, αντιστρέφει το κλασικό καραγκιοζικό σχήμα, χτίζοντας πάνω στο εύρημα να είναι ο Μεγαλέξανδρος ένα μικρό παιδί! Έτσι κρατά ένα φαναράκι ελπίδας, ότι ακόμη έχει μείνει μια μαγιά στον τόπο αυτόν, δεν έχουν φαγωθεί τα πάντα.

Τα σκηνικά και οι φιγούρες του Έβη Χρήστου, τα κοστούμια και οι μάσκες της Μαρίας Πασσαλή, πολυμήχανα και απλά συγχρόνως, είναι από μόνα τους έξοχα εικαστικά δρώμενα. Η ζωντανή μουσική και οι στίχοι του Βαγγέλη Γιαννάκη ευθύβολοι, βρίσκουν στόχο χωρίς επιτήδευση, κα οι φωτισμοί του Αβδελιώδη φωτίζουν «κέρινα». Στηρίζει την παράσταση – πολύχρωμη πανδαισία σωμάτων, ήχων και φωνών – μια ομοιογενής ομάδα ωραίων, ασκημένων ηθοποιών (Άρης Μπινιάρης, Θανάσης Ζέρβας, Μαρκέλλα Γεωργαλά, Φένια Μάγιου, Αντώνης Δημητροκάλης) και μια αντίστοιχη μουσικών (Αλεξ. Αβδελιώδης, Γιάννης Αβδελιώδης, Γιάννης Βενιζέλος, Μάριος Παπούλιας).