Πλατσουρίσματα στην ακρογιαλιά. «Τα κύματα» της Βιρτζίνια Γουλφ σε διασκευή-σκηνοθεσία Αγγελίτας Τσούγκου στο θέατρο Βυρσοδεψείο

  • Αρκουμανέα Λουίζα
    ΤΟ ΒΗΜΑ:  01/09/2013
Πλατσουρίσματα στην ακρογιαλιά

Στιγμιότυπο από την παράσταση

Η Τζίνη πίστευε ότι με την αδιάκοπη κίνηση του σώματός της θα νικούσε τους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου. Με τις πιρουέτες της θα κατακτούσε τον κόσμο. Με τις πιρουέτες της και λίγο κόκκινο κραγιόν, πάντοτε προσεκτικά απλωμένο πάνω στα κομψά της χείλη, κανένα εμπόδιο δεν θα ήταν ανυπέρβλητο. Η Σούζαν δεν αγαπούσε ιδιαίτερα την κίνηση, παρά μόνο όταν σήμαινε ηλιόλουστες βόλτες στον κήπο μαζί τον μικρότερο γιο της. Οι κύκλοι των εποχών ήταν οι κύκλοι που θα καθόριζαν τη ζωή της μέχρι τέλους, με τα παιδιά της να μεγαλώνουν όπως τα φυτά της – μέσα σε κλοιό θαλπωρής και τρυφερότητας. Αυτούς τους άξονες σταθερότητας και οικιακής γαλήνης ποτέ δεν γνώρισε η Ρόντα, ένα αγρίμι άπιαστο, με τον φόβο στα μάτια, αρνούμενη τον συμβιβασμό, βρίσκοντας ανακούφιση στη μοναξιά και στη βία του θανάτου. Ο Νέβιλ, ερωτευμένος με τους λατίνους συγγραφείς, κληρονόμος υπερήφανης παράδοσης, ονειρευόταν να γίνει σπουδαίος ποιητής, πεπεισμένος ότι όλες οι επιθυμίες του δεν θα πραγματοποιούνταν ποτέ εξαιτίας μιας «μοιραίας διστακτικότητας». Ο Λούις ανασφαλής για την καταγωγή του, την προφορά του, ένιωθε πάντοτε ξένος. Κλεισμένος στη σοφίτα του στο Λονδίνο, αινιγματικός, απόμακρος, θα έβρισκε την επιτυχία αλλά όχι και την ευτυχία. Τέλος, ο Μπέρναρντ, ο συγγραφέας, σε ατέρμονη αναζήτηση των ιδανικών φράσεων, εκείνων που θα αποτυπώσουν την ιστορία του, τη δική του και των παιδικών φίλων του, έβλεπε το νήμα της αφήγησης διαρκώς να κόβεται, και άρχιζε πάλι από την αρχή: μέσα στον κόσμο αλλά και έξω απ’ αυτόν, ενσωματωμένος αλλά και απόμακρος, πάντοτε ανικανοποίητος, ταγμένος στο κυνήγι, στην αναζήτηση του πυρήνα, της κρυμμένης αλήθειας, που δεν είναι ποτέ στατική, διαβρώνει τα τείχη του εγώ σαν κύμα που τρώει τον βράχο, ενώνει και μετά χωρίζει πάλι τους ανθρώπους, τις ώρες, τις μέρες, τις ζωές τους.

Είμαστε ένας ή πολλοί; Πόσοι είναι οι εαυτοί μας που δεν εκπληρώθηκαν ποτέ ή που γεννήθηκαν μόνο στη φαντασία μας; Και πώς μπορεί κανείς να καταγράψει όσα γίναμε και όσα θέλαμε αλλά δεν καταφέραμε να γίνουμε; Πώς μπορεί να πλησιάσει την αλήθεια – του εαυτού του ή των άλλων; Πώς μπορεί να δει τι κρύβεται πίσω από το προφανές; Το ερώτημα βασανίζει τον Μπέρναρντ (και τη Γουλφ) μέχρι τέλους. «Είναι όμως λάθος, αυτή η ακραία ακρίβεια, αυτή η τακτοποιημένη και στρατιωτική πορεία· μια βολική ευκολία, ένα ψέμα. Υπάρχει πάντοτε βαθιά από κάτω της, ακόμη και όταν φτάνουμε στην ώρα μας με λευκά πανωφόρια και ευγενικές τυπικότητες, ένα ορμητικό ρεύμα από σπασμένα όνειρα, παιδικά τραγούδια, κραυγές του δρόμου, μισοτελειωμένες προτάσεις και εικόνες – φτελιές, ιτιές, κηπουρούς που κλαδεύουν, γυναίκες που γράφουν – που αναδύονται και καταδύονται ακόμη κι όταν απλώνουμε το χέρι μας σε μια κυρία να καθήσει στο τραπέζι». Ενας στρόβιλος αναμνήσεων, αισθήσεων και συναντήσεων στοιβάζονται καθημερινά μέσα μας. Κάθε βράδυ είμαστε λίγο πιο διαφορετικοί απ’ αυτό που ήμασταν το πρωί – ανάλογα με τις προσμείξεις – και συνεπώς κανένας δεν μπορεί να ορίσει απόλυτα τα σύνορά του: πάντα κάποιος θα έρχεται και κάποιος θα φεύγει, έτσι ώστε το άθροισμα δεν μένει ποτέ σταθερό, ξεκάθαρο, η κούραση αυξάνεται, θέλουμε να σταματήσουμε να μετράμε τις απώλειες ή τις φθορές, δεν μπορούμε όμως· έχουμε ακόμη ένα τρένο να προλάβουμε, έναν φίλο να αποχαιρετήσουμε, μια ιστορία να πούμε, ξανά και ξανά, μέχρις ότου σωπάσουμε για πάντα.
Στα «Κύματα» δεν υπάρχει μία συνείδηση, ένας αφηγητής, αλλά έξι. Και οι έξι καταθέτουν τις σκέψεις, τους φόβους, τα όνειρά τους, από την παιδική ηλικία ως την ωριμότητα, σε μια ελεύθερη, ποιητική γραφή που ξεδιπλώνεται άτακτα, συνειρμικά, στα ύψη και στα βάθη του εσωτερικού χωροχρόνου. Είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί ποτέ και η μεταφορά του στο θέατρο εγείρει προφανώς ιδιαίτερες απαιτήσεις ευαισθησίας και κατανόησης.
Απόλυτα ξεκομμένη από το πνεύμα του κειμένου στάθηκε στην προσπάθειά της η σκηνοθέτρια Αγγελίτα Τσούγκου. Ακόμη κι αν υπήρχε ο λόγος της Βιρτζίνια Γουλφ, ήταν τόσο επιπόλαια δοσμένος ώστε δεν τον αναγνωρίζαμε: παρακολουθούσαμε μια ομάδα νεαρών ηθοποιών να επιδίδονται σε αφελή εικονοποίηση ή χορογράφηση των νοημάτων και των δράσεων, πότε με διάθεση κυριολεκτική (ας καθήσουμε στο τραπέζι για τη σκηνή του δείπνου) και πότε όχι (ομαδικοί βηματισμοί πέρα-δώθε), και, το χειρότερο, να εκφέρουν τον λόγο αδούλευτο, αναφομοίωτο, μονοκόμματο, χωρίς συναίσθηση του ειδικού βάρους του. Το αποτέλεσμα θύμιζε περισσότερο τον «Κόσμο της Πάττυ», ασήμαντες ανησυχίες που μοιραζόμαστε ελαφρά τη καρδία, χωρίς καμία εσωτερικότητα. Οι σκέψεις και οι μονόλογοι που καταγράφει η Γουλφ δεν είναι διάλογοι χαζοέργου, τα «Κύματα» είναι καταβύθιση και κολύμπι στα βαθιά, όχι πλατσουρίσματα στην ακρογιαλιά. «Γίνομαι και ξαναγίνομαι διαρκώς. Διαφορετικοί άνθρωποι ανασύρουν διαφορετικές λέξεις από μέσα μου» λέει ένας από τους ήρωες και αυτή η αίσθηση ρευστότητας, διαρκούς μεταμόρφωσης, αγωνιώδους επανεξέτασης του εαυτού μας και των παραμέτρων του δεν μπορεί να αποδοθεί με κινησιολογικά ανεμομαζώματα και ανεμοσκορπίσματα, ανεπαρκείς ηθοποιούς που αρκούνται σε επιφανειακές διατυπώσεις, λες και προσπαθούν με καλαμάκια να ρουφήξουν ανέμελα έναν ορμητικό χείμαρρο.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: