Είχε υποστηριχθεί παλιότερα η άποψη ότι η γυναίκα του Ηρακλή, Δηιάνειρα, ξέρει πολύ καλά τι κάνει, και ο θάνατος του Ηρακλή δεν είναι διόλου τυχαίος. Αλλά αυτό είναι ξένο στον κανόνα του Σοφοκλή, επειδή το «κλειδί» της ειρωνείας του έργου είναι, ακριβώς, η αντίθεση ανάμεσα στο κοινό, που «ξέρει», και στην ηρωίδα, που δεν ξέρει. Αλλιώς, η τελική της αυτοκτονία δεν θα είχε νόημα.

*

Η σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου με το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο, σε πεζή μετάφραση «χαλαρή» δική του (κίνηση του Χρήστου Παπαδόπουλου, μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή, μουσική διδασκαλία της Μελίνας Παιονίδου, φωτισμοί του Λ. Παυλόπουλου, σκηνικά – κοστούμια της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου), μετατοπίζει αποφασιστικά το κέντρο βάρους του έργου στο γυναικείο στοιχείο, στη Διηάνειρα και στον δεκαεξαμελή χορό, ωθώντας στο περιθώριο τον ρόλο του άνδρα – Ηρακλή, παρά την πληθωρική του παρουσία στο β’ μέρος του έργου. Επιχειρεί να δώσει το έργο στο ύφος μιας πολυφωνικής «μπαρόκ», θηλυκρατούμενης όπερας, με κυρίαρχο το μουσικό και ορχηστρικό, οργιαστικό στοιχείο.

Παρότι δεν το δηλώνει ανοιχτά, η σκηνοθεσία κλίνει προς την εκδοχή μιας φονικής Διηάνειρας – Κλυταιμήστρας που γνωρίζει πολύ καλά τι πράττει, παρά τα αντίθετα λόγια της. ΄Ετσι μόνο αιτιολογώ την πράξη ανείπωτης σκληρότητας, να γυμνώσει εντελώς επί σκηνής την αιχμάλωτη Ιόλη. Η γύμνια μπορεί να είναι φυσική, αλλά η δημόσια γύμνωση είναι πάντα μια πράξη ταπεινωτική για τη γυναίκα που την υφίσταται. (Στον ρόλο η νεότατη Ελένη Μπούκλη που κερδίζει το κοινό με την εύγλωττη σιωπή της). Ανάλογα έχει διδαχθεί ο ρόλος της Διηάνειρας, με την Άννα Μάσχα, ως εκδικητική και ανδρόβουλη μητριαρχική βασίλισσα – δράκαινα, που κρύβει προσεχτικά το κεντρί της πριν δαγκώσει, και πριν βρει, μετά, έναν θάνατο «ανδρικό» από το ίδιο της το χέρι. Ενώ οι κατ’ εξοχήν ανδρικοί ρόλοι του έργου υποβιβάζονται όλοι συστηματικά σε απλές καρικατούρες – παίγνια στα χέρια μιας παντοδύναμης θηλυκής αρχής: ο Κώστας Μπερικόπουλος – Άγγελος, ο Γιώργος Χρυσοστόμου – Λίχας, ο Θάνος Τοκάκης – Ύλλος. Η Φιλαρέτη Κομνηνού είναι μια Μοίρα – τροφός, ξένη στο υπόλοιπο εικαστικό περιβάλλον. Το μαρτύριο κι η αποθέωση του Ηρακλή στο τέλος (Αργύρης Ξάφης), παίρνουν τη μορφή κανονικής παρωδίας έργου «σπλάτερ», φέρνοντας αποτέλεσμα αντίθετο του αναμενόμενου.

Η σκηνοθεσία μοιάζει να εμπνέεται μόνο απ’ το χορό των αγνών πανέμορφων κοριτσιών, στον οποίο επενδύει τα πάντα: «Θεές», που θα ξαναφέρουν κάποτε στον κόσμο την ομορφιά και την αρμονία! Άμποτε να γινόταν έτσι.