Φεστιβαλικός Αριστοφάνης και Μένανδρος

  • «Σαμία»
«Σαμία»

Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου, στα Επιδαύρια του 1993, σημείωσε με τη «Σαμία» του Μενάνδρου μια λαμπρή επιτυχία. Πρώτιστος συντελεστής αυτής της επιτυχίας ήταν η ιδιοφυής γλωσσικά, κωμωδιογραφικά και στιχουργικά μετάφραση του αλησμόνητου Γιάννη Βαρβέρη. Με τη μετάφραση ομοψύχησαν όλα. Η σκηνοθετική πείρα, η φαντασία, και το φινετσάτο χιούμορ του Εύη Γαβριηλίδη. Η ενδυματολογική και σκηνογραφική καλαισθησία του Γιώργου Ζιάκα. Η ευφορία της μουσικής του Μιχάλη Χριστοφουλίδη και της χορογραφίας του Ισίδωρου Σιδέρη. Και φυσικά οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών, που ανέδειξαν τους χυμούς, τα κωμικά παίγνια, τα έμμεσα κοινωνιολογικά σχόλια της μετάφρασης. Αριστος τεχνίτης του λόγου, ο Βαρβέρης πιστός στο έργο, αλλά και εμπλουτίζοντάς το με τραγούδια – Χορικά, χρησιμοποίησε σκόπιμα μια ψευτοκαθαρεύουσα, για να καταδείξει ότι ο Μένανδρος υπήρξε ο «πρόδρομος» της μεταγενέστερης κωμωδίας (αστικής, μουσικής, φαρσοκωμωδίας, κωμειδυλλίου, κ.ο.κ), αλλά και για να σατιρίσει «αμαρτήματα» και ήθη των Ελλήνων αστών και μικροαστών, «ανάγοντας» τα πρόσωπα του Μενάνδρου στις αρχές του 20ού αιώνα. Ενας χήρος Αθηναίος, ο επηρμένος αστός Δημέας, που συζεί με την ερωμένη του -άλλοτε πόρνη- Σαμία και τον υιοθετημένο μοναχογιό του, Μοσχίωνα, επιστρέφοντας από ταξίδι μαζί με τον μικροαστό γείτονά του Νικήρατο, βλέπει στην αγκαλιά της Σαμίας ένα βρέφος. Τίνος παιδί είναι; Αυτό το ερώτημα προκαλεί παρεξηγήσεις και φαρσοκωμικές καταστάσεις, μέχρι να αποδειχθεί ότι το βρέφος είναι καρπός του κρυφού έρωτα του Μοσχίωνα με την κόρη του Νικήρατου, Πλαγγόνα, να τελεστεί ο γάμος τους και να συμπεθερέψουν… αστοί και μικροαστοί. Αυτήν την καθόλα έξοχη παράσταση, με τους ίδιους συντελεστές και ερμηνευτές «αναβίωσε» στην Επίδαυρο ο ΘΟΚ, προσφέροντας και πάλι στους θεατές αισθητική απόλαυση και ευφρόσυνο γέλιο. Εξαιρετικοί και πάλι ήταν οι ερμηνευτές της: Κώστας Δημητρίου, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Σταύρος Λούρας, Σπύρος Σταυρινίδης, Στέλλα Φυρογένη, Δημήτρης Αντωνίου, Θέα Χριστοδουλίδου, Νιόβη Χαραλάμπους (η μόνη που δεν συμμετείχε στην παλιά παράσταση), Αννα Γιαγκιώζη, Προκόπης Αγαθοκλέους, καθώς και οι ηθοποιοί του Χορού.

  • «Πλούτος»
«Ειρήνη» από το ΚΘΒΕ

G.

Αναμφίβολα πολύ σημαντικός τραγουδοποιός, έχοντας στο ενεργητικό του τραγούδια που θα μείνουν στην ιστορία του ελληνικού έντεχνου τραγουδιού και μουσικές συνθέσεις για δύο κωμωδίες του Αριστοφάνη, ο Διονύσης Σαββόπουλος, φέτος (κατά το «Στην Ελλάδα ό,τι δηλώσεις είσαι») δήλωσε «μεταφραστής», «σκηνοθέτης» και «ηθοποιός», παρουσιάζοντας στα Επιδαύρια τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη (παραγωγή του «Ακροπόλ»). Πλην, όμως, ο συνθέτης σεβόμενος το όνομά του – όφειλε να πει ότι με «μπούσουλα» άλλες μεταφράσεις του έργου συνέθεσε μια ολότελα ελεύθερη διασκευή, διανθισμένη με μερικά παλιά σπουδαία τραγούδια του και κυρίως με τις σημερινές του ιδεολογικές απόψεις και εκτιμήσεις για την οικονομική κρίση και την υπέρβασή της. Η σαββοπουλική διασκευή αντιμετωπίζει το λαό ως καλοπερασάκια, άρα και υπεύθυνο για την οικονομική κρίση. Κρίση που αποδίδει στη «γενική» -μετά τη μεταπολίτευση- ευμάρεια, τον εύκολο πλουτισμό, τον νεοπλουτισμό, τον καταναλωτισμό, τη λαμογιά, τους μιζαδόρους πολιτικούς, και όχι στον καπιταλισμό που γεννά κι αυτά τα φαινόμενα. Αντιμετωπίζει τα μνημόνια ως «αναγκαία» και «αναπόφευκτα» και αισιοδοξεί για «καλύτερες μέρες», εάν ο λαός, υπομονετικά, δεχτεί τη δική του «ανάγνωση» -παρερμηνεία όσον αφορά στο αριστοφανικό μήνυμα μέσω του προσώπου της Πενίας. Ο Αριστοφάνης, διά στόματος Πενίας, υπερασπιζόταν την κοινωνική χρησιμότητα όλων των επαγγελμάτων, την παραγωγική εργασία όλων των ανθρώπων, αλλά και την ίση κατανομή του πλούτου που παράγουν. Δεν πίστευε ότι υπάρχει έντιμη και ανέντιμη Πενία, φτώχεια δηλαδή. Δεν κήρυττε τη λιτότητα ως μόνη «οδό» για το λαό, όπως η σαββοπουλική διασκευή, που καταλήγει με το παλιό τραγουδάκι «Μας φτάνει μόνο ένα κύμα στ’ ακρογιάλι/ και ένα σπιτάκι φτωχικό στην αμμουδιά(…)». Η παράσταση του Σαββόπουλου δεν ελέγχεται για υπερβολές, κακογουστιές, χυδαιότητες. Διαθέτει μια νέα, πολύ ενδιαφέρουσα, μουσική του, ζωντανά εκτελεσμένη. Μερικές όμορφες ιδέες (λ.χ., θυμίζοντας το θέατρο σκιών και το τσίρκο) και εύστοχα χιουμοριστικές πινελιές. Κύριοι «συνσκηνοθέτες» της είναι το εικαστικό κάλλος των ευφάνταστων και πολύχρωμων κοστουμιών (Αγγελος Μέντης, Μαρία Ηλία) και του πανέμορφα απλού σκηνικού – λαϊκό παλκοσένικο (Αγγελος Μέντης) και προπάντων οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών, με προεξάρχοντες έξι πολύ ταλαντούχους ηθοποιούς και κυρίαρχο τον Χρήστο Λούλη που αποκαλύπτει και το κωμικό του τάλαντο (υπέροχος, με ανάλαφρη καραγκιόζικη χάρη, στον δούλο Καρίωνα). Τον πηγαία κωμικό Μάκη Παπαδημητρίου (Πλούτος), που με μελαγχολικό χιούμορ «βαθαίνει» το ρόλο του. Την Αμαλία Μουτούση, που με τα δυνατά και γοητευτικά υποκριτικά της μέσα υπηρέτησε τη σαββοπουλική άποψη για την Πενία. Τον Νίκου Κουρή, που σαρκαστικά υποδύεται τον Χρεμύλο. Τους απολαυστικούς Ευριπίδη Λασκαρίδη (Γριά), Ηλία Μελέτη (Συκοφάντης), Ερμή Μαλκότση (Ερμής). Ο ερμηνευτική παρουσία του Σαββόπουλου περιορίστηκε με την Παράβαση (δικό του κείμενο) και με κάποια παλιά τραγούδια του.

  • «Ειρήνη»
«Πλούτος»

Το 421 π.χ., παραμονές της Νικίειας ειρήνης, μιας ανακωχής μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών, ο Αριστοφάνης παρουσιάζει την «Ειρήνη», μια κωμωδία «πολεμικής» του ποιητή στο συνεχιζόμενο Πελοποννησιακό Πόλεμο και εξύμνησης του ζωτικού αγαθού της ειρήνης. Ο Αριστοφάνης «εξοπλίζει» τον ήρωά του, τον φτωχό Αθηναίο αγρότη Τρυγαίο -εκπρόσωπο του λαού, με μια σουρεαλιστική «μηχανή» -έναν σκατομπούρμπουλα- για να φθάσει στα Ουράνια, να ανακαλύψει πού κρύβουν οι θεοί την Ειρήνη και να τη φέρει στη γη. Ο Τρυγαίος «λαδώνει» τον Ερμή, μαθαίνει σε ποια σπηλιά κρατά ο θεός Πόλεμος την Ειρήνη, με τον αγώνα του ίδιου και του Χορού απελευθερώνει την Ειρήνη και την ξαναγυρίζει στην Ελλάδα, συνοδευόμενη από την Οπώρα και τη Θεωρία. Με τα καλούδια της Οπώρας θα χαίρεται ο ίδιος και με της Θεωρίας η Βουλή του Δήμου, εξοβελίζοντας τους φιλοπόλεμους. Αυτή την αριστοφανική κωμωδία – σύμβολο όλων των πολέμων που με αγώνες σταμάτησαν οι λαοί, ο σκηνοθέτης της παράστασης του ΚΘΒΕ, Σωτήρης Χατζάκης, τη χαρακτήρισε «ουτοπική». Εχοντας την ανιστόρητη, επόμενα και αντιδιαλεκτική, άποψη ότι είναι ακατόρθωτη η επικράτηση της Ειρήνης, αποκαθηλώνεις την παντοτινή και οικουμενική αξία αυτής της κωμωδίας και εύκολα ρίχνεις την ποίησή της στην ασχήμια της πολιτικο-οικονομικής μας επικαιρότητας, ακραίων γλωσσικά «καλαμπουριών» και δήθεν «κωμικών» υποκριτικών «ευρημάτων». Ουσιαστικά, το σκηνικό κείμενο απέχει πολύ από το αριστοφανικό πρωτότυπο, γεγονός, βέβαια, διόλου πρωτοφανές. Πρόκειται για μια ακόμη ελεύθερη προσαρμογή αριστοφανικού έργου στο σήμερα της διαφθοράς, του μαύρου χρήματος, του «Τσοχατζοπουλισμού», του ΔΝΤ, των Μνημονίων, της ανεργίας, των τηλεοπτικών εκπομπών μαγειρικής, της διαδικτυακής αθλιότητας. Αραγε το παραστασιακό κείμενο διαμορφώθηκε εν γνώσει ή εν αγνοία του μεταφραστή, Κ. Χ. Μύρη; Ο Κ. Χ. Μύρης έχει καταβάλει πολύχρονο, τεράστιο, και με σπουδαία αποτελέσματα, μεταφραστικό μόχθο στο αρχαίο δράμα. Πολλές φορές υπερασπίστηκε τα αρχαία πρωτότυπα. Επέκρινε τις αλλοιώσεις τους και τις κλεψίτυπες «μεταφράσεις». Με όλο τον οφειλόμενο προς το μεταφραστικό μόχθο του σεβασμό, η στήλη εκφράζει την εξής απορία: Προς τι ζήλωσε τώρα, στην παράσταση του ΚΘΒΕ, να κάνει το ίδιο; Δηλαδή να αλλοιώσει πλήρως το αριστοφανικό κείμενο στην Παράβαση, εξαπολύοντας λίβελο εναντίον κάθε εκσυγχρονιστικής σκηνικής «ανάγνωσης» του αρχαίου δράματος; Περιπτώσεις για να αναπτυχθεί μια σχετική κριτική υπάρχουν. Αλλά μύδροι του όπως: «καταπλάσματα, μεταμοντέρνα χάπατα, χλαπάτσα και χαβούζα», που μας «έμαθαν να μπερδεύουμε το λογείο της ποίησης με το ραφείο της μεταποίησης», όπως γράφει στην Παράβαση, δεν ωφελούν το θέατρο, αφού μάλιστα «μεταποίησε» την Παράβαση του Αριστοφάνη, με την οποία ζητούσε από τους θεατές να βραβεύσουν την «Πολεμοδιώχτρα Μούσα» του (βλέπε τη μετάφραση του Κ. Βάρναλη). Η σκηνοθεσία, με συνεργάτες τους Μίνω Μάτσα (μουσική), Κική Μπάκα (χορογραφία), Ερση Δρίνη (σκηνικό – κοστούμια), Αντώνη Παναγιωτόπουλο (φωτισμοί), με εξαίρεση τη λυρικότατη σκηνή – ύμνο στην Ειρήνη, τις χορευτικές σκηνές της Ειρήνης, της Οπώρας και της Θεωρίας και τη σκηνή της δεύτερης μικρής Παράβασης, με τον διαθέτοντα μέτρο Γιώργο Κωνσταντίνου, άφησε τους ηθοποιούς -και τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο (Τρυγαίος)- στην ευκολία τους, επιτρέποντας την υποκριτική υπερβολή και πολυχρησιμοποιημένα, ξεφτισμένα, κακόγουστα, δήθεν «κωμικά» τερτίπια, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον ξεφωνημένο «τραβεστί», όπως υποδύεται τον Ερμή ο Φάνης Μουρατίδης, ματαίως καταπονούμενος φωνητικά και σωματικά.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 11 Αυγούστου 2013
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: