Η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή είναι μια σημαίνουσα στιγμή της Τραγωδίας, επειδή ετοιμάζει το πέρασμα του ήρωα από την τελετουργική θυσία στην αυτο-θυσία. Όλα όσα έχουν έως τώρα γραφεί, για τήρηση «ίσων αποστάσεων», από τον ποιητή, ανάμεσα στην Αντιγόνη, εκπρόσωπο του «Φυσικού Δικαίου», και τον Κρέοντα, εκπρόσωπο του «Δικαίου της Πόλεως», είναι παρωχημένες αντιλήψεις. Συνιστούν ιστορικό αναχρονισμό. Η έννοια του Φυσικού Δικαίου είναι άγνωστη στην ελληνική αρχαιότητα και ο Κρέων δεν αντιπροσωπεύει κανένα δίκαιο, δρώντας απ’ την αρχή ως το τέλος ώς ένας τυπικός αυταρχικός τύραννος.

Το έργο μεροληπτεί σχεδόν σκανδαλωδώς υπέρ της «αντάρτισσας» Αντιγόνης και το ζήτημα δεν είναι ποιός έχει το νόμο δικό του, αλλά ποιος έχει τα κότσια να τον κάνει! «Ουχ οι ακροαταί του νόμου αλλ’ οι ποιηταί ούτοι δίκαιοι παρά τω Θεώ κριθήσονται…», θα πει ένας άλλος, αργότερα. «Ζωντανός Θεός της Τραγωδίας είναι ο Διόνυσος. ΄Ενας τρομερός θεός με δύο όψεις: χαρά της ζωής και πένθος του θανάτου. Φως της συνείδησης και καταβύθιση στον Άδη του μη συνειδητού. Σε κάνει ικανό να τολμήσεις τα ατόλμητα (Αντιγόνη) ή σε ρίχνει στην άβυσσο (Αγαύη). Αναλόγως πώς τον υποδέχεσαι. ‘Τρομερόν εμπεσείν ες χείρας Θεού ζώντος’, θα πει πάλι, αργότερα, ο άλλος, που ξέρει.

Η Αντιγόνη; Ο Διόνυσος είναι παρών σε αυτήν την τραγωδία της διάβασης των ορίων. Παρών – αθέατος. Από το πρώτο διονυσιακό χορικό, που διακόπτει βάναυσα ο Κρέων, μέχρι τον τελευταίο, βάκχιο χορό της ηρωιδας. Η Αντιγόνη είναι το ανθρώπινο ανάστημα που στηρίζει τα δύο επίπεδα του κόσμου, γη και ουρανό, για να μην πέσουν το ένα επάνω στο άλλο και συνθλίψουν τον άνθρωπο. Ο Διόνυσος είναι ένας θεός που βίωσε μια τραυματική γέννηση και μια «απόρριψη» από τη μήτρα. Επιστρέφει στην πατρική του γη για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του και για να ξαναγεννηθεί από μια φίλια μήτρα γυναίκας. Μήτρα υποδοχής του, κυριολεκτικά και μεταφορικά, γίνεται η Αντιγόνη. Τολμώντας να αψηφήσει τη διαταγή του Κρέοντα και να θάψει τον αδελφό της, «παίρνει επάνω της τον Διόνυσο». Με πλήρη συνείδηση του τι κάνει και γιατί το κάνει και με γνώση όλων των συνεπειών. «Νικάει» τον θεό, διατηρώντας ανοικτή την ανθρώπινη συνείδησή της. Ο θεός νικά, με το να εγκατασταθεί μέσα της ως θεϊκό βρέφος που θα γεννηθεί στον ΄Αδη, κατά τις μυστικές δοξασίες των Ορφικών. Μια μείξη ανθρώπου και θεού, που κάνει πράξη τη μόνη δυνατότητα αθανασίας: το πέρασμα από τη θυσία στην αυτοθυσία.

Η παράσταση, σε σκηνοθεσία της Νατάσας Τριανταφύλλη στο αίθριο του Μουσείου Μπενάκη, στο πλαίσιο του φεστιβάλ Αθηνών, είναι άλλη μια προσπάθεια «μοντέρνας», κατά το δυνατόν, ανάγνωσης της τραγωδίας του Σοφοκλή. Ο «εκμοντερνισμός» αυτός εντοπίζεται τόσο στην οιονεί «χορευτική» σύλληψη της κίνησης όσο και στη μετάφραση του Νίκου Παναγιωτόπουλου σε ένα «σύγχρονο» (της λεγόμενης «γενιάς του ’80») ποιητικό ιδίωμα. Στην ελεύθερη διαμόρφωση του χώρου και στα κοστούμια (Ιωάννα Τσάμη, Νατάσα Τριανταφύλλη), στους ανορθόδοξους φωτισμούς (Scott Bollman) και στην τριπλή εκπροσώπηση από την ίδια ήθοποιό (Λυδία Φωτοπούλου) του μονοπρόσωπου χορού, του Τειρεσία και της Ευριδίκης. Αυτό το εύρημα δεν ήταν άμοιρο, πρέπει να ομολογήσω, σκηνικού ενδιαφέροντος. Κυρίως λόγω της έμπειρης και χαρισματικής Λυδίας Φωτοπούλου, που το αφομοίωσε πλήρως και το έκανε δικό της. Δεν ξέρω ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα με μια άλλη ηθοποιό. Και, επίσης, η ερεθιστική, υβριδική μουσική της Μόνικας, που όλο επιχειρούσε να παρασύρει τους ηθοποιούς στους ρυθμούς της. Κατά τα άλλα, δεν είδα κάτι αληθινά «μοντέρνο».

Η Λένα Παπαληγούρα δεν είναι ακόμη έτοιμη για την «μοντέρνα» Αντιγόνη, έχει μπροστά της δρόμο για να αφήσει το «παλιό» και να πάει στο «καινούργιο». Η Βίκυ Παπαδοπούλου δίνει μια σχεδόν παραδοσιακή Ισμήνη – καλό κορίτσι. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος, υποκριτικά μια «σφίγγα», κρατάει για τον εαυτό του όλα τα μυστικά του Κρέοντα. Ο Χρήστος Σαπουντζής ντύθηκε μια αχρείαστη παραδοξότητα, κόντρα στη φυσική λαϊκότητα του Φύλακα. Ο Ορφέας Αυγουστίδης προσπάθησε και κράτησε σε ένα επίπεδο τον Αίμονα.