Δεν είχα δει την πρώτη εκδοχή της Σαμίας του Μένανδρου, πριν είκοσι χρόνια, πάλι από τον ΘΟΚ, με τους ίδιους σχεδόν συντελεστές. Είχα δει τους λίγο μεταγενέστερους Επιτρέποντες, πάνω στην ίδια πετυχημένη συνταγή, μεταφρασμένους από τον Γιάννη Βαρβέρη, και έγραφα στην κριτική μου της Αυγής (25 Αυγούστου 1996), ανάμεσα σε άλλα, τα πιο κάτω:

«Εκπρόσωπος της μετά τον Αριστοφάνη κωμωδίας, εξαιρετικά δημοφιλής στον καιρό του, πολυγράφοτατος, μας ήταν γνωστός μέχρι πρόσφατα μόνο ως όνομα. Σήμερα, με τα νεότερα παπυρικά ευρήματα, κατέχουμε τέσσερις πλήρεις κωμωδίες του και μπορούμε να διαπιστώσουμε πόσο ‘μοντέρνος’ είναι, μάλιστα στην εποχή του μοντέρνου, το οποίο διαμορφώθηκε σχεδόν ερήμην του. Λέω σχεδόν επειδή είχε προλάβει να επηρεάσει, μέσω των Ρωμαίων μιμητών του, του Πλαύτου και ιδίως του Τερέντιου, το νεότερο ευρωπαϊκό μας θέατρο με αιχμή τον Μολιέρο.

Ο Μένανδρος είναι σύγχρονος επειδή το θέατρό του έχει διαμορφωμένους χαρακτήρες, όχι τύπους. Και επειδή δεν αντλεί τα θέματά του από τη δεξαμενή του μύθου, αλλά από την καθημερινότητα. Ένας χρονικογράφος του μικρού, του ασήμαντου φαινομενικά και του ταπεινού, πολύτιμος όμως διότι μεταφέρει στο θέατρο το ανεπίσημο ύφος μιας επίσημης εποχής. Λόγω της καθυστερημένης επανανακάλυψής του γλίτωσε τη μετάφρασή του στην καθαρεύουσα, ‘επίσημη’ ελληνική γλώσσα του 19ου αιώνα, όντας σε αυτό τυχερότερος απ’ τον Σαίξπηρ τουλάχιστον. Αυτό το κενό ανέλαβε να καλύψει η μεταφραστική επινοητικότητα του ποιητή και κριτικού Γιάννη Βαρβέρη, που απέδωσε τους Επιτρέποντες και τη Σαμία σε μια ‘δροσερή και φιλοπαίγμονα’, όπως ο ίδιος αναφέρει στο σημείωμα του προγράμματος, καθαρεύουσα».

Όσες επιφυλάξεις είχα εκφράσει τότε για τη σκοπιμότητα ενός τέτοιου μεταφραστικού εγχειρήματος σπεύδω να τις ανακαλέσω, όχι επειδή άλλαξα άποψη, αλλά επειδή έχει αλλάξει δραματικά, μέσα σε ελάχιστα χρόνια, η οπτική μας πάνω στη γλώσσα. Σήμερα οι γλωσσαμυντορικές εμμονές όλων των πλευρών κατέπεσαν και αρχίζουμε πια να νιώθουμε, το ελπίζω, ότι μόνη αληθινή πατρίδα μας είναι η παιδεία και μόνο μας σπίτι η γλώσσα… Ότι μόνο εξαγώγιμο προϊόν μας, μόνη βιώσιμη «βαριά» βιομηχανία μας είναι ο πολιτισμός. Και ότι πρέπει να στρέψουμε σε αυτόν όλες τις παραγωγικές μας δυνάμεις.

Ας συμμετάσχουμε, για την ώρα, σε αυτό το εορταστικό γλωσσικό γεγονός που είναι η μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη. Βασική μου αντίρρηση ήταν τότε όχι αν μπορούμε, αλλά αν χρειάζεται να μεταφέρουμε τον Μένανδρο σε ένα όχημα γλωσσικό επινοημένο σε δεδομένη εποχή, για να χρησιμεύσει ως προσωπείο μιας τεχνητά διασπασμένης γλώσσας… Ότι η καθαρεύουσα ήταν ένας πολιτικός ελιγμός τακτικής της ίδιας της γλώσσας, προκειμένου να προσπελάσει τα ιδεολογικά πρόσημα που επιχειρούσαν κάποιοι να της βάλουν… Ότι μια μετάφραση σε καθαρεύουσα κινδυνεύει πάντα να υποπέσει στο «αμάρτημα» της ταυτοπάθειας, δηλαδή του μανιερισμού. Σήμερα, μετά όσα είπα πιο πάνω, και στο μέτρο που έχουμε όντως καταλάβει σε ποιο σημείο βρισκόμαστε γλωσσικά, αποσύρω τις επιφυλάξεις μου, λέγοντας ένα «ναι». Γιατί όχι; Η μετάφραση του Βαρβέρη, που ήξερε θαυμάσια γράμματα, εξακολουθεί να παραμένει και να διασκεδάζει, όχι λόγω της δύναμης της αδράνειας, αλλά με τις δικές της δυνάμεις.

Αφιέρωσα ένα τόσο μεγάλο μέρος της κριτικής μου στη μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη, επειδή είναι, πράγματι, ο κινητήριος μοχλός της παράστασης του ΘΟΚ, σε σκηνοθεσία του Εύη Γαβριηλίδη. Βασίζεται στους ρυθμούς της, αναπνέει τις αναπνοές της, ακολουθεί τους λυρικούς βηματισμούς της. Με τα θαυμάσια σκηνικά – κοστούμια του Ζιάκα, που γεφυρώνουν άλλοτε και τώρα. Με την πολυσυλλεκτική, παιγνιώδη μουσική του Μιχάλη Χριστοδουλίδη. Με τους άψογους φωτισμούς του Γιώργου Κουκουμά, με τη μοντέρνα χορογραφία του Ισίδωρου Σιδέρη. Με τα ωραία, παρηγορητικά τραγούδια του άδοντος δωδεκαμελούς χορού (κορυφαίοι οι Νεοκλής Νεοκλέους και Στέλλα Κρούσκα), στη διδασκαλία της Μάρως Σκορδά. Εντυπωσιάζει ο Αλκίνοος Ιωαννίδης ως ηθοποιός, από τα «χαμηλά» της φωνής του ορμώμενος. «Μαγειρεύει» παράσταση ο «μάγειρος» Σταύρος Λούρας. Ευτυχεί το «δίδυμο» των κοριτσιών (Στέλλα Φυρογένη, Νιόβη Χαραλάμπους). Στον ρόλο του φαντασμένου αστού Δημέα, ο Κώστας Δημητρίου παραπέμπει με επιτυχία σε παλιές, καλές νεορεαλιστικές ταινίες. Και το υπόλοιπο «σόι» του ΘΟΚ καλό: Σπύρος Σταυρινίδης, Δημήτρης Αντωνίου, Θέα Χριστοδουλίδου, Προκόπης Αγαθοκλέους.