Η πίσω αυλή της Αθήνας του ’60

Σύγχρονο ανέβασμα σε ένα γερασμένο κείμενο από καλούς νέους ηθοποιούς
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, 8/7/2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΒΑΣΤΙΚΟΓΛΟΥ: Αγγέλα, σκην. Ενκε Φεζολάρι, θέατρο: Αυλή – Kunsthalle Athena

Η ιστορία είναι αληθινή. Στην εμφυλιακή εποχή, όταν οι αριστεροί είχαν για ένα φεγγάρι το πάνω χέρι στη Θεσσαλονίκη συνέβαιναν από απλοϊκές μέχρι και ρομαντικές ιστορίες. Oπως τότε που σε μια από τις συχνές «έρευνες» που γίνονταν στα αστικά νοικοκυριά ένας νεαρός γύρισε κι είπε: «Τ’ αφεντικά απ’ εδώ και οι υπηρέτριες απ’ εκεί! Στ’ αριστερά». Κι απευθυνόμενος «στα δουλικά» τους ανήγγειλε θριαμβευτικά: «Τώρα είστε ελεύθερες. Μπορείτε να φύγετε απ΄ αυτούς που σας εκμεταλλεύονται τόσα χρόνια!». Κι ήταν λέει μία γριά υπηρέτρια στο συγκεκριμένο σπίτι που έξαλλη του έβαλε τις φωνές. «Δεν θα μου πεις εσύ με ποιον θα πάω. Είμαι εδώ από παιδί και τους αγαπάω όλους σαν οικογένεια. Ακου εκεί! Εγώ νοιώθω αυτό που κάνω εδώ καταδικό μου!».

Στη μεταπολεμική δεκαετία του ‘50 οι υπηρέτριες ήταν θεσμός. Την εποχή που η ύπαιθρος πεινούσε στην κυριολεξία, τα νεαρά κορίτσια που πήγαιναν σε αστικά σπίτια «για ένα κομμάτι ψωμί» ήταν μέσα στην τότε εικόνα της κοινωνίας. Το ζούμε άλλωστε ακόμα μέσα από τις ασπρόμαυρες ταινίες του ’60 και ’70. Σήμερα θα τις ονόμαζε κανείς τις Φιλιππινέζες εκείνης της εποχής.

Ασπρόμαυρος καπιταλισμός

Με κεντρικό θέμα τις υπηρέτριες εκείνες η «Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου (1913-1990) είναι γραμμένη τη δεκαετία του ’50. Σε μια πίσω αυλή όπου βλέπουν τα μπαλκόνια από τις κουζίνες των αστικών διαμερισμάτων διαδραματίζονται οι προσωπικές ιστορίες των νεαρών κοριτσιών. Το έργο αρχίζει με μία αυτοκτονία, Μια κοπέλα μένει έγκυος. Ενας αγαπητικός θέλει να τη «βγάλει στο κλαρί». Ενας άλλος θέλει να φύγει μετανάστης. Ιστορίες που σήμερα θα ήταν αρκετά διαφορετικές. Ως μεσοαστός μαρξιστής διανοούμενος ο Σεβαστίκογλου, που έγραψε την «Αγγέλα» του στη μοσχοβίτικη εξορία του, αντιμετώπισε το θέμα ως κοινωνικό φαινόμενο ενός ασπρόμαυρου καπιταλισμού, όπως τον αντιμετώπιζαν τότε -πριν από 60 χρόνια!- και με τα τότε ισχύοντα κριτήρια ενός ιστορικού υλισμού.

Εξηγούμαι: Το 1950 ήταν η εποχή που τόσο ο «σοσιαλισμός» όσο και ο καπιταλισμός περιόριζε όσο γινόταν περισσότερο την κυριαρχία και την πρωτοβουλία του ανθρώπου πάνω στη δουλειά του. Μόλις το είχε δείξει μεγαλοφυώς κι ο Τσάρλι Τσάπλιν στους «Μοντέρνους Καιρούς» του. Ποια θα ήταν όμως η εναλλακτική λύση; Μα τι άλλο από το να κυριαρχούν οι άνθρωποι στις μηχανές, κι όχι οι μηχανές στους ανθρώπους. Αυτό βέβαια συνεπάγεται μια άλλη οργάνωση της δουλειάς κι άλλου είδους μηχανές. Με δυο λόγια θα ’πρεπε να φθάσει κανείς στο σημείο να αισθάνεται την εργασία σαν δική του. Ακριβώς σαν εκείνη τη «γριά-δούλα» που λέγαμε στην αρχή. Κάτι που δεν πέτυχε ακόμα και στις δεκαετίες του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Ο -αλβανικής καταγωγής- Ενκε Φεζολάρι σκηνοθέτησε το έργο αποφεύγοντας -ευτυχώς!- τον νατουραλισμό που υπάρχει τόσο στο γερασμένο κείμενο, αλλά και στην παλιά αυλή στον Κεραμεικό όπου στήθηκε η παράσταση. Οι καλοί –στο σύνολό τους- νέοι ηθοποιοί συχνά απευθύνονται φάτσα στο κοινό, ακόμα και στα διαλογικά τους μέρη, αποστασιοποιώντας έτσι κατά κάποιον τρόπο τη διάθεση της παράστασης. Ακόμα κι όταν οι τόνοι τους ανεβαίνουν κατά πολλές νότες, ο Φεζολάρι επεξηγεί το γεγονός με τα εξωπραγματικά στοιχεία που τοποθετεί «εκμοντερνίζοντας» την παράσταση – πράγμα που εν μέρει πετυχαίνει. Δίχως να είναι απόλυτα επιτυχημένη ήταν μία σκηνοθετικά ενδιαφέρουσα δουλειά η οποία δίνει πολλές υποσχέσεις ακόμα και για τη μελλοντική δουλειά ενός αναμφισβήτητα προβληματισμένου, ταλαντούχου σκηνοθέτη.

Οι ηθοποιοί (Ελένη Βεργέτη, Κωστής Καλλιβρετάκης, Βασίλης Μαργέτης, Κωνσταντίνος Μωραΐτης, Ιρις Πανταζάρα, Βίκυ Παπαδοπούλου, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Καλλιόπη Τζερμάνη) ανήκουν στην έκτακτη γενιά των νέων καλοσπουδαγμένων ερμηνευτών που δείχνουν τέτοια όρεξη κι ενθουσιασμό ο οποίος συχνά τους οδηγεί ακόμα και σε εκφραστικές υπερβολές. Καλά ενσωματωμένη στη δράση η Λόλα Γιαννοπούλου με τα διαχρονικά λαϊκά τραγούδια της. Ενώ η Δάφνη Κούτρα (σκηνικά, κοστούμια) διάλεξε κρεμαστά πολύχρωμα λαμπιόνια για να φωτίσει την παράσταση, ενώ επέμενε στα μαύρα φορέματα για τις κοπέλες.

Ηταν μια ενδιαφέρουσα παράσταση η οποία αποδεικνύει ότι ακόμα και στις δύσκολες περιόδους για το θέατρο όταν υπάρχει κέφι, ταλέντο και μια προσφερόμενη, έρημη αυλή το αποτέλεσμα μπορεί ακόμα και να ενθουσιάσει ένα νεανικό κοινό σαν κι αυτό που συνάντησα κι εγώ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: