Μπρεχτ και «Σαουμπίνε»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
 
«Ο Μαρξ και τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα των μικροαστών»

«Protekt me» από τη «Σαουμπίνε»

Το βερολινέζικο θέατρο «Σαουμπίνε» είναι σήμερα, ίσως, το πιο παραγωγικό, πολυφωνικό και τολμηρό θεματολογικά και αισθητικά ευρωπαϊκό θέατρο. Από τις 32 παραστάσεις του την περίοδο 2011- 2012, επέλεξε να παρουσιάσει στην Ελλάδα – στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών – το έργο του Γερμανού δραματουργού και σκηνοθέτη Φαλκ Ρίχτερ «Protekt me» («Προστάτεψέ με»), σε σκηνοθεσία του ίδιου, με τη συνεργασία της χορογράφου Ανούκ βαν Ντάικ. Ενα καθαρόαιμο πολιτικό έργο, άκρως επίκαιρο θεματολογικά, ασύνηθες δραματουργικά και ρηξικέλευθο μορφολογικά, δομημένο πάνω σε μια εντονότατα κινησιολογική – και όχι πάνω σε μια συνήθη συναισθηματική – σωματοποίηση του λόγου. Θυμίζει, αλλά δεν είναι χοροθεατρική η παράσταση αυτή, καθώς απορρίπτει κάθε χορογραφική – κινησιολογική καλλιέπεια και μετατρέπει το σώμα σε πρώτιστο «όργανο» εκφοράς και έκφρασης του λόγου. Ολων των «επιπέδων» του. Αμεσων, έμμεσων, υπονοηματικών, διανοητικών, ψυχολογικών. Στη σχεδόν άδεια σκηνή (μόνα αντικείμενα είναι μερικές καρέκλες, δύο μικρόφωνα και δύο θάλαμοι στα δύο πίσω άκρα της), οι καλογυμνασμένοι – φωνητικά και κινησιολογικά – ηθοποιοί της «Σαουμπίνε», με στοχασμό και συναίσθημα, με ρεαλιστική απλότητα στο λόγο και κινησιολογική δεινότητα, «εξέπεμψαν» το ουσιώδες, τολμηρότατο έργο του Ρίχτερ με θέμα την ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομική κρίση του καπιταλισμού σήμερα, αλλά και παρελθούσα και μέλλουσα. Ενα έργο προσωπικό – βιωματικό, απολύτως αυτοαναφορικό «κατηγορώ» του συγγραφέα για το καπιταλιστικό σύστημα και τις ολέθριες συνέπειές του. Συνέπειες που βίωσαν στο παρελθόν όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί, που βιώνουν και σήμερα οι χώρες – μέλη της ΕΕ, και όλης της Ευρώπης, εξαιτίας ενός συστήματος που γέννησε, γεννά και θα γεννά τη βία, το φασισμό, ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Τρομοκρατεί τους λαούς. Καταργεί ανθρώπινα, κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα. Αχρηστεύει, με καταργήσεις θέσεων εργασίας σε όλες τις κεφαλαιοκρατικές επιχειρήσεις, καλπάζουσες απολύσεις, ανασφάλιστη και ελαστική εργασία, δουλοκτητικές εργασιακές σχέσεις, αμοιβές πείνας, ιδιαίτερα τις νέες γενιές. Εξαθλιώνει όλο και πολλαπλασιαζόμενα εκατομμύρια εργαζομένων. Δημιουργεί ένα νέο κοινωνικό «μεσαίωνα». Διαλύει τις οικογενειακές, ερωτικές και φιλικές σχέσεις. Αποξενώνει, περιθωριοποιεί, «τρελαίνει» κυριολεκτικά, ωθεί στη μοναξιά και στην ψυχασθένεια αμέτρητους ανθρώπους, ενώ το κεφάλαιο, παρασιτικό, παράλογο, κυνικό, απάνθρωπο, εκτροχιασμένο διαβιοί σε «παραδείσους». Γι’ αυτά και πολλά άλλα ανθρώπινα και κοινωνικά προβλήματα μιλά το σεναριακής δομής έργο του Ρίχτερ. Καταγγέλλει τη Γερμανία για τους δυο ιμπεριαλιστικούς πολέμους, για τα σημερινά εκατομμύρια ανέργων και των μισθών πείνας στο έδαφός της, για την «ηγεμονεύουσα» πολιτική της στη ΕΕ, σε βάρος των άλλων λαών. Ο Ρίχτερ δε διστάζει να επαναλάβει ότι η ιστορική πορεία του καπιταλισμού αποδεικνύει ότι πρόκειται για απάνθρωπο, αδιέξοδο, κρισιακό κοινωνικό σύστημα, από το οποίο πρέπει να γλιτώσει η ανθρωπότητα. Ενώ πιστεύει στην ανάγκη ανατροπής του καπιταλισμού και ύπαρξης ενός άλλου κοινωνικού συστήματος που να «προστατεύει» κάθε άνθρωπο, δηλώνει αδύναμος ως καλλιτέχνης να ονομάσει το άλλο κοινωνικό σύστημα που αξίζει στην ανθρωπότητα, το σοσιαλισμό. Η ειλικρίνειά του είναι τόση που, προς το τέλος του έργου, σε μια – μάλλον αυτοβιογραφική – σκηνή του «συγγραφέα – σκηνοθέτη» γιου με τον γέρο «πατέρα» του, διά στόματος «πατέρα», τολμά να κάνει μια σοβαρότατη αυτοκριτική ομολογία. Οτι δεν έχει τη δύναμη και το ταλέντο να γράψει σήμερα έργα ανάλογα του «Βόιτσεκ» και «Λεντς» του επαναστάτη Γκέοργκ Μπίχνερ, ή ένα κείμενο ανάλογο της επαναστατικής διαμαρτυρίας – διακήρυξης του Μπίχνερ, με τίτλο «Ο Ταχυδρόμος της Εσσης». Ελπιδοφόρος δημιουργός, ο Φαλκ Ρίχτερ είναι πραγματικά άξιος επαίνων για την ουσιώδη πολιτικοκοινωνική κριτική του στον καπιταλισμό, την προαναφερόμενη ειλικρίνειά του και τη δυναμική καθοδήγηση της κειμενο-σκηνοθετικής σύλληψής του, όπως αξιέπαινοι είναι η χορογράφος, όλοι οι άλλοι καλλιτεχνικοί συντελεστές και οι ερμηνευτές.

«Protect me»

2ο Φεστιβάλ Νέων στο «Τρένο στο Ρουφ»

Στην ήσυχη, φροντισμένη, πυκνόφυτη αποβάθρα, στο μουσικό βαγόνι του, αλλά και στα επιπλέον 12 παλιά βαγόνια του θεάτρου «Το Τρένο στο Ρουφ», η δημιουργός του Τατιάνα Λύγαρη οργάνωσε και φιλοξένησε (10 – 27/5) το 2ο Φεστιβάλ Νέων Καλλιτεχνών «Τα 12 κουπέ», που περιέλαβε θέατρο, μουσική, χορό, εικαστικά, φωτογραφία και βίντεο περφόρμανς.

Τη διοργάνωση εγκαινίασε η πραγματικά αξιέπαινη παράσταση της ομάδας «ΑΞΑΝΑ» «Ο Μαρξ και τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα των μικροαστών». Τίτλος παράδοξος, αλλά εντέλει ουσιωδέστατος, αφού υποδηλώνει την επίδραση του Μαρξ στο έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ και στη συγκεκριμένη περίπτωση στο μονόπρακτο «Επτά θανάσιμα αμαρτήματα των μικροαστών», με μουσική του Κουρτ Βάιλ (στην Ελλάδα το έργο πρωτοανέβασε η Λυρική Σκηνή, το Δεκέμβρη του 2007). Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 ο εξπρεσιονιστής Μπρεχτ, με συνεργάτη τον Βάιλ, αρχίζει να επεξεργάζεται την ιδεολογο-αισθητική αντίληψή του για το οπερατικό είδος, τη δική του αντιόπερα, «καρποί» της οποίας ήταν τα έργα «Μικρό Μαχαγκόνι», «Οπερα της πεντάρας», «Η άνοδος και η πτώση της πόλης Μαχαγκόνι» και «Επτά αμαρτήματα των μικροαστών» (το μοναδικό στο είδος της όπερα – μπαλέτο που έγραψε). Το 1933 ο Μπρεχτ παίρνει το δρόμο της εξορίας. Τον Ιούνη του 1933 το έργο ανεβαίνει στο θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων, στο Παρίσι, με χορογραφία του Ζορζ Μπαλανσίν και το 1936 στην Κοπεγχάγη, αλλά με διαταγή του φιλοναζιστικού παλατιού απαγορεύεται. Το έργο αυτό – διαδραματίζεται στη «μητρόπολη» του καπιταλισμού και της πολύμορφης εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, τις ΗΠΑ – εστιάζεται στη μικροαστική τάξη και σε επτά από τα πολλά άλλα αμαρτήματά της: Οκνηρία, αλαζονεία, οργή, λαιμαργία, λαγνεία, απληστία, ζηλοφθονία. Ο Μπρεχτ καυτηριάζει τον εκφαυλισμό της ηθικής και της συνείδησης του ανθρώπου, την εμπορευματοποίηση, έως και την εκπόρνευσή του, ακόμη και με ευθύνη του, για το χρήμα. Ιδιοφυώς ο Μπρεχτ συμπύκνωσε τη διαλεκτική κριτική του συνθέτοντας ένα πρόσωπο σε δύο εκδοχές. Μια μικροαστική οικογένεια στη Λουιζιάνα (σαρκαστικά ο Μπρεχτ βάζει έναν βαρύτονο να τραγουδά τα λόγια της μητέρας) ωθεί την όμορφη μπαλαρίνα κόρη της, Αννα, να πάει σε άλλη πολιτεία, να δουλέψει και να βγάλει λεφτά για να χτίσουν καινούριο σπίτι. Η Αννα φεύγει, αλλά ως μπαλαρίνα ψευτοζεί. «Καλοθελητές» της δίνουν δουλειά σε καμπαρέ. Καλύτερη η «αμοιβή» στο καμπαρέ, καλύτερη με την εκπόρνευσή της και μεγάλη όταν η Αννα γίνεται «έμπορος» του εαυτού της. Πλουτίζει, αυτοεκπορνευόμενη έως ψυχοσωματικής εξουθένωσης. Η μια εκδοχή του προσώπου, η Αννα Ι (μόνο βουβός χορός), καθρεφτίζει ψυχοσωματικά την «εμπορευματοποίηση» του ανθρώπου από εκμεταλλευτές του. Η δεύτερη εκδοχή, η Αννα ΙΙ (μόνο ομιλία – τραγούδι), εκφράζει τη λειτουργία της σκέψης, της επίγνωσης, της «συνομιλίας» του ανθρώπου με τον εαυτό του, τη συνείδησή του. Με αυτή την εκδοχή του προσώπου ο Μπρεχτ υπογραμμίζει και την ατομική ευθύνη του ανθρώπου για την εκμετάλλευση και εμπορευματοποίησή του. Η Ιλια Κοντού, η οποία υπογράφει την ενδιαφέρουσα, εξπρεσιονιστικής αισθητικής σκηνοθεσία, σκηνογραφία, ενδυματολογία, χορογραφία, προκειμένου να καταδείξει τη μαρξιστικής διαλεκτικής θεματολογία και κριτική του Μπρεχτ, εμπλούτισε το έργο του (στον πρόλογο, επίλογο και ενδιάμεσα σκηνές), με αποσπάσματα του «Κεφαλαίου», του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» του Μαρξ και με αλληλογραφία των Μαρξ – Ενγκελς, σχετικά με την εκμετάλλευση και εμπορευματοποίηση του ανθρώπου, εντάσσοντάς τα διακριτικά, αρμονικά και ατμοσφαιρικά στη σκηνική πράξη. Την πολύ ενδιαφέρουσα ιδεολογο-αισθητική «ανάγνωση» του έργου στήριξε, ομόψυχα, μια αξιέπαινη πλειάδα καλλιτεχνών (λυρικοί τραγουδιστές, χορευτές, ηθοποιοί και η ορχήστρα του Κέντρου Ελληνικής Μουσικής).

Η υπογράφουσα παρακολούθησε τις παρακάτω πέντε (από τις δεκαπέντε συνολικά), μικρής διάρκειας, άξιες αναφοράς, αλλά με αδυναμίες (κειμενικές, σκηνοθετικές, ερμηνευτικές), θεατρόμορφες δημιουργίες νέων καλλιτεχνών και ομάδων, με ερμηνευτικά καλύτερες τις δύο τελευταίες: «Σοκολάτα ή ένα κομμάτι επιθυμίας», «Γυαλιστερές ιστορίες κεκλεισμένων των θυρών», «Φρενοκομείο με θέα τη θάλασσα», «Deja vu» και «Α-Ζ» (σπουδή πάνω στο έργο της Σάρα Κέιν «Crave»).

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 6 Ιούνη 2012
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: