Ποικιλία κειμένων και μορφών

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • «Μεταμόρφωση» από το «Σημείο Μηδέν»
«Μαντάμ Σουσού»
G.

Συνεχίζοντας μια σοβαρή πορεία θεματολογικού και αισθητικού προβληματισμού, ασκούμενου με θεατροποιήσεις λογοτεχνικών έργων διαχρονικής αξίας, ο θίασος «Σημείο Μηδέν» (μετά τους «Δίκαιους» του Καμύ), στέγασε (στο Ιδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης»), ένα επίσης αξιόλογο εγχείρημα σκηνικής μεταφοράς της «Μεταμόρφωσης» του Κάφκα. Ενα σπουδαίο, εξπρεσιονιστικής αλληγορίας, διήγημα του γερμανόφωνου Τσέχου συγγραφέα, του οποίου ο αυτοβιογραφικός – αυτοψυχογραφικός «πυρήνας» εμπεριέχει και εκφράζει την υπαρξιακή αγωνία, τον ψυχοδιανοητικό «εφιάλτη» κάθε ανθρώπου ανίσχυρου, καταπιεσμένου, εκμεταλλευόμενου, αλλοτριωμένου, απομονωμένου, εξαιτίας των δομών, αξιών και κανόνων της σύγχρονης κοινωνίας (οικογένειας, εργασίας, κοινωνικού περιβάλλοντος). Η απέχθεια, ο φόβος, το αίσθημα ενοχής και αδυναμίας του Κάφκα, λόγω του εγωτικού, δεσποτικού, απαιτητικού πατέρα του, της εξαντλητικής εργασίας του (δούλευε σε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία, σπουδάζοντας παράλληλα Νομικά), η ευαίσθητη υγεία του (καιροφυλακτούσε η φυματίωση), η απέχθειά του για την καταπιεστική, γραφειοκρατική, παράλογη κοινωνία, η υπαρξιακή ανασφάλεια, η μοναχικότητα και το στερημένο δικαίωμά του να είναι ο εαυτός του, «τροφοδότησαν» το σύνολο, σχεδόν, του έργου του και εντονότατα τη «Μεταμόρφωση» (1912). Το κεντρικό πρόσωπο του διηγήματος, ο Γκρέγκορ Σάμσα, μετά από μια κοπιαστική εργασιακή ημέρα και μια νύχτα με ανήσυχα όνειρα, εξαναγκάζεται να ξυπνήσει για να είναι εγκαίρως στη δουλειά του. Ξυπνώντας, όμως, έχει μεταμορφωθεί σε «σκαθάρι», που θα συχαίνεται ο πατέρας, θα αποφεύγει η μητέρα, θα συμπονά μόνον η αδελφούλα του, θα τρέφεται με βρωμιές και θα πεθάνει απομονωμένος μέσα σε ένα δωμάτιο – κλουβί, όπου τη θέση του θα πάρει ένα ακόμα καταπιεσμένο πλάσμα, η αδελφή του. Εδώ να σημειωθεί ότι το πρωτότυπο μετέφρασαν οι Σάββας Στρούμπος και Δανάη Σπηλιώτη. Η διασκευή (του θιάσου), στρέφοντας όλη την προσοχή της στα τέσσερα κύρια πρόσωπα και στο ψυχογραφικό χαρακτήρα του έργου, με αποτέλεσμα να περιοριστεί το κοινωνιολογικό εύρος και φόντο του, ώθησε την αναμφίβολα, ενδιαφέρουσα και ατμοσφαιρική, σκηνοθεσία του δημιουργού της ομάδας, Σάββα Στρούμπου, να στραφεί προς μια κινησιολογική ψυχογραφική και λιγότερο χαρακτηρολογική ερμηνεία των τεσσάρων προσώπων, βασιζόμενος αλλά και αξιοποιώντας στο έπακρο την εξαιρετική κινησιολογική ευλυγισία του Μιλτιάδη Φιορέντζη (Γκρέγκορ), όπως και την επίσης εκφραστική κινησιολογική και υποκριτική ικανότητα της Ελεάνας Γεωργούλη (Γκρέτε Σάμσα). Γόνιμη η ερμηνευτική συμβολή και των Σάββα Στρούμπου (λιτός αφηγητής), Μαρίας – Ολγας Αθηναίου και Θοδωρή Σκυφτούλη. Καλαίσθητα τα κοστούμια (Γιώργος Κολιός – Rebecca Gutsfelt) και το σκηνικό (Γ. Κολιός), ατμοσφαιρική η συμβολή των φωτισμών (Κώστας Μπεθάνης) και της μουσικής (Λεωνίδας Μαριδάκης). Αξιέπαινο είναι το βιβλίο – πρόγραμμα της παράστασης, με το πρωτότυπο και τη διασκευή (μετάφραση, κείμενα των Σάββα Στούμπου – Δανάης Σπηλιώτη) Φραντς Κάφκα «»Η μεταμόρφωση» και Αναφορά σε μια Ακαδημία» (εκδόσεις «Νεφέλη»).

  • «Ψευδαισθήσεις» στο «Θέατρο Οδού Κυκλάδων»
«Μεταμόρφωση»

«Βήμα» σκηνοθετικής δημιουργίας, στη στέγη της, στο «Θέατρο οδού Κυκλάδων», έδωσε η 30χρονη «νέα Σκηνή» του Λευτέρη Βογιατζή, στην πραγματικά ταλαντούχα Κατερίνα Ευαγγελάτου, για να ανεβάσει το έργο του Ρώσου δραματουργού Ιβάν Βιριπάγιεφ «Ψευδαισθήσεις». Πολυβραβευμένος, αλλά ίσως πρόωρα υπερτιμημένος, ο Βιριπάγιεφ, με αφαιρετική, νεωτερικά αφηγηματική γραφή, θεματοποιεί ιδιαίτερα ή επιμέρους ανθρώπινα προβλήματα και φαινόμενα στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα, κυρίως τη ρωσική, περιγράφοντας τα επιφαινόμενά τους, αλλά όχι το βάθος και τα αίτιά τους. Λ.χ. στο πρωτοπρόσωπα αφηγηματικό «Οξυγόνο» (έργο ενδιαφέρον, το πρώτο έργο του που παίχθηκε στην Ελλάδα), θέμα του ήταν η ανάγκη και «διέξοδος» των Ρώσων, ιδίως των νέων, στη θρησκευτική πίστη, ώστε να αντέξουν τη ζωή και να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της νέας κοινωνικής πραγματικότητας, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης (ένδεια, διάλυση του οικογενειακού ιστού και της κοινωνίας, έλλειψη εργασίας και στέγης, πείνα, ορφάνια, εγκατάλειψη, βία, αλκοολισμός, εκπόρνευση, κ.λπ.), χωρίς να λέει λέξη για τα αίτια και τους υπαιτίους όλων αυτών των δεινών). Πιο «ανάλαφρο» θεματολογικά, ειρωνικά «κωμικό», στο βάθος μελαγχολικό, το έργο «Ψευδαισθήσεις» αφορά στο ορμέμφυτο και αστάθμιτο του έρωτα, στην αγάπη και την πίστη, στη σύμβαση του γάμου, στην εφ’ όρου ζωής συμβίωση, στις αλήθειες και τα ψέματα, στις ομολογημένες και ανομολόγητες επιθυμίες, στις πράξεις και σκέψεις του ανθρώπου, την αγάπη στον τελικό απολογισμό της ζωής και το θάνατο (φυσικό ή αυτοκτονία). Δύο ανδρόγυνα – τέσσερις φίλοι από τα νιάτα τους, με αλλεπάλληλους, κατ’ ιδίαν, εξομολογητικούς μονολόγους, μεσήλικες πια, αποκαλύπτουν το μετά το γάμο τους ξύπνημα του υπολανθάνοντα έρωτα και τελικώς τη μοιχεία με το ταίρι του άλλου. Μοιχεία, εντός της τετράδας, καθώς κάθε άνδρας ερωτεύεται και μοιχεύει με τη γυναίκα του άλλου, κάθε σύζυγος με τον άνδρα της άλλης. «Εναύσματα» για τους εξομολογητικούς μονολόγους αποτελούν ο αναπόφευκτος απολογισμός ζωής που κάνει κάθε άνθρωπος προ του τέλους του και ο θάνατος φυσικός ή ηθελημένος. Το έργο, σε εξαιρετική μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου, με φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου, με σύγχρονα κοστούμια και λιτότατο σκηνικό της Εύας Μανιδάκη (στη γυμνή σκηνή μόνο δύο μικρόφωνα και ως «πλάτη» της σκηνής δυο μαυροπίνακες, με κιμωλίες και σφουγγάρια), η πάντα εύστοχα ευρηματική, με προδιάθεση για πολύσημα «παίγνια», με αίσθηση του χιούμορ, του δραματικού αλλά και του κωμικού, Κατερίνα Ευαγγελάτου, «διάβασε» το έργο σαν μια παιγνιώδη, αλληλοαποκαλυπτική διαδικασία «εγγραφής» και «διαγραφής» στο μαυροπίνακα της ζωής, της διπλής ζωής του κάθε ζεύγους, του κάθε ερωτικού τριγώνου, του κάθε προσώπου. Τη λεπτή ειρωνεία και τα «παίγνια» της σκηνοθεσίας ανέδειξαν η εξαιρετική ερμηνευτική αμφισημία της Αλεξίας Καλτσίκη και του Παντελή Δεντάκη. Αμεσότητα και φυσικότητα διαθέτει ο Βασίλης Κουκαλάνι. Η Ηλέκτρα Νικολούζου δεν έχει απαλλαγεί, ακόμη, από τη μίμηση (λόγου, στάσης, κίνησης) του δισυπόστατου υποκριτικού προτύπου της (αναγνωρίσιμο από τους κατοικούντες τη θεατρική μας Ιερουσαλήμ).

  • «Μαντάμ Σουσού» από το ΚΘΒΕ
«Ψευδαισθήσεις»

Δράμα και κωμωδία αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Σπουδαίος παρατηρητής και καυστικός σχολιαστής της κοινωνικής πραγματικότητας, αλλά και των ανθρώπινων χαρακτήρων, συμπεριφορών, συνηθειών, επιθυμιών, ελαττωμάτων, ο Δημήτρης Ψαθάς, χρονογράφησε και κατόπιν κωμωδιογράφησε τα υπαρξιακά, αλλά κοινωνικής αιτιολογίας κουσούρια ανθρώπων της μικροαστικής τάξης που αυτογελοιοποιούνται – έως και αυτοκαταστρέφονται – καθώς μιμούνται τα μεγαλοαστικά τερτίπια και ορέγονται τα συχνά έωλα «μεγαλεία» τους. Μικροαστικής καταγωγής, μισοεγγράμματη, αλλά φτωχή, χωρίς δικό της σπίτι, γεννημένη και μεγαλωμένη στην παλιά, λαϊκή, υποβαθισμένη γειτονιά της Ακαδημίας Πλάτωνος, παντρεμένη με έναν λαϊκό άνθρωπο, ένα ψαρέμπορο, γεννημένο στην ίδια γειτονιά και με δικό του σπίτι εκεί, συμπεριφέρεται σαν μορφωμένη μεγαλοκυρία, που περιφρονεί τη γειτονιά και τους κατοίκους της, η Σουσού του Ψαθά, καθρεφτίζει σε όλο το «μεγαλείο» της τη μικροαστική ανοησία. Κληρονομώντας έναν πάμπλουτο θείο της, η Σουσού εγκαταλείπει τον άντρα της, αγοράζει ένα μέγαρο, ζει πολυτελώς, δεξιώνεται την παρασιτική «υψηλή κοινωνία», παντρεύεται έναν απατεώνα, με πλαστό όνομα, που παριστάνει τον «αριστοκράτη», με τον οποίο γεννά ένα παιδί, και όταν εκείνος έχοντας αρπάξει τα υπόλοιπα χρήματά της την εγκαταλείπει, βρίσκεται στην ανάγκη να «συμβιβαστεί» και να ξαναγυρίσει στη φτωχογειτονιά της και στον «ταπεινό» άνδρα της, αλλά χωρίς το παιδί της, το οποίο αφήνει έξω από ένα πλουσιόσπιτο, για να μη ζήσει, κι αυτό σε μια γειτονιά του «ταπεινού λαού». Η αθεράπευτη μεγαλομανία, η ντροπή για τη λαϊκή καταγωγή της και η στέρηση του παιδιού της συνιστούν το υπόκρυφο δραματικό στοιχείο του έργου του Ψαθά. Το έργο παρουσιάστηκε στο Θέατρο του «Ελληνικού κόσμου». Η σκηνοθεσία του Γιώργου Αρμένη, αντί να αναδείξει τον καυστικό σαρκασμό, τις κωμικές έως φαρσικές καταστάσεις, τους σχεδόν γκροτέσκα γελοιογραφικούς χαρακτήρες που έπλασε ο Ψαθάς, στράφηκε σε μια ρεαλιστική απόδοση της μεγαλομανίας της Σουσούς, με μεγαλόπρεπα σκηνικά και κοστούμια (Γιάννης Μετζικώφ), θεαματικές χορογραφίες (Αλεξάνδρα Τσοπανίδου) και σχηματικά, αργόρυθμα «μεγαλοπρεπείς» και «λαϊκοπρεπείς» ερμηνείες, καθιστώντας την παράσταση επιτηδευμένη, ωραιοπαθή, βαριά, ψευτοκωμική και τελικώς αγέλαστη.


ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 23 Μάη 2012 
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: