Με φως και σκότος

  • Πολενάκης Λέανδρος, Η ΑΥΓΗ: 20/05/2012

Για το θέατρο του Ιάκωβου Καμπανέλλη έχω καταθέσει, στην «Αυγή» και αλλού, πολλές φορές τη γνώμη του. Το έργο «Ο δρόμος περνά από μέσα» έχει γραφεί στις αρχές της δεκαετίας του ’90, έχω όμως την εντύπωση ότι πρέπει να το δούλευε μέσα του ο συγγραφέας πολλές δεκαετίες και να πήρε την οριστική μορφή του, όταν οι συνθήκες το επέτρεψαν, και όταν ωρίμασε ο χρόνος του. Ο Καμπανέλλης έχει επηρεαστεί γενικά και ειδικά από το θέατρο του Ίψεν, ενώ το συγκεκριμένο θεατρικό μοιάζει να είναι η πιο φιλόδοξη και η πιο ιψενική συγχρόνως δημιουργία του.

«Ο δρόμος…» του Καμπανέλλη στο «Θέατρο Τέχνης»

Με τον Ίψεν, ανοίγω μια παρένθεση, συμβαίνει το εξής παράδοξο. Στην Ελλάδα παίχτηκε νωρίς, ήδη από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, και προσλήφθηκε από την ελληνική διανόηση καίρια. Τα δοκίμια για τον Ίψεν, του Βιζυηνού, του Ξενόπουλου, του Παλαμά, διαβάζονται ακόμη σε αντίθεση με αρκετές ανοησίες που διατύπωνε τότε η «μορφωμένη» Μεσευρώπη για το ιψενικό θέατρο. Μάλιστα, τα γραπτά κάποιων επιφανών Γερμανών εν προκειμένω, είναι σήμερα για να γελάσει ο κάθε πικραμένος.

Εν τούτοις η σωστή αξιολόγηση και τοποθέτηση του Ίψεν από τους Έλληνες θεωρητικούς, δεν είχε άμεσο αντίκτυπο στην ίδια την ελληνική θεατρική γραφή, και δεν δημιούργησε το αναμενόμενο άνοιγμα στην ιψενική αστική θεατρική φόρμα. Ίσως επειδή ο πρώτος επίδοξος μιμητής του Ίψεν, ο Ξενόπουλος προσπάθησε επιδερμικά και μόνο να την επαναλάβει, χωρίς να βλέπει τι κρύβεται πίσω από το «ραγισμένο» σαλόνι – καθρέφτη των ιψενικών αστικών δραμάτων. Κανείς δεν το έβλεπε ακόμη τότε αυτό, ούτε στην άλλη Ευρώπη ούτε και σε εμάς. Χρειάστηκε να έρθει ο Καμπανέλλης, πενήντα χρόνια αργότερα, για να το δούμε και εμείς μαζί του.

«Ο δρόμος…» ακτινογραφεί κατά κάποιο τρόπο, α λα -Ίψεν την ιδιαίτερη ελληνική περίπτωση μιας κοινωνίας με διχασμένη ταυτότητα, που μάταια ψάχνει μέσα στο σκοτάδι για να βρει το πρόσωπό της. Δεν μιμείται, όμως δουλικά το πρότυπό του, αλλά κατορθώνει να «βλέπει» αυτόφωτα και ιθαγενώς τα ανθρώπινα πράγματα. Είναι, για αυτό, ένα έργο εντόνως προφητικό της εξέλιξης που πήραν τα πράγματα στον τόπο μας τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Τα πέντε πρόσωπα γύρω από τα οποία πλέκεται αυτό το δράμα, ιψενικών προδιαγραφών, είναι το καταστάλαγμα μιας ιστορικής πείρας. Ο ξεπεσμένος «χλιαρός» μεγαλοαστός Φάνης Ποριώτης, μια «ράτσα» που έχει σήμερα εκλείψει ή ζει παρασιτικά.

Ο ανερχόμενος απαίδευτος, «κρύος / ζεστός» αντικέρ – μεταπράτης Χάρης Αντωνάκος, που ζει και βασιλεύει μόνον όσο υπάρχει ο αδελφός – αστός το «είδωλό» του σε σπασμένο καθρέφτη… Ο κυνικός, αδίσταχτος «ψυχρός» Λονδρέζος νεαρός «Γιάπι», Ανδρέας Ποριώτης, που εκμεταλλεύεται και απομυζά τους πάντες… Η «πιστή» λαϊκή «δούλα» Γλυκερία, στραμμένη αποκλειστικά στο παρελθόν. Και το «άνθος» του έργου, η «ζεστή» λαϊκή, διψασμένη για ελευθερία και αγάπη, προδομένη «Λίτσα», το αυθεντικότερο, το πιο αληθινό και πιο άμεσο πρόσωπο αυτής της σπαρακτικής ιστορίας, που μοιάζει να έχει γραφεί, κυριολεκτικά, για χάρη της.

Καθώς ο συγγραφέας ορίζει την επαναστατική πράξη γύρω από το τελικό ξέσπασμα της εξεγερμένης νέας γυναίκας (βλ. και «το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας» του Σεφέρη), κλείνοντας σοφά τον κύκλο της με το ανοιχτό ερωτηματικό του «εν απορία» συζύγου: «είναι δική μου;».

Η σκηνοθεσία του Διαγόρα Χρονόπουλου στρωτή, βατή, ευανάγνωστη, φωτίζει ορθόδοξα δραματικά, σε βάθος κλινικής ψυχολογίας και ορθοτομεί «λογικά» τους χαρακτήρες ή τις καταστάσεις. Το έργο, ωστόσο, είναι χτισμένο από σκοτεινότερο, εμφύλιο υλικό, πατώντας πάνω σε «χυμένο αίμα συγγενικό», καθώς ο «οίκος Ποριώτη», το σπίτι κρύβει ένα θανάσιμο, αδελφοκτόνο παρελθόν, για το οποίο γίνεται λόγος υπαινικτικά στο κείμενο. Με αυτήν την έννοια πρόκειται, πιστεύω, για ένα στοιχειωμένο έργο, μια τραγωδία νεκρών ψυχών, και θα έπρεπε ίσως για αυτό, να φωτιστεί «φοβικά» και η τέταρτη διάστασή του, αυτή των εν χορώ νεκρών, που παραμονεύουν αδικαίωτοι σαν τις Ερινύες πίσω από τους τοίχους.

Ο Φάνης Ποριώτης είναι π.χ. «ένας άνθρωπος φτιαγμένος από ιστορίες άλλων ανθρώπων» ένα «εν» που «πολλαχώς λέγεται» και θέλει την αντίστοιχη στόφα, ενός σύνθετου ηθοποιού, δραματικού συνάμα και γελοίου. Στην Ιταλία θα τον έπαιζε ίσως πριν λίγα χρόνια ένας Αλμπέρτο Σόρντι. Ο πολύπειρος Γιάννης Φέρτης, μιας άλλης υποκριτικής σχολής, ανταποκρίνεται με τα δικά του μέσα…

Η χαρισματική Μαρίνα Ασλάνογλου (Λίτσα) είναι ένα αυθεντικό «διαμάντι», με φοβερή εσωτερικότητα, αστείρευτη ενέργεια και απίστευτη σκηνική ελευθερία.

Η Αλίκη Αλεξανδράκη δεν έχει καμία δυσκολία να «φτιάξει» με ανθρώπινο υλικό, τη Γλυκερία.

Ο Γιάννης Δρακόπουλος φωτίζει επαρκώς την επιφάνεια «δόξας» και «πτώσης» του αντικέρ Αντωνάκου. Ωστόσο επιμένω ότι και εδώ ο ρόλος δεν είναι ηθογραφία. Είναι ντοστογιεφσκικών, σχεδόν προδιαγραφών και πρέπει να παίζεται αναλόγως, διαμπερώς: με φως και σκότος.

Ο Αλέξανδρος Πέρρος είναι ένας ενδιαφέρων αλαζών και εγχώρια «δονζουανικός» Ανδρέας Ποριώτης.

Μου άρεσαν τα σκηνικά – κοστούμια της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου, οι φωτισμοί του Παυλόπουλου, η μουσική της Μαρίνας Χρονοπούλου, ιδιαίτερα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: