Ανοιξιάτικες παραστάσεις

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
«Λήθη» στο «Πορεία»
«Λήθη»

Γυμνός, «από το πουθενά», χωρίς «τίποτα πίσω» του, χωρίς όνομα, γεnνιέται ο άνθρωπος. «Αγραφη» ακόμα η ζωή, η πορεία του. «Αγραφο» το μυαλό του. Αλλά το σώμα από σώμα προέρχεται και νιώθει. Εχει μνήμη και εκ γενετής και εφ’ όρου ζωής. Ομως, με το θάνατο και το σώμα γυμνό, χωρίς πια μνήμη, περνά στη σιωπή και στη λήθη. Αυτό το πανανθρώπινο, αέναο, άχθος της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι το θέμα του βαθύτατα στοχαστικού, γοητευτικά ποιητικού, παρότι γραμμένου με απέριττα απλή, καθημερινή, κοφτή γλώσσα, θεατρικού μονολόγου του Δημήτρη Δημητριάδη, με τίτλο «Λήθη» («Λήθη» τιτλοφορείται και το βιβλίο με πέντε θεατρικούς μονολόγους του Δ.Δ. από τις εκδόσεις «Σαιξπηρικόν»). Μετά την περσινή εξαιρετική σκηνοθετική επιτυχία του μονολόγου, στο «Πορεία», με ερμηνευτή τον Δημησθένη Παπαδόπουλο, ο Δημήτρης Τάρλοου, εύστοχα σκεπτόμενος ότι το κείμενο αυτό αφορά και στα δύο φύλα, το ανέβασε πάλι, με ερμηνεύτρια την Εκάβη Ντούμα, μια ταλαντούχα ηθοποιό της γενιάς της. Η σκηνοθεσία «άκουσε», αισθάνθηκε και ανέδειξε το φιλοσοφικό βάθος, το ποιητικό ήθος, αλλά και την «ωμή» αλήθεια για τη ζωή και το θάνατο, για τη «μοίρα» της ανθρώπινης ύπαρξης, που διατυπώνει το κείμενο αυτό. Η σκηνοθετική «ανάγνωση» καθηλώνει τον θεατή, καθώς ευτύχησε και με το ευφυές, πολύσημο στην απλότατά του σκηνικό – ένα γυάλινο κουτί που παραπέμπει στον αμνιακό σάκο, σε οικιακό και εργασιακό χώρο και σε φέρετρο (Ελένη Μανωλοπούλου), με τους εξαιρετικούς φωτισμούς (Felice Ross) και με την υποβλητική μουσική (Blaine Reininger). Η σκηνοθεσία καθοδήγησε, αλλά και αξιοποίησε, την πνευματικότητα και την υποκριτική ικανότητα της Εκάβης Ντούμα να σωματοποιεί την αλήθεια της ψυχοδιανοητικής λειτουργίας του ανθρώπου.

«Λευκές νύχτες» στο «Θέατρο οδού Κεφαλληνίας»
«Λευκές νύχτες»

Η τρυφερότητα της νιότης. Ο αγνός έρωτας. Η πραγματική, ανταποδοτική, αφιλοκερδής αγάπη. Η ειλικρίνεια. Η αλήθεια. Η καλοσύνη. Η κατανόηση και συμπάθεια για τον βασανισμένο, πικραμένο, μοναχικό άνθρωπο. Η αλληλοβοήθεια και ο αλληλοσεβασμός. Η χωρίς όρους και εγωισμούς φιλία. Το δικαίωμα κάθε ανθρώπου στη ζωή και στην ευτυχία. Ολα τα όμορφα αισθήματα, όλες οι ανθρώπινες αξίες, αναδύονται από τη νουβέλα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι «Λευκές νύχτες». Ενα κείμενο «ιαματικό» για τη βομβαρδισμένη από τη σημερινή απάνθρωπη κοινωνική πραγματικότητα και την παρακμιακή «κουλτούρα» ψυχή και σκέψη, που προσφέρει και αισθητική απόλαυση, καθώς «διαβάστηκε» με ρεαλιστική λιτότητα αλλά και περίσσια αισθαντικότητα από όλους τους συντελεστές της θεατροποίησής του. Η ανθεκτική μετάφραση του έργου από τον Αρη Αλεξάνδρου διασκευάστηκε σεβαστικά και προσεκτικά «από την ομάδα εργασίας κατά τη διάρκεια των προβών», όπως αναφέρει το πρόγραμμα της παράστασης, αξιοποιώντας τη «θεατρικότητα» που διαθέτουν οι ολοζώντανοι μονόλογοι, αλλά κυρίως διάλογοι μεταξύ των προσώπων του έργου. Η διασκευή συνέδεσε το ανδρικό πρόσωπο της αφηγούμενης ιστορίας με τον ίδιο τον συγγραφέα, βασιζόμενη στο γεγονός πως οτιδήποτε έγραψε ο μεγάλος δημιουργός πήγαζε απολύτως από την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά και από τη δική του ζωή και από δικά του βιώματα. Για τη στήριξη αυτής της σύνδεσης, μάλιστα, παρέθεσε στο πρόγραμμα της παράστασης μια επιστολή του Ντοστογιέφσκι σε μια φίλη που πολύ αγάπησε στα νιάτα του. Μπορεί η φίλη της νιότης του να αντιστοιχεί στη φτωχή, νεαρή, ορφανή Νάστενκα, που ο έρημος και «ονειροπόλος» νέος τη βλέπει στο ποτάμι να κλαίει και φοβούμενος μην αυτοκτονήσει την προσεγγίζει και μαθαίνει την αιτία των δακρύων της. Τον αγνό έρωτά της για έναν νοικάρη στο σπίτι της, που της υποσχέθηκε ότι μετά από ένα χρόνο θα γυρίσει και θα παντρευτούν, ενώ επέστρεψε δεν πήγε να τη δει. Ο «ονειροπόλος», αν και ερωτεύεται την κοπέλα κάνει τα πάντα για να σμίξει με τον αγαπημένο της προσφέροντας σε εκείνη και χάνοντας ο ίδιος τη δυνατότητα για ευτυχία. Το ήθος και το μέγεθος της αυτοθυσίας του θα ανταμειφθεί με την παντοτινή φιλία της. Ο Δημήτρης Καταλειφός – με τη συμβολή του αφαιρετικού σκηνικού (πολύ όμορφο το ζωγραφιστό ποταμίσιο περιβάλλον) και τα λιτά κοστούμια της Εύας Μανιδάκη, τους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου που αποδίδουν τη νυχτερινή υγρασία του ποταμίσιου περιβάλλοντος, τη διακριτικά ατμοσφαιρική μουσική του Σταύρου Γασπαρινάτου και την κινησιολογία της Κατερίνας Φωτιάδη, σκηνοθέτησε μια ελκυστικά ατμοσφαιρική παράσταση, εμφυσώντας και αποσπώντας από τους δύο ηθοποιούς πολύ καλές ερμηνείες. Η Λουκία Μιχαλοπούλου, με απόλυτη απλότητα, φυσικότητα, με όλο της το «είναι» πλάθει την απλή, αφοπλιστικά αγνή και ειλικρινή, πονεμένη, πιστή στον έρωτά της Νάστενκα. Αισθαντικός, αλλά κάπως «σφιγμένος» ο Στάθης Μαντζώρος (Ονειροπόλος).

«Το διπλό βιβλίο» στη «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών»
«Το διπλό βιβλίο»

Βασισμένο σε δικά του βιώματα, αλλά και στα πάθη του ξεριζωμού και της μετανάστευσης της φτωχής, στερημένης, βασανισμένης, χαροκαμένης από πολέμους και διώξεις, ελληνικής εργατιάς και αγροτιάς, στη διάρκεια σχεδόν όλου του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα στη μαζική μετανάστευση επί τρεις δεκαετίες μετά τον εμφύλιο πόλεμο, το αυτοβιογραφικό αλλά και ετερογραφικό μυθ-στόρημα του Δημήτρη Χατζή «Το διπλό βιβλίο», αποτέλεσε την «πρώτη ύλη» για το σκηνικό εγχείρημα που ανέβασε στη «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών», ο θίασος «Pequod». Ο θίασος επέλεξε εκτενή αποσπάσματα από ορισμένα κεφάλαια του έργου και μικρά από άλλα κεφάλαια (συνολικά τα κεφάλαια είναι εννέα), προσπαθώντας, βάσει των αποσπασμάτων που επέλεξαν να «συμπυκνώσουν» το ιστορικό χρονο-χωρικό εύρος του έργου του Χατζή και βάσει αυτών των αποσπασμάτων να «διερμηνεύσουν» τις ιδέες, τις κοινωνικοπολιτικές απόψεις του συγγραφέα για τα ποικίλα αίτια της μετανάστευσης, τον καημό του για τα βάσανα των μεταναστών, την εξουθενωτική εκμετάλλευσή τους στα εργοστάσια του μεγάλου γερμανικού και άλλου κεφαλαίου, τη βασανιστική νοσταλγία τους για την πατρίδα αλλά και την αποξένωσή τους από αυτήν, τον αγώνα προσαρμογής και δημιουργίας οικογένειας στην ξενιτιά. Τα αποσπάσματα που επέλεξε η ομάδα, αλλά και η έλλειψη βιωματικής γνώσης – λόγω ηλικιακής απόστασης – ενδεχομένως και λόγω ιδεολογικοπολιτικής «απόστασής» της από τους βασανισμένους ανθρώπους των γενεών που μυθ-ιστορεί το βιβλίο του Χατζή, αποτελούν μια περιορισμένη «ανάγνωση» του έργου, μπερδεύοντας και τον θεατή που δεν το έχει διαβάσει για τις ιστορικοπολιτικές «γέφυρες» που ενώνουν τους χώρους και τους χρόνους της ζωής των προσώπων – συμβόλων που έπλασε ο συγγραφέας. Το έργο του Χατζή είναι καθαρόαιμο αφήγημα, που εκτείνεται σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, σε άλλες χώρες και σε πολλές δεκαετίες. Κάθε προσπάθεια, λοιπόν, θεατροποίησής του είναι εκ προοιμίου ανέφικτη. Η διασκευαστική προσπάθεια της ομάδας, δεδομένου του περιορισμένου αριθμού των μελών της και του πολυπρόσωπου έργου, ήταν αδύνατο να υπερβεί την αφηγηματική γραφή του έργου, ακόμη και επιχειρώντας να συνθέσει μερικούς διαλόγους και να αναπαραστήσει συναισθήματα, καταστάσεις, βιώματα μερικών προσώπων. Λιτή, σεμνή, σοβαρή, με φανερό μόχθο, αλλά και υποχρεωμένη να είναι αφηγηματική, η σκηνοθετική και ερμηνευτική δουλειά των αξιόλογων ηθοποιών της ομάδας, από θεατρική άποψη ήχησε μονότονα και κουραστικά. Τη δραματουργική επεξεργασία, σκηνοθεσία, σκηνογραφική και ενδυματολογική επιμέλεια υπογράφει η ομάδα. Φωτισμοί Τάσου Παλαιορούτα. Παίζουν: Γιάννης Κλίνης, Χριστίνα Μωρόγιαννη, Νικολίτσα Ντρίζη, Δημήτρης Ξανθόπουλος, Αγγελική Παπαθεμελή.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 16 Μάη 2012
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: