Ξένο θεατρικό έργο

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • «Ζουβέ Ελβίρα» στο «Τόπος αλλού»
«Ζουβέ – Ελβίρα»

Συνεργαζόμενος με το θέατρο «Τόπος αλλού», μετά από μια σημαντική ερμηνεία του στην μπεκετική «Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ», στην πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση του Νίκου Καμτσή, η οποία περιέλαβε και τα μπεκετικά «Βήματα» (με αισθαντική ερμηνεύτρια την Ναταλία Στυλιανού) ο Κώστας Αρζόγλου επανήλθε στη σκηνοθεσία, ανεβάζοντας ένα έργο «θεάτρου μέσα στο θέατρο», σπουδαίο «μάθημα» για την τέχνη του ηθοποιού. Το έργο «Ζουβέ – Ελβίρα» της Μπριζίτ Ζακ, βασισμένο σε σημειώσεις επτά μαθημάτων του Λουί Ζουβέ, κορυφαίου ηθοποιού, σκηνοθέτη, δασκάλου ηθοποιών του προπολεμικού και μεταπολεμικού γαλλικού θεάτρου. Μαθήματα που έγιναν στη σχολή του Κονσερβατουάρ, το 1940, μετά την παράδοση της Γαλλίας, από τη φιλοφασιστική κυβέρνηση, στα ναζιστικά στρατεύματα. Αντικείμενο των μαθημάτων ήταν η δεύτερη σκηνή της Ελβίρας στο έργο του Μολιέρου «Δον Ζουάν». Ο Ζουβέ δίδαξε τη σκηνή αυτή σε μια Εβραία σπουδάστρια, την Κλαούντια, εμφυσώντας της τον πόθο, αλλά και την εκφραστική ικανότητα να ενσαρκώσει την αγνότητα, το ηθικό και συναισθηματικό κάλλος και την αγωνιώδη προσπάθεια της φρικτά προδομένης Ελβίρας από τον άνδρα που αγάπησε, τον κατά συρροήν αποπλανητή αθώων γυναικών, δον Ζουάν, για να τον σώσει από το τιμωρό σπαθί του αδελφού της. Ο Ζουβέ διδάσκει στην ταλαντούχα κοπέλα πώς θα εμβαθύνει και θα ψυχοσωματοποιήσει πλέρια, με φυσικότητα, αλήθεια και απλότητα την Ελβίρα, ως φορέα του καλού ενάντια στο κακό. Εξάλλου, και το ότι ο Ζουβέ συνέχιζε – εν μέσω της ναζιστικής φρίκης, το διδακτικό έργο του, ήταν κι αυτό αγώνας του καλού ενάντια στο κακό. Η μαθήτρια του Ζουβέ, αφού αρίστευσε, χάθηκε στο Αουσβιτς, ενώ ο Ζουβέ αναγκαστικά αυτοεξορίστηκε. Ο Κ. Αρζόγλου, χρησιμοποιώντας τη μετάφραση του Βασίλη Παπαβασιλείου – πρώτου διδάξαντα το έργο (1988) – και του Δημήτρη Δημητριάδη, σκηνοθετικά ανέδειξε το κείμενο όχι μόνον ως παντοτινά γοητευτικό μάθημα θεάτρου, αλλά και ως ιστορικό γεγονός, με προβολή ιστορικών εικόνων από το ναζιστοκρατούμενο Παρίσι. Συνεργάτες της ελκυστικής σκηνοθετικής δουλειάς του είναι οι Διονύσης Φερεντίνος (βίντεο), Γιάννης Ζέρβας (φωτισμοί), Κώστας Χαριτάτος (μουσική), Μίκα Πανάγου (σκηνικό – κοστούμια). Ο Αρζόγλου πλάθει γοητευτικά τον Ζουβέ, καταδεικνύοντας την πνευματικότητα, τη νηφαλιότητα, την απόλυτη αλήθεια, την αυστηρότητα, την απαιτητικότητα, την ευγένεια, την υπομονή, αλλά και επιμονή που πρέπει να έχει ο δάσκαλός με το μαθητή του. Η εξαιρετική ερμηνεία του διδάσκει σε κάθε παράσταση τη νεαρή, πρωτοεμφανιζόμενη, ελπιδοφόρα υποκριτικά Αurore Marion (φυσική κόρη του Κ. Αρζόγλου), το ερμηνευτικό αποτέλεσμα της οποίας στο ρόλο της σπουδάστριας είναι αξιόλογη.

«Βόυτσεκ» (σκίτσο από το πρόγραμμα της παράστασης)
  • «Βόυτσεκ» στο «Arti»

Μια ομάδα νεότατων ηθοποιών (αλφαβητικά): Ασπασία – Μαρία Αλεξίου, Τάσος Δέδες, Στέφανος Ντρέκος, Ελένη Παργιανού, Μαργαρίτα Σταυροπούλου, προς έπαινό τους, φιλοδόξησαν να ασκηθούν σκηνικά και να εκφράσουν τις καλλιτεχνικές ανησυχίες τους, βάζοντας έναν υψηλό πήχυ δοκιμασίας. Αντίθετα, με διάφορες ομάδες που ανεβάζουν ανόητα, ανεπαρκέστατα, ακατανόητα, έως βλακωδέστατα (θεματολογικά και μορφολογικά) δικά τους «έργα» ή λογής λογής «δάνεια», η προαναφερόμενη ομάδα επέλεξαν να «ακονιστούν» με τον «Βόυτσεκ» του επαναστάτη ποιητή Γκέοργκ Μπύχνερ. Ενα διαχρονικό αριστούργημα, «θεμέλιο» της μετέπειτα παγκόσμιας προοδευτικής δραματουργίας, /έργο «πρόδρομος» του εξπρεσιονισμού, που επηρέασε την μπρεχτική δραματουργία. Ο Μπύχνερ (1813 – 1836) άρρωστος και διωκόμενος για την επαναστατική του δράση, λίγο πριν πεθάνει, έγραψε τον «Βόυτσεκ» (αλλά δεν πρόλαβε να τον τελειώσει), βασιζόμενος σε ένα γεγονός. Ο πραγματικός Βόυτσεκ, ένας νέος ιστορικός, κουρέας στη στρατιωτική του θητεία, σκότωσε την ερωμένη του, καταδικάστηκε και αποκεφαλίστηκε το 1824, στη Λειψία. Ο Μπύχνερ χρησιμοποιεί το πραγματικό γεγονός, αλλά από πολιτικοταξική σκοπιά, καταγγέλλοντας την έως εξευτελισμού και εξουθένωσης εκμετάλλευση του ανίσχυρου ανθρώπου της ανάγκης και την ποικιλόμορφη βία της απάνθρωπης άρχουσας εξουσίας. Ο Βόυτσεκ του Μπύχνερ είναι ένας πάμφτωχος, αφελής, ασυνειδητοποίητος κοινωνικά άνθρωπος, που υπηρετεί στο στρατό σαν κουρέας. Ενας δύστυχος, που για λίγες δεκάρες εξευτελίζεται από τον διεφθαρμένο, κυνικό λοχαγό του, με τις ευλογίες των αθλιέστερων ανώτερων αξιωματικών και του υποκριτή στρατιωτικού ιερέα και γίνεται το πειραματόζωο του στρατιωτικού γιατρού, ελπίζοντας να κερδίσει μερικές ακόμα ψωροδεκάρες, για να εξασφαλίσει λίγη τροφή στην επίσης φτωχή, έρημη, στερούμενη ακόμα και μια στοιχειώδη στέγη, αγαπημένη του Μαρία και το νόθο μωρό τους. Εξουθενωμένος από τις ταπεινώσεις, την ψυχολογική βία, τα ιατρικά πειράματα – με καταναγκαστική μακρόχρονη μπιζελοφαγία, τα λογής «καθάρσια» για το κορμί, την ψυχή και τον εγκέφαλό του – την ανημπόρια του να καλυτερέψει τη ζωή της Μαρίας και του παιδιού τους, ο Βόυτσεκ, φθάνοντας σε πλήρη παράκρουση, σκοτώνει την Μαρία, μαθαίνοντας ότι τον απάτησε με έναν τυμπανιστή στρατιώτη, με αντάλλαγμα ένα κόσμημα. Ο Μπύχνερ, στρατευμένος με τους καταπιεσμένους, «κραυγάζει» ότι ο φτωχός άνθρωπος είναι θύμα μιας διεφθαρμένης, εκμεταλλευτικής, απάνθρωπης ταξικής εξουσίας, με την ανοχή και υποταγμένων σ’ αυτήν την εξουσία και λαϊκών στρωμάτων. Το ανέβασμα του «Βόυτσεκ» απαιτεί σοβαρή ιστορικοκοινωνική μελέτη, συστηματική δραματουργική και ιδεολογο-αισθητική ανάλυση, επίπονη σκηνοθετική και υποκριτική επεξεργασία κάθε προσώπου του έργου. Οι πέντε νέοι, άπειροι ηθοποιοί, χωρίς σκηνικά (οικονομικά αβοήθητοι γαρ), με υποτυπώδη κοστούμια (Γιάννα Ρεσβάνη), με συνεργάτες τους Μαγδαλινή Σαββίδου (σκηνοθεσία), Βασίλη Αβραμάκου, Αλέξανδρου Καναβού (χειρισμός κονσόλας), προσπάθησαν μέσω μιας συμβολικής κινησιολογίας, αφ’ ενός να «σκηνογραφήσουν» την άδεια σκηνή και τους πολλούς χωροχρόνους της δράσης και, αφ’ ετέρου, να επιτύχουν τη μέγιστη μεταμόρφωσή τους υποδυόμενοι διάφορους ρόλους του πολυπρόσωπου έργου (οι κοπέλες παίζουν και ανδρικούς ρόλους). Η υπερβάλλουσα κινησιολογία μάλλον, δυσκολεύει τον θεατή να κατανοήσει τα πρόσωπα (πρόσωπα ταξικά σύμβολα) που έπλασε ο Μπύχνερ και τα μηνύματα του έργου. Ομως, παρότι «άγουρη», αξίζει επαίνου η καλλιτεχνική προσπάθεια των πέντε ηθοποιών, οι οποίοι διαθέτουν καλά ασκημένα υποκριτικά μέσα (δουλεμένη αναπνοή, φωνή, καθαρή άρθρωση, ευκινησία, εκφραστικότητα προσώπου, σκηνική αντίληψη).

  • «Απατεώνες και τζέντλεμεν» στο «Παλλάς»

Το μιούζικαλ των Τζέφρυ Λέιν (κείμενο) και Ντέιβιντ Γιάζμπεκ (στίχοι, μουσική) «Απατεώνες και τζέντλεμεν», το οποίο βασίστηκε στην ταινία των Ντέιλ Λόνερ, Στάνλεϊ Σαπίρο, Πολ Χένινγκ «Dirty rotten scoundrels» (ελληνικός τίτλος «Απατεώνες και τζέντλεμεν») ανέβασαν ο Πέτρος Φιλιππίδης και ο Γιάννης Μπέζος, συνυπογράφοντας τη σκηνοθεσία και τη μετάφραση (σε συνεργασία με τον Χρήστο Σιμαρδάνη) και ερμηνεύοντας τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, που απολαυστικά πρωτοδίδαξαν οι Στιβ Μάρτιν και Μάικλ Κέιν. Ενας φτωχοδιάβολος, μονίμως άφραγκος λαϊκός τύπος, μικροαπατεώνας που παριστάνει τον «ερωτευμένο» σε εύπορες μεν αλλά αφελείς γυναίκες, μόνο και μόνο για τον επιούσιο και ένας εκ συστήματος απατεώνας – αποπλανητής πλουσίων γυναικών, που παριστάνει τον «τζέντλεμαν» και ζει «αριστοκρατικά» συναπαντιούνται σε μια παραλιακή πόλη της Νότιας Γαλλίας. Διαφορετικού στυλ απατεώνες και οι δύο ανταγωνίζονται στο «σπορ» της ερωτικής αποπλάνησης ώριμων πλούσιων γυναικών για να αποσπάσουν τα πλούτη τους. Ο ανταγωνισμός τους προκαλεί αλλεπάλληλες, δραματουργικά ευφάνταστες, εξαιρετικού χιούμορ φαρσικές καταστάσεις, που κορυφώνονται όταν «αντικείμενο» της σύγκρουσής των δύο απατεώνων γίνεται το περιορισμένο «κομπόδεμα» μιας νέας, όμορφης, απονήρευτης κοπέλας, η οποία τελικά θα αποδειχθεί πολύ πιο δαιμόνια απατεώνισσα – θύτης αφελών ανδρών. Εντυπωσιακά θεαματική η παράσταση, με τη συμβολή των Μανόλη Παντελιδάκη (σκηνικά), Βασίλη Ζούλα (κοστούμια), Παναγιώτη Τσεβά (μουσική διασκευή – διδασκαλία), Ελπίδα Νίνου (χορογραφία, κίνηση), Λευτέρη Παυλόπουλου (φωτισμοί), οι δύο πρωταγωνιστές «αμιλλώνται» υποκριτικά, καταθέτοντας τις καλύτερες δυνατότητές τους. Κυρίαρχος, όμως, του υποκριτικού «αγώνα» είναι ο μεταμορφώσιμος Πέτρος Φιλιππίδης, που επιδίδεται σε μια απολαυστικότατη, χορταστικά γελαστική κλοουνερί. Πολύ καλή η ερμηνεία της Κατερίνας Παπουτσάκη (εκφραστική και σκηνικά «νευρώδης» στο λόγο, στην κίνηση, στο χορό, στο τραγούδι).

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 9 Μάη 2012 
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: