«Εν ημέραις κυάμων»

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 29/04/2012

Η «Θεατρική Εταιρεία Πράξη», με τις δύο σκηνές της («Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας» Α’ και Β’) υπηρετεί πιστά και για πολλά χρόνια τον θεατρικό μας πολιτισμό, έχοντας προσφέρει ένα πλούτο παραστάσεων ποικίλου φάσματος, με ιδιαίτερη έμφαση στη νεοελληνική δραματουργία. Στη Β’ σκηνή δίνεται το καινούργιο έργο του Αλέξη Σταμάτη με τίτλο: «Σκότωσε ό,τι αγαπάς», ένα δράμα το οποίο πηγάζει από το ομώνυμο μυθιστόρημα του συγγραφέα, διασκευασμένο για το θέατρο από τον ίδιο και τον σκηνοθέτη Άρη Τρουπάκη, με τη συνεργασία του εικαστικού Θοδωρή Χρυσικού.

«Σκότωσε ό,τι αγαπάς» του Αλέξη Σταμάτη στο «Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας»

Πρόκειται για ένα ψυχολογικό, ερωτικό και υπαρξιακό θρίλερ με σχεδόν αστυνομική πλοκή, που έχει ως στόχο να φωτίσει τη σκοτεινή και αθέατη πλευρά της «μεταπολίτευσης». Όχι από την σκοπιά της δόξας, που βλέπουν οι πολλοί, αλλά από εκείνη μιας εξαγγελμένης κάθαρσης, η οποία δεν έγινε, όμως, ποτέ. Αυτό είναι το θέμα του έργου, η πλοκή του οποίου περιστρέφεται γύρω από τα «πεπραγμένα» δύο νεαρών πρωταγωνιστών της ταραγμένης, πρόσφατης ιστορικής περιόδου.

Είκοσι χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας, παρακολουθούμε τη συνάντηση εκ νέου των δύο ηρώων, εκείνου και εκείνης, που πασχίζουν μάταια να βρουν μια άκρη στο αξεδιάλυτα περιπλεγμένο νήμα του βίου τους: από ανεκπλήρωτα όνειρα, μικρές ή μεγάλες προδοσίες, υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν, λέξεις που δεν ειπώθηκαν, χειρονομίες που δεν τολμήθηκαν… Με το φάντασμα ενός νεκρού, πρόωρα χαμένου φίλου, να πλανιέται ανάμεσά τους. Και τώρα είναι αργά για μια καινούργια αρχή, η παράσταση τελείωσε, τα χειροκροτήματα σβήνουν, τα φώτα κλείνουν, πέφτει η αυλαία.

Το μυθιστόρημα είναι άρτια διασκευασμένο για τη σκηνή, με αιχμηρούς διαλόγους και ζωντανές μορφές, κρατώντας το ενδιαφέρον ώς το τέλος. Ο συγγραφέας χειρίζεται καίρια το θέμα του, και δεν μένει μόνο στα υποστασιακά προβλήματα των διανοούμενων, λίγο αμοραλιστών ηρώων του. Πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα, σπάζοντας ένα ταμπού και μια «συμφωνία σιωπής», για να αγγίξει το πολιτικό συμφραζόμενο. Δηλαδή τον μύθο της μαζικής λαϊκής αντίστασης, που «έριξε» τάχα, τη χούντα. Ένα ψέμα επάνω στο οποίο στηρίχτηκε η μεταπολίτευση, χωρίς ίχνος κάθαρσης, με μοιραία συνέπεια την παλινόρθωση μιας νεκρής από καιρό, ξενόδουλης, απαράλλαχτης «κάστας» (συνειδητά δεν την αποκαλώ «τάξη»), που απομυζά τον τόπο επί εκατόν πενήντα χρόνια και συντηρεί το ίδιο πολιτικό τέλμα που αναδίνει απ’ τον βυθό δυσώδη απόβλητα.

Ο συγγραφέας μάς λέει με παρρησία και τόλμη αυτό που αν εκστομίσεις ανοιχτά, βρίσκεσαι αμέσως περιθωριοποιημένος και απομονωμένος: ότι τα μεταπολιτευτικά «ζάρια» ήταν έτσι φτιαγμένα, ώστε να φέρνουν πάντα τον «συνδυασμό που νικάει» για λογαριασμό της ίδιας ολιγάριθμης «κάστας», των «χαλασοχώρηδων», όπως τους ονομάζει μοναδικά και ανεπανάληπτα στο ομώνυμο διήγημά του ο Παπαδιαμάντης. Που οικειοποιήθηκαν αδίστακτα τον αγώνα και την αγωνία, τα δάκρυα και το αίμα, όλων όσων αληθινά αντιστάθηκαν.

Από αυτή την άποψη το έργο είναι όντως πολύ χρήσιμο. Θα το περίμενα, όμως, ακόμη λίγο τολμηρότερο. Θα ήθελα να έβλεπα να διαφαίνεται σε αυτό μια λύση, έστω αχνή, του καίριου προβλήματος που μας ταλανίζει. Ένα κάποιο φως «στην άκρη του τούνελ», μέσα στο οποίο βρέθηκαν οι ήρωές του, εμείς δηλαδή. Αλλιώς, το αξιόλογο κατά τα άλλα, έργο του Σταμάτη αυτοπαγιδεύεται στον ίδιο αδιέξοδο δρόμο των ηρώων του! Επειδή το ζήτημα είναι κατά βάθος ερωτικό: πώς να μπορέσουμε, δηλαδή, να δούμε πρόσωπο με πρόσωπο, μέσα στα μάτια, ο ένας τον άλλον, χωρίς να τρομάξουμε! Και επειδή, όπως έχει πολύ σοφά ειπωθεί, «χωρίς τον έρωτα της ελευθερίας που ελευθερώνει, δεν υπάρχει ούτε έρωτας, ούτε ελευθερία!». Τότε μόνο θα λυθούν, ως διά μαγείας, τα «μάγια» που μας κρατούν δεμένους σε «είδωλα ψευδή», και θα πάψουμε να είμαστε «σκιές καμόντων».

Γράφω τα πιο πάνω «εν ημέραις κυάμων» (σε ημέρες εκλογών) όπως θα έλεγε, πάλι ο Παπαδιαμάντης. Τις κρισιμότερες, ίσως της νεότερης Ιστορίας μας, όπου κρίνεται το ίδιο το μέλλον του τόπου. Καθείς και η ψήφος του, έστω και σε αυτήν τη φαλκιδευμένη «κοινοβουλευτική δημοκρατία». Δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια λάθους. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε, αφού ξεκαθαρίσουμε πρώτα μέσα και έξω, το δικό μας τοπίο.

***

Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Άρης Τρουπάκης είναι δόκιμη, «σωστή», μετρημένη, αυστηρά ζυγισμένη, με «νουάρ» στοιχεία και ελεγχόμενο αισθησιασμό, δοσμένη σκόπιμα σε ύφος μιας υπαρξιακής απροσδιοριστίας: ένα ερωτικό – πολιτικό «θρίλερ», σε ασπρόμαυρους τονισμούς, γωνιώδεις φωτισμούς, με άρτια αισθητικά κοστούμια – σκηνικά του Θοδωρή Χρυσικού, και με δύο καλούς πρωταγωνιστές.

Η Δανάη Παπουτσή είναι «μέσα στα νερά της», εκμεταλλεύεται το έντονο προφίλ «ντάμα πίκα» που διαθέτει, παίζοντας αληθινά και με ταυτοπάθεια την πετυχημένη αλλά κάπως «θολή», απροσδιόριστη γυναίκα, μιας «απελευθερωμένης από προλήψεις», δήθεν, «εποχής της γυναίκας».

Και ο Αντώνης Καρυστινός δίνει με επάρκεια μέσων τον άνδρα που «έχει χάσει τα νερά του» σε αυτό το επικίνδυνο, θολό παιχνίδι «της γάτας με το ποντίκι», που παίζουν ο άνδρας με τη γυναίκα, αναμιγνύοντας με καινούργιο τρόπο ρόλους παλιούς, όσο εκείνοι του Αδάμ και της Εύας. Με τον παράδεισο χαμένο εκ των προτέρων, απελπισμένοι. Μια παράσταση «αγαπητική» που αγκαλιάζει με ζέση το έργο και αξιοποιεί τα προσόντα του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: