Διπλά αποτυχημένο εγχείρημα

Ενα πολυεπίπεδο -και πολιτικά- μυθιστόρημα ατύχησε στη μεταφορά του στη σκηνή

Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/4/2012

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ «Το διπλό βιβλίο», σκηνοθ.: Ομάδα Pequod, θέατρο: Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών

Το «Διπλό Βιβλίο» του Γιαννιώτη συγγραφέα Δημήτρη Χατζή μεταφέρθηκε στο θέατρο. Τι όμως σημαίνει αυτός ο τίτλος;  Και, πρώτα πρώτα,  γιατί αυτό «το Διπλό»; Το -παντογνωστικό- «Αθηνόραμα» αναφέρει πως εδώ έχουμε -γραμμένη μάλιστα με έναν ρεαλιστικό στοχασμό- ολόκληρη τη σύγχρονη ιστορία μας, από τον εμφύλιο μέχρι την πτώση της χούντας. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.

Πάντως, κι από την παράσταση του -εδώ δραματοποιημένου- μυθιστορήματος από την ομάδα Pequod -που έκανε και τη συλλογική σκηνοθεσία- δεν είναι δυνατόν να κατανοήσει ο θεατής πολλά πράγματα. Και οι πέντε ηθοποιοί (Δ. Ξανθόπουλος, Αγγ. Παπαθεμελή, Γ. Κλίνης, Χρ. Μωρόγιαννη, Ν. Ντρίζη), που απαγγέλλουν ανάκατα παίρνοντας διάφορες πόζες τα κείμενα του βιβλίου, μπερδεύουν τον θεατή ακόμα περισσότερο. Υπάρχει βέβαια και μια υπόθεση -Eλληνες μετανάστες στη Γερμανία, μαραγκοί στον Βόλο, η συνάντηση με μια αρκούδα,  κ. τ. λ. – όμως τα «πρόσωπα σπάζουν το σκηνικό… δεν είναι ακριβώς ερείπια, είναι κομμάτια, ψηφία σκορπισμένα. Και δεν ενώνονται το ένα με τ’ άλλο», όπως γράφει ο Χατζής, συμμετέχοντας κι αυτός στη γενικότερη σύγχυση.

Ο ίδιος κάπου αλλού -στους «Επιλόγους» που επισυνάπτονται στο βιβλίο- συμπληρώνει: «Αστεγος, ανέστιος, ηττημένος και μόνος έχω τουλάχιστον την αίσθηση πως βρίσκομαι κοντύτερα στο αίσθημα και την πίκρα του λαού μας ένας από τους πολλούς». Και τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο. Αγαθή συγκυρία μ’ έκανε να γνωρίσω τον Χατζή στη δεκαετία του ’60, δηλαδή της αυτοεξορίας του, και θεωρώ ότι δύναμαι να ξεμπλέξω αυτά που ηχούν εδώ σιβυλλικά.

Ο αριστερός Δημήτρης Χατζής, λοιπόν, έζησε ολοζώντανα τα «πέτρινα χρόνια»  του εθνικού διχασμού. Ηταν στη δεκαετία του ’40 με έντονους τους πόλους της -τότε- «Αριστεράς» και «Δεξιάς». Ξενιτεύτηκε αναγκαστικά για είκοσι επτά χρόνια στην Ουγγαρία και στην Ανατολική Γερμανία. Το χειρότερο όμως ήταν ότι έζησε και την αριστερή  διάσπαση του 1967, την οποία ο ίδιος θεωρούσε την «πιο σημαντική ενέργεια του υγιέστερου τμήματος της ελληνικής Αριστεράς».

Ηταν μία τραγική εμπειρία για όσους Ελληνες αναγκαστικούς «μετανάστες» υποχρεώθηκαν να πάρουν θέση για το «εσωτερικό» και το «εξωτερικό» κομμάτι του Κομμουνιστικού Κόμματος.  Το γεγονός ότι ο – «εσωτερικός» – Χατζής σε συνεντεύξεις και σε διαλέξεις του τόνιζε την αναγκαιότητα να μην ξαναγυρίσει κανείς στον κόσμο που χάνεται τον έθεσε αναγκαστικά εκτός του ορθόδοξου (μερικοί το ονομάζουν ακόμα και «σταλινικό ΚΚΕ»)  κόμματος. Τώρα που τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά -κρίσεις, αντιφάσεις, αντιθέσεις, τομές- του σύγχρονου κόσμου έχουν αρκετά καταλαγιάσει, «η διαμάχη ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά έχει χάσει το νόημά της», όπως έλεγε πριν από έξι χρόνια ο Κορνήλιος Καστοριάδης στον Γάλλο δημοσιογράφο Ντανιέλ Μερμέ. Κι ακόμα χειρότερα: επέμενε -ο Καστοριάδης- πως «Τόσο η Δεξιά όσο κι η Αριστερά λένε, λίγο πολύ, τα ίδια πράγματα». Μία πολιτική φιλοσοφία που αναδύεται ως κυρίαρχη και μέσα στο «Διπλό Βιβλίο», όπως τονίζει κι ο μελετητής του συγγραφέα, ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων Παναγιώτης Νούτσος.

Με δυο λόγια η ουσία στο «Διπλό Βιβλίο» βρίσκεται στο βασικό ενδιαφέρον του περισσότερο πολιτικού διανοούμενου παρά μυθιστοριογράφου «ν’ αποδώσει τον κόσμο που απέρχεται, τον μεταβατικό κι αυτόν που έρχεται», όπως αναφέρει κι ο Π. Νούτσος. Δηλαδή σήμερα που το «χτες συνεχίζεται ακόμα, και το αύριο δεν υπάρχει ακόμα».

Οπως και να ’ναι, ένα τόσο σημαντικό -και πολιτικά- πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, απ’ τη στιγμή που όταν το έγραφε ο Χατζής έβλεπε τον καιρό του από το μέλλον, είναι από δύσκολο μέχρι αδύνατο να μεταφερθεί με κάποιες αξιώσεις ένα τόσο σύνθετο σύγγραμμα στη σκηνή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα, όταν έχεις μια ομάδα ανέκφραστα συνοφρυωμένων ηθοποιών να απαγγέλλουν χωρίς λόγο αποσπάσματα, να χοροπηδούν (γιατί άραγε;) πάνω σε πέντε πάγκους και να μπερδεύουν άνδρες και γυναίκες στα φύλα που υποδύονται, είτε ν’ αναβοσβήνουν αυθαίρετα τα φώτα και -το κυριότερο! – να μην υπάρχει κουκούτσι οποιουδήποτε εμφανούς πολιτικού προβληματισμού σ’ όλα, τότε καταλαβαίνεις το πόσο αποτυχημένη ήταν αυτή η παράσταση που μπάρκαρε πάνω στο φαλαινοθηρικό Pequod απ’ όπου η ομάδα πήρε τ’ όνομά της.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: