Τριαντάρηδες γύρω από τραπέζι

  • Δεν είναι ιδέα μόνο του Στρίντμπεργκ πως στα τριάντα βαθαίνουνε τα βάραθρα
  • Της Αννυς Κολτσιδοπουλου, Η Καθημερινή, 9/10/2011
  • ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ Δεσποινίς Τζούλι, διασκ.: Πάτρικ Μπάρμπερ, σκην.: Μίνα Αδαμάκη. Θέατρο: ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟΥ
  • ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΑΤΖΗΑΔΑΜΙΔΗΣ Εσπασε, σκην.: Χρήστος Θεοδωρίδης. Θέατρο: Σημείο

 

Ενα μεγάλο τραπέζι. Γύρω, πάνω, δίπλα του, διαδραματίζονται παλιές, νεώτερες και πολύ νέες ιστορίες τριαντάρηδων. Ενα μεγάλο τραπέζι ως συνδετικός κρίκος μεταξύ έργων, ειδών, εποχών, στιγμών, τάξεων, παθών. Ενα μεγάλο τραπέζι ως θεατρική σκηνή μέσα στη σκηνή, ως ορθογώνιος μάρτυρας εξομολογήσεων, αυτοβιογραφιών και δραμάτων, ως μικρό, μέσα στο μεγάλο σύμπαν.

Ας πάμε πρώτα στο μεγάλο, λευκό τραπέζι παλιάς, βορειοευρωπαϊκής κουζίνας αρχοντικού, όπως το είδε η Μίνα Αδαμάκη, που μετέφρασε, σκηνοθέτησε, σκηνογράφησε και επιμελήθηκε μουσικά την εκδοχή του Πάτρικ Μάρμπερ πάνω στη «Μις Ζυλί» του Στρίντμπεργκ. Ο Μάρμπερ μεταφέρει τη δράση από τη νύχτα μεσοκαλόκαιρου του 1880 (παραδοσιακά νύχτα μέθης – έρωτα – μαγείας) στη νύχτα του εκλογικού θριάμβου των εργατικών στη μεταπολεμική Αγγλία, 26 Ιουλίου 1945. Κατά τη γνώμη μου, τα λαϊκά γλεντοκόπια για τη χαραυγή μιας κοινωνικής, ταξικής, ατομικής απελευθέρωσης δεν αναπληρώνουν την απώλεια του περιρρέοντος ερωτικού παροξυσμού, της ερωτικής αναρχίας, της διονυσιακής ολονυχτίας που επιδιώκει ο Στρίντμπεργκ.

Ετσι κι αλλιώς όμως η σκηνοθεσία της Αδαμάκη, παρ’ όλα τα ηχογραφημένα μουσικά και άλλα ακούσματα δεν διακρίνεται για την εισβολή της έξω ατμόσφαιρας στο δράμα κουζίνας αλλά και στην κουζίνα του δράματος. Στην αταίριαστη δηλαδή συνεύρεση σε αταίριαστο χώρο, μιας νεαρής κόμισσας που ξεπέφτει παρασυρμένη από πάθη, λάθη και συμπτώσεις κι ενός μεγαλοπιασμένου υπηρέτη, που φαινομενικά ανέρχεται. Κάποιοι είδαν αυτό το έργο-υπόδειγμα κοινωνικής και σεξουαλικής ψυχανάλυσης, ως πειραγμένο αυτοβιογράφημα του «γιου της δούλας» – όπως αυτοχαρακτηρίζεται ο Στρίντμπεργκ.

Η σκηνοθεσία λοιπόν επικεντρωμένη στο ασφυχτικά εσωτερικό τοπίο, χτίζει με σχολαστική προσήλωση τα τρία διαφορετικά ψυχογραφήματα των προσώπων. Με μπαλνταδάκια, ξυράφια, μαχαίρια κουζίνας αλλά κυρίως με κοφτερή αίσθηση, ακολουθεί τον εκδορέα ψυχών Στρίντμπεργκ, στο έργο του. Τονίζει τον άναρχα, διόλου ευθύγραμμα δομημένο διάλογο Ζυλί – Ζαν, καθώς αυτός ακολουθεί τις ταραγμένες διαδρομές ερεθισμένων εγκεφάλων, αναπτύσσεται, ελίσσεται, παραλλάσσεται σαν μουσικό θέμα. Αντιλαμβανόμαστε παρακολουθώντας τον, γιατί αυτή η τεχνική διαλόγων και χαρακτήρων του Στρίντμπεργκ επηρέασε ολόκληρο το αμερικανικό θέατρο του 20ού αιώνα. Ευδιάκριτη η ψιλοβελονιά στις αντιδράσεις, τις κοινωνικές συμπεριφορές, τις καταστάσεις, τους συμβολισμούς, συγκρούσεις, παρακρούσεις, παραλειπόμενα, σιωπές.

Ολη αυτή η μελέτη οδηγεί τους τρεις ηθοποιούς σε εξαιρετικές επιδόσεις. Τη Μαρία Σολωμού, σε μια παράφορη, νευρωτική, χαλασμένη, διχασμένη, αξιέραστα ανυπεράσπιστη και αξιοθρήνητα αυτοκαταστροφική Ζυλί, τον Μάξιμο Μουμούρη σ’ έναν βιρτουόζο της μίμησης και του επιφανειακού λούστρου, κυνικό κι ωστόσο παραδομένο στην υποτέλεια υπηρέτη και εραστή. Τέλος, την Τζωρτζίνα Παλαιοθόδωρου σε μια αξιοθαύμαστα συγκρατημένη, δυνατή, θυμόσοφη Χριστίνα -εξισορροπητικό πόλο στην αφροσύνη των άλλων- με αξιοπρέπεια, ταξική συνείδηση και αυτάρκεια εργαζόμενης γυναίκας.

Κοστούμια (Μίκα Πανάγου) και φωτισμοί (Κατερίνα Μαραγκουδάκη) πρόσθεσαν κύρος σε άλλη μια επιτυχημένη σκηνοθεσία της Αδαμάκη.

  • Συλλογική βιογραφία

Πάλι τριαντάρηδες, πάλι γύρω, επάνω, δίπλα από ένα τραπέζι, πάλι αυτοβιογράφημα. Μνήμες διάσπαρτες, αποσπασματικές, σπασμένες σε τέσσερα πρόσωπα, στίχοι τραγουδιών, σπαστικά κατεβατά από συνταγές, βιογραφικά πολιτικών, ετυμολογικές σπαζοκεφαλιές, αυτόματες προσευχές, φόρμα ανατιναγμένη, θραύσματα συνειρμών σε βρίσκουν παντού. Κι αφήνουν σημάδια παραδόξως ευανάγνωστα, συνεκτικά μιας συλλογικής βιογραφίας όσων πέρασαν την εφηβεία τους ανάμεσα στα τέλη ’80 αρχές ’90.

Για να συμβεί αυτή η διάλυση κι επανασυναρμολόγηση, υπήρξαν τρεις προϋποθέσεις: Ταλέντο ειλικρινούς γραφής, έστω και κάτω από εξόφθαλμες επιδράσεις και μόδες, γερή σκηνοθεσία -εμπνευσμένη εποπτεία του υλικού- και γεροί ερμηνευτές. Οι νέοι ηθοποιοί Δημήτρης Γκουτζαμάνης, Μαρίνα Μανδαλά, Τατιάνα-Αννα Πίττα κι ο ίδιος ο συγγραφέας, κατάφεραν να με συνεγείρουν με το γοητευτικό πάθος του λόγου και της κίνησής τους, την ομοιογένεια κι ωστόσο την προσωπικότητα της ερμηνείας τους, κατάφεραν να πυργώσουν την αλήθεια που διαπερνά τα λόγια τους, τρυφερά, άγρια, αποκαλυπτικά και να σερβίρουν ενώπιόν μας όχι μόνον ένα ξενόφερτο, άτσαλο, σπάταλο, μπρέκφαστ αφθονίας και μοναξιάς αλλά ολόκληρο τον αδιέξοδο εγκλωβισμό και την υπαρξιακή αγωνία μιας γενιάς. Μόνον μιας;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: