Τίμια ανάγνωση ενός σπάνιου κειμένου

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 03 Οκτωβρίου 2011
Φτάσαμε πια να διεκδικούμε το ελάχιστον μιας θεατρικής εμπειρίας. Οταν μας κατακλύζουν κρουνοί από επηρμένες ριπές εγωισμού, όταν ημιμαθείς σκηνοθέτες, καραμπινάτοι σκράπες, λυμεώνες του μεταμοντερνισμού βουτάνε και κατασπαράζουν συγγραφείς του θεάτρου και τους ευνουχίζουν, τους ακρωτηριάζουν, τους νοθεύουν, τους «διορθώνουν», τους αφιονίζουν και τους θανατώνουν σαδομαζοχιστικά.
Ετσι νιώθεις μια αγαλλίαση, όταν βλέπεις μια παράσταση που σέβεται το κείμενο, που το αρθρώνει σωστά, που υπερασπίζεται τις ιδέες του. Η Εταιρεία Τέχνης 5η Εποχή και ο σκηνοθέτης Θέμης Μουμουλίδης, σε εποχή δύσχρηστη, δυσοίωνη και καταραμένη, τόλμησε να ανεβάσει, και μάλιστα μέσα στις δυσχερείς συνθήκες των θερινών περιοδειών, τον «Αμλετ» του Σαίξπηρ.
Μια πρώτη λοιπόν διαπίστωση (είδα την παράσταση στο υπέροχο θέατρο των Βριλησσίων, μακριά από τη χλαλοή της κίνησης και των μεγαφώνων των μπαρ και των ψησταριών – κατάρα πολλών άλλων υπαίθριων θεατρικών χώρων): το αμφιθέατρο ήταν γεμάτο και σκέφτηκα πως ακούγοντας και βλέποντας μια παράσταση που δεν πρόδιδε τουλάχιστον τον Νουν του κειμένου είχε κατορθώσει να αποσπάσει αυτό τον κόσμο της περιφέρειας την ίδια ώρα από τις επαναλήψεις αηδών ελληνικών σίριαλ και από τις «δημοφιλείς» τουρκικές σειρές! Λίγο το θεωρείτε;

Ομως η παράσταση του Μουμουλίδη, ως γραμμή και ως άποψη, ήταν πολύ καλύτερη και τιμιότερη από τον «Αμλετ» του Εθνικού που σκηνοθέτησε πριν από λίγα χρόνια ο μακαρίτης Κακογιάννης, ανεξάρτητα από τα πρόσωπα της διανομής. Αναφέρομαι στο αποτέλεσμα.
Και εν πρώτοις δεν είχε ως ερμηνευόμενο ελληνικό κείμενο τη μετάφραση του μακαρίτη, που ήταν και άνευρη και άρρυθμη και θολή. Είχε τώρα ως στέρεο καμβά τη μετάφραση του αείμνηστου Γιώργου Χειμωνά, που όσο κι αν αποστασιοποιείται ιδεοληπτικά από το σαιξπηρικό πρωτότυπο είναι ένα θαυμάσιο εργαλείο ερμηνευτικής προβληματικής.
Κατά δεύτερο λόγο το κείμενο αυτό διαβάστηκε σωστά. Φαινόταν ο μόχθος της σχολαστικής εμμονής της διδασκαλίας πάνω στους ρυθμούς, στις παύσεις και στην έξαρση των νοημάτων. Το έργο έτσι άνθισε ως λόγος. Κανένας ηθοποιός δεν πρόδωσε την πρόθεση της σκηνοθεσίας. Πρέπει εδώ να αναφερθώ και στην αυτονόητη συμβολή της θεατρολόγου Παναγιώτας Πανταζή.
Τα κοστούμια της Τότας Πρίτσα, είχαν χρώμα εποχής χωρίς να έχουν εμμονές μόδας εποχής. Το σκηνικό, πρόσφορο για ύπαιθρο και θερινούς χώρους, είχε σεμνή και λειτουργική παρουσία.
Ο Αιμίλιος Χειλάκης (Αμλετ) έχει σπουδαία προσόντα, τα έβγαλε πέρα παλικαρίσια, όσο κι αν έλειψε συχνά ο συναισθηματικός όγκος του τερατώδους ρόλου.
Ο Λεωνίδας Κακούρης (Κλαύδιος) βρήκε τον στόχο στην περίφημη προσευχή της μεταμέλειας.
Η Μαρίνα Ψάλτη (Γερτρούδη) προσπάθησε να ισορροπήσει την ενοχή με την ασέλγεια του ρόλου και στο τέλος τη βρήκε. Η Ευγενία Δημητροπούλου (Οφηλία) έχει προσόντα για ποιητικό θέατρο αλλά είναι ακόμη άπειρη για να φτάσει ο ψυχισμός να κινήσει σώμα και λόγο.
Μια ευάγωγη ανάγνωση ενός σπάνιου κειμένου.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: