«SPECTACLE» της ομάδας VASISTAS – Φεστιβάλ Αθηνών – «Η ταράτσα του αυτόχειρα» της ομάδας Χάπι Εντ – Φεστιβάλ Αθηνών

  • Μικρός απολογισμός και δύο site-specific γνωριμίες
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Η δημιουργική αναζήτηση δεν πτοείται από κρίσεις. Πνεύμα, γούστο, χιούμορ, ιδέες, δύνανται να αποπνέουν φρέσκο αέρα ανεξάρτητα από οικονομικούς αλγόριθμους. Ενας ευσεβής πόθος που θα πρέπει να μας συντηρήσει από δω και μπρος, ανάμικτος με σκέψεις πίστης και ανησυχίας για έναν ιδιαίτερα προσφιλή και οξυγονούχο θεσμό, ο οποίος φέτος έμοιαζε να αντλεί περισσότερο από τη δόξα των προηγούμενων ετών.

Η έμψυχη εικαστική εγκατάσταση των πολυεθνικών Vasistas (σκηνοθεσία Αργυρώς Χιώτη), μία από τις ανάσες του φετινού φεστιβάλ

Η έμψυχη εικαστική εγκατάσταση των πολυεθνικών Vasistas (σκηνοθεσία Αργυρώς Χιώτη), μία από τις ανάσες του φετινού φεστιβάλ

Η οικονομική συρρίκνωση του Φεστιβάλ Αθηνών δεν ήταν εμφανής μονάχα στη μείωση των μετακλήσεων διάσημων παραγωγών. Μικρό το κακό, καθώς αρκετές αποτελούσαν ανακυκλώσεις μιας κορεσμένης ομφαλοσκοπικής μετανεωτερικότητας, φαινόμενο διεθνές τα τελευταία χρόνια. Υπάρχουν όμως και οι ζυμώσεις ενός θεάτρου λιγότερο επώνυμου και μεγαλόσχημου, ζωντανού, απρόβλεπτου, με ουσιώδη αισθητικά ρίσκα, για το οποίο κόπτεται κάθε φεστιβάλ με φιλοδοξίες που με περισσότερη έρευνα και φαντασία θα μπορούσε να έχει θέση στην Πειραιώς αυτό το καλοκαίρι.

Σε μια περίεργη συγκυρία, οι περικοπές συμβάδισαν σε αισθητό βαθμό με μέτριες ή εντυπωσιακά ατυχείς επιλογές, εγχώριες και εισαγόμενες, άσχετες με κόστη, που παρά τα σταθερά εξαντλημένα εισιτήρια ενίσχυαν μια αίσθηση απομάγευσης. Από την άλλη, ευφυώς ο Γιώργος Λούκος, αντί να γκρινιάζει με τη φτώχεια του νέου προϋπολογισμού, έκανε την ανάγκη επινοητικότητα, δίνοντας βήμα σε ταλαντούχες πειραματικές ομάδες να «παίξουν» με εξωθεατρικούς (και όπως φάνηκε θεατρικότατους) χώρους. Παρά την άνισα καινοτόμα ενέργειά τους, αυτές υπήρξαν, κατά τη γνώμη μου, και η ανάσα του φετινού φεστιβάλ.

Κυριολεκτικά σε ένα μουσείο, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, τοποθετούν τον άνθρωπο ως (έμψυχη) εικαστική εγκατάσταση οι πολυεθνικοί Vasistas (σκηνοθεσία Αργυρώ Χιώτη). Δανειζόμενοι την ατμόσφαιρα και την αισθητική του χώρου και της αναδρομικής έκθεσης του ζωγράφου Απόστολου Γεωργίου, η ομάδα πλέκει οργανικά τον σαρκαστικό, υπαρξιακό χαρακτήρα των έργων με μια ρομποτική χορογραφία προσομοιωμένης ζωής, στηριζόμενη στη σωματική έκφραση και σε κουρέλια λόγου. Η αφασική γοητεία της εικόνας σε διπλή θέα.

Μοτίβα τηλεχειρισμού μιας ζωντανής Μπάρμπι (Ariane Labed) επαναλαμβάνονται μηχανιστικά, πολύγλωσσοι «διερμηνείς»-μεσάζοντες μεταφράζουν, εξηγούν, συντονίζουν, αποσυγχρονίζουν κάθε απόπειρα επικοινωνίας, ζευγάρια «προβάρουν» συναντήσεις σε μια σισύφεια τελετουργία επιθυμίας/ματαίωσης, παράλληλες δράσεις παγώνουν στο χρόνο σαν στιγμιαίες φωτογραφίες, χειρονομίες χωρίς βιωματική θέρμη συναγωνίζονται τη ζωγραφισμένη ζωή κρεμασμένη στους τοίχους.

Ολη αυτή την ώρα, πέντε άνθρωποι (Α. Labed, Ευθύμης Θέου, Naima Carbajal, Πέτρος Σταθακόπουλος, Αργυρώ Χιώτη) αναπαριστούν την απώλεια της ανθρώπινης επαφής, άφωνοι μπροστά στο άγνωστο (επικοινωνία;), κόβοντας βόλτες σε συμμετρικά σχήματα, κρώζοντας σαν πρωτόπλαστοι, ιδρώνοντας, κουτουλώντας, επιμένοντας, εντός και εκτός ορατότητας του κοινού, παντού, σε όλο τον εκθεσιακό χώρο. Για ώρα ακούμε τα βήματά τους, που σταδιακά σβήνουν κι αυτά. Ακινησία, σιωπή.

Ενα ακόμη site-specific δρώμενο, σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη, η αναπαράσταση στην ταράτσα του Γαλλικού Ινστιτούτου μιας πολυσυζητημένης αυτοχειρίας του 1976 από μια άλλη αθηναϊκή ταράτσα, μερικά τετράγωνα πιο πέρα.

Πίσω μας ο φωτισμένος Λυκαβηττός, στο βάθος το Αιγάλεω Ορος, αεράκι του δειλινού μετά τον καύσωνα πάνω από μια αχανή, νυχτερινή Αθήνα. Ειρωνικά ζωογόνο περιβάλλον για τον απολογισμό ζωής ενός αυτόχειρα, που πριν βουτήξει στο κενό έγραφε σε φίλο «είναι συγκλονιστικό ότι ζούμε».

Σε ένα μονόλογο απέριττο και μαζί ανατριχιαστικό στην κοφτή, εναργή θανατίλα του («δεν έχω ανάπαυση, όχι πια») η 41χρονη ποιήτρια Κοραλία Θεοτοκά δίνει φωνή στον σκοτεινό πυρήνα της ύπαρξής της που της υπαγόρευε αναχώρηση μετά το θάνατο του κατά 30 χρόνια μεγαλύτερου έρωτα της ζωής της, Γιώργου Θεοτοκά.

Με σχεδόν άθερμη εσωστρέφεια η Υβόννη Μαλτέζου διαχειρίζεται το «κατεπείγον» μιας ψυχικής ερήμωσης με αμετάκλητη απόληξη. Ησυχη, κοιτά χωρίς να βλέπει, μιλά χωρίς να βιάζεται για την «κραυγή των σωμάτων», για επίγειες χαρές («δεν υπάρχει θεός που να δίνει όπως ο άνθρωπος»), για «τη μελαγχολία που δεν κατανικιέται», το «θόρυβο, τα καυσαέρια τη σκληρή καταπιεστική κοινωνία» που την «τρελαίνουν», αναρωτιέται με περιέργεια για το μετά, «τι απέγινε το άψυχο σώμα. Ηταν γυμνό;». Η φωνή της ηθοποιού, ζωντανή και ηχογραφημένη, έχει κάτι αλλόκοσμο, όπως και τα υπνοβατικά χαϊδέματά της με την κουπαστή και το κενό.

Χαρτιά, βιβλία, το τούλινο νυφικό καταλήγουν στα σκουπίδια. Τα Adidas δένονται με φροντίδα στο κιγκλίδωμα, ένα καθαρό συνηθισμένο «χαίρετε!» μες στη σιωπή. Σκοτάδι. Τόσο απλά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Ετη φωτός από την αβαθή αισχρή εξωστρέφεια της νέας φυλής των ανθρώπων έξω στους πολύβουους δρόμους. *

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: