«Μικρά Διονύσια» ΚΘΒΕ – Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ «ΜΙΚΡΩΝ ΔΙΟΝΥΣΙΩΝ» ΓΙΑ ΤΗΝ 50ΧΡΟΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΚΘΒΕ

  • Οι χαμένες προσδοκίες του κυρ Διονύση

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

Εστω και εκπρόθεσμα το ΚΘΒΕ βρήκε την ευκαιρία να γιορτάσει στην Επίδαυρο το ιωβηλαίο της λειτουργίας του -από το 1961- με τη φετινή παραγωγή του, τα «Μικρά Διονύσια».

Η Ταμίλα Κουλίεβα ως Ηλέκτρα

Η Ταμίλα Κουλίεβα ως Ηλέκτρα

Πρόκειται για μια σύνθεση-σταχυολόγηση αποσπασμάτων του αρχαίου δράματος, που φιλοδοξεί να θυμίσει σε θαυμαστές και φίλους τη σχέση του κρατικού θεάτρου με το αρχαίο θέατρο και με το θέατρο ρεπερτορίου γενικότερα.

Είναι ωστόσο γεγονός πως η υποδοχή της επετειακής πρότασης υπήρξε ψυχρή. Και αυτό, πιστεύω, όχι μόνο λόγω της ίδιας, όσο των προσδοκιών που καλλιέργησε. Γιατί δεν το κρύβω ότι και εγώ κάτι άλλο περίμενα. Αντί για μια πρόταση-κολάζ από τα πιο αβανταδόρικα αποσπάσματα του αρχαίου δράματος -με λίγα χορικά ένθετα σαν ποτ-πουρί-, περίμενα έναν κάποιον απολογισμό της μέχρι τώρα πορείας του θεάτρου. Ακόμα περισσότερο: από έναν ζωντανό θίασο προσδοκούσα έναν πρόλογο για τα χρόνια που θα ‘ρθουν.

Δεν φταίω μόνο εγώ γι’ αυτό. Σύμφωνα με την υπόθεση των «Μικρών Διονυσίων», ένας «μικρός» ακόλουθος του θιάσου, ταπεινός και πιστός φροντιστής του από το ξεκίνημα κιόλας, ο κυρ Διονύσης, ζει εντός της πιραντελικής του ονειροφαντασίας την πενηντάχρονη διαδρομή του θεάτρου.

  • Νέα πρόταση αντί ρετροσπεκτίβας

Είκοσι οκτώ αποσπάσματα περνούν ζωντανεμένα από τη σκηνή του μυαλού του, με τους ήρωες τραγωδίας και κωμωδίας να του θυμίζουν σκηνές από έργα που ανέβασε το ΚΘΒΕ. Καθώς μάλιστα υπάρχουν τακτικές αναφορές σε παλιούς διευθυντές και σκηνοθέτες του θεάτρου, επόμενο είναι να πιστεύει κανείς πως ο κυρ Διονύσης «φαντασιώνεται» τις αληθινές εκδοχές των παραστάσεων.

Πώς αλλιώς; Η παράσταση όμως του ΚΘΒΕ δεν είναι μια ρετροσπεκτίβα αλλά μια εξ αρχής νέα πρόταση. Με δυο λόγια: Οι δυο σκηνοθέτες, Γιάννης Ρήγας και Γρηγόρης Καραντινάκης, έπρεπε να σκηνοθετήσουν ούτε λίγο ούτε πολύ είκοσι οκτώ διαφορετικά αποσπάσματα, διαφορετικών έργων, διαφορετικών συγγραφέων, διαφορετικών ειδών, με μόνο οδηγό κάποια θραύσματα από παλιότερες παραστάσεις. Ανάλογους άθλους επιτελούν μόνο φιλόλογοι στα επετειακά αφιερώματα των σχολείων μας.

Αν και θα παρατηρούσε κανείς ότι ένας από τους λόγους ίδρυσης του ΚΘΒΕ υπήρξε ακριβώς η ανάσχεση κάθε παρόμοιας πρόθεσης, δεν θα ήθελα να σταθώ σε αυτό περισσότερο.

Είναι που η ίδια η επιλογή του αρχαίου δράματος ως του πλέον χαρακτηριστικού για την ανάδειξη της προσφοράς του κρατικού θεάτρου μού μοιάζει εξαρχής προβληματική. Δεν παραγνωρίζει βέβαια κανείς την προσφορά του -αν και θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη για κρατικό θέατρο με καταστατική την υποδοχή του αρχαίου λόγου από τις σκηνές του.

Εδώ όμως υπάρχει ο κίνδυνος να λησμονηθεί το προκείμενο: Οτι αν κάπου και κάποτε διακρίθηκε το θέατρο της Θεσσαλονίκης -και εδώ χωράει και το αρχαίο δράμα με όλα του τα «σκάνδαλα»- δεν ήταν εντός των συντηρητικών πλαισίων μιας επίσημης σκηνής, αλλά εντός των καινοτόμων, πρωτοποριακών, ακόμη και προκλητικών προτάσεων του ΚΘΒΕ.

  • Πρωτοπορία

Το ΚΘΒΕ πρόκοψε όταν αποδείχτηκε περισσότερο δυναμικό και φρέσκο, λιγότερο αγκυλωμένο και ακαδημαϊκό από το Εθνικό. Δεν υπήρξε πάντα τέτοιο, το ξέρω. Ωστόσο για τα διαστήματα που φιλοξένησε την πρωτοπορία -όχι σαν «δεύτερη σκηνή», μα ως μέρος της κεντρικής αισθητικής και ιδεολογίας του-, όταν ανέβασε πρωτοποριακό θέατρο και θέατρο με πρωτοποριακό τρόπο, κατόρθωσε να εκφράζει τις πιο φιλόδοξες σκέψεις των πιο φιλόδοξων συντελεστών του για μια γνήσια καλλιτεχνική αποστολή.

Υπάρχει νομίζω και μια παρεξήγηση γύρω από την πνευματικότητα της όλης πρότασης. Καθώς βλέπει κανείς τον αγαθό φροντιστή να διαβάζει από χειρόγραφα την ανθολογία του από τσιτάτα και γνωμικά ανδρών που χαρακτήρισαν το ΚΘΒΕ κατά καιρούς -βρίσκω μάλλον άκομψη την τόση ονοματολογία-, καθώς ο Γιώργος Αρμένης στρέφει με το νατουραλιστικό ταλέντο του την παράσταση στη φυσιογνωμία του μικρού και αφανή ήρωα των παρασκηνίων, το ΚΘΒΕ μοιάζει να συνδέεται με μεταπολιτευτικά σοσιαλιστικά όνειρα για ένα θέατρο «από το λαό, για το λαό».

Δεν είναι βέβαια λάθος κάτι τέτοιο, δεν εκφράζει όμως και την πραγματικότητα. Το ΚΘΒΕ έδωσε λαϊκές παραστάσεις και παραστάσεις με λαϊκά ερείσματα, καμιά όμως από αυτές δεν συνδέθηκε με τη φυσιογνωμία του. Αντίθετα το θέατρο συνδέθηκε με το μεσοαστικό κοινό και με μια στενή αλλά δυναμική παρέα διανοούμενων της πόλης. Αυτοί του έδωσαν την προβληματική του εντός και εκτός σκηνής, εντός και εκτός πλατείας.

Με όλα τα παραπάνω, δεν αμφιβάλλει κανείς γιατί η ίδια η παράσταση επαληθεύει τους χειρότερους φόβους μας. Πως έχουμε φτάσει να εμβαπτίζουμε το αρχαίο δράμα σε έναν τραγικό πολτό, ίδιο σε γεύση από έργο σε έργο, από συγγραφέα σε συγγραφέα.

Θέλετε απόδειξη; Ορίστε πώς εμφανίζεται ο πασπαρτού Χορός της παράστασης: ικανός να συμμετέχει σε κάθε έργο, χωρίς διαφοροποίηση, με τα ομαδικά γυμνάσματα και τις αφηρημένες συλλογικότητές του. Ορίστε πώς ντύνεται το αρχαίο δράμα: με τα ρετάλια μιας φθαρμένης εικονολογίας. Ορίστε και το σκηνικό όπου παίζεται: μια μάλλον συμβολική, σαν πλαστική, αναπαράσταση «κτερισμάτων». Και ορίστε πώς παρουσιάζεται εν τέλει το περιεχόμενό του: σαν σύνθεση εντυπώσεων, με το ενδιάμεσο να απασχολεί μόνο τους δραματολόγους.

Σε τριάντα στίχους

Δεν μπορεί να κατηγορήσει κανείς τους ηθοποιούς. Οι οποίοι όπως είναι επόμενο προσπάθησαν -σαν να είχαν ο καθένας την «τιμητική» του- να χωρέσουν την ενέργεια μιας διαδρομής σε μία και μόνο στάση. Μέσα σε τριάντα όμως στίχους είναι αδύνατον να κάνουν σοβαρή ερμηνευτική. Το περισσότερο που μπορούν είναι να κάνουν μια επίδειξη των φωνητικών και τεχνικών προσόντων τους.

Διακρίνω από το μέρος της τραγωδίας τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο, τον Τάσο Ψαρρά και την Ταμίλα Κουλίεβα, στους πολλαπλούς αλλά σκόρπιους τραγικούς ρόλους τους. Και σημειώνω το συγκινητικό Γιάννη Μαλλούχο στο ρόλο του Φρύγα.

Ισως να παίρνω στα σοβαρά κάτι που ήθελε να αποτελέσει ένα καλοκαιρινό ξεφάντωμα. Και παραδέχομαι πως σε ορισμένα σημεία της η παράσταση πιθανόν διασώζεται λόγω της καλής ροής που εξασφαλίζει η σύνθεση του Κ. Χ. Μύρη, ορισμένων ερμηνειών και του δυνατού φινάλε, με τον Κώστα Σαντά και την αριστοφανική ευωχία. Διασώζεται ίσως, αλλά με ποιον τρόπο. Σαν πρόταση κατώτερη της περίστασης και του ίδιου του θεάτρου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: