Μια ζωή σε κάποια φυλακή

  • ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ
  • Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Το «Ατσάλι» της Σκοτσέζας Ρόνα Μονρό (που είδαμε σε πανελλήνια πρώτη στην Αίθουσα Μάντεως Τειρεσία από το ΚΘΕΘ) μπορεί να είναι ένα έργο συντηρητικό στις αισθητικές προδιαγραφές του, είναι όμως σφιχτό, καίριο και με δουλεμένες ισορροπίες ανάμεσα στους χαρακτήρες (η μετάφραση είναι της Χρ. Μπάμπου – Παγκουρέλη). Οπως εμφανίζονται τα τέσσερα πρόσωπα σ’ αυτήν τη διαπλεκόμενη ιστορία, η εντύπωση που αποκομίζουμε είναι ότι το καθένα, με τον τρόπο του, βρίσκεται υπό παρακολούθηση. Απλώς, η (ατσαλένια) ισοβίτισσα μάνα και η κόρη της ξεχωρίζουν, γιατί λειτουργούν υπό το βλέμμα όχι μόνον των παρατηρητών των φυλακών, αλλά και των θεατών, οι οποίοι καλούνται να αποφανθούν στο τέλος κατά πόσο λειτουργούν οι θεσμοί του σωφρονιστικού συστήματος.

Η Μονρό ευφυώς αποφεύγει να δημιουργήσει ξεκάθαρες σχέσεις καλών και κακών σ’ αυτήν την ψυχοφθόρο διελκυστίνδα. Με καλούς χειρισμούς αφήνει να διαχυθεί η ιεράρχηση σωμάτων και εσωτερικών κόσμων, ώστε να ανοίξουν οι ψυχαναλυτικές προοπτικές του έργου. Η απώλεια και ανάκτηση μνήμης, η σιωπή, η άρνηση επικοινωνίας είναι ανάμεσα στις ψυχικές καταστάσεις που (εμ)πλέκονται με προσοχή σ’ έναν κόσμο χωρίς τις βεβαιότητες και τον ορθολογισμό της σκέψης του διαφωτισμού. Εδώ όλα είναι «στον αέρα». Οπως χαμηλώνουν τα φώτα στη σκηνή, έτσι και το έργο βυθίζεται στο δικό του σκοτάδι. Κανείς δεν είναι απόλυτα βέβαιος τι θα του ξημερώσει.

  • Συντελεστές

Ο Πέτρος Ζηβανός φαίνεται να θέλγεται τώρα τελευταία από έργα ενός απροσδιόριστου εσωτερικού ρεαλισμού (να θυμίσω το «Ο Ντάνι και η βαθιά γαλάζια θάλασσα») που μοιραία τον οδηγεί σε «χειροποίητες» παραστάσεις, σαν κι αυτήν εδώ, μια παράσταση διαλυμένων «εγώ», μια παράσταση ενός δράματος που αναζητά ένα σταθερό κέντρο για να αρθρώσει το λόγο των «ά-λογων» συναισθημάτων της. Η αλήθεια είναι ότι ήταν αρκετά προσεκτικός στον τρόπο λείανσης της περίπλοκης λογικής των δρώντων προσώπων και, κυρίως, των σχέσεων μάνας και κόρης, όμως η αίσθησή μου είναι ότι οι σκηνοθετικές λύσεις του ήταν κάπως ουδέτερες. Το όλο συναισθηματικό κουβάρι σαν να ήθελε κι άλλο ξέμπλεγμα κι άλλο μαστόρεμα, ώστε να βγει στο φως η δυσπρόσιτη και δυσκολοφανέρωτη ταραχή της ψυχής. Πάντως, οι τέσσερις ηθοποιοί που ανέλαβαν να σηκώσουν το βάρος αυτού του σκηνικού ψυχογραφήματος έδειξαν ενθουσιασμό και ειλικρινές δόσιμο. Ιδιαίτερα μαχητική βρήκα την Ολγα Αλεξανδροπούλου. Πάλεψε με τους δαίμονες της ψυχής (και της απουσίας της από το σανίδι) και, μέχρις ενός σημείου, ήταν αποδοτική. Θα μπορούσε και καλύτερα, εάν το παίξιμό της είχε περισσότερη εσωτερική κίνηση και λιγότερη εξωτερική. Η Μάρα Τσικάρα, μια όμορφη θεατρική παρουσία με προσόντα, όταν ηρεμούσε και δε χρωμάτιζε υπερβολικά τις ψυχολογικές διακυμάνσεις της, σε σημείο να τις ψευτίζει, έβρισκε γνήσιο παλμό. Συγκρατημένη και ευπρεπώς ουδέτερη η Ελένη Κατσώνα. Συμπαθής ο Τζίμης Κούρτης, πρόσεξε να μην ξεστρατίσει από το (μάλλον διεκπεραιωτικό, όπως εξελίχθηκε) ρόλο του δεσμοφύλακα – παρατηρητή – ελεγκτή.

Τα σκηνικά της Νατάσας Ζηβανού συνηγόρησαν, μόνο εν μέρει, στην εικόνα του εγκλεισμού. Η ατμόσφαιρα απαιτούσε πιο έντονες φωτοσκιάσεις του όλου (τραγικού) αγώνα προς τη «γνώση», την επικοινωνία και την κάθαρση.

  • Περί Αμερικής

Πριν από δέκα, ακριβώς, χρόνια, σ’ αυτήν εδώ τη στήλη, έγραφα και πάλι γι’ αυτό το έργο («Ποιος ανακάλυψε την Αμερική;»). Τα σχόλιά μου δεν ήταν ιδιαίτερα κολακευτικά. Τώρα, στην «πειραγμένη» εκδοχή που παρέδωσε στο θέατρο Σοφούλη η Χρύσα Σπηλιώτη, κάποια πράγματα βελτιώθηκαν, χωρίς να σημαίνει ότι ξαφνικά το έργο απέκτησε προδιαγραφές αριστουργήματος. Απλώς, στη νέα βερσιόν του έχει να επιδείξει μία πιο ζωηρή θεατρικότητα και μία πιο συμπαγή φυσιογνωμία, κυρίως σε ό,τι αφορά το περιβάλλον δράσης των δύο γυναικείων χαρακτήρων του. Η Σπηλιώτη πρόσθεσε ορισμένες θεραπευτικές πινελιές που έκαναν το οδοιπορικό των δύο ηρωίδων μέσα στη φυλακή του χρόνου πιο ενδιαφέρον και λιγότερο προβλέψιμο.

Κεφάτες ερμηνείες

Η Παυλίνα Χαρέλα και η Νάντια Δαλκυριάδου, εκφραστικές και σωστές στις μεταμορφώσεις τους, τράβηξαν το νήμα της ζωής τους από την αρχή ίσαμε τον προθάλαμο του Αλτσχάιμερ, με χαρακτηριστική άνεση και κέφι. Πραγματικά έδειχναν ότι το διασκέδαζαν «γερνώντας». Η σκηνοθεσία του Παύλου Δανελάτου σωστά δεν μπήκε στη μέση να τις ανακόψει. Στάθηκε διακριτικά στο πλάι και τους έδωσε χώρο να δείξουν τι μπορούν να κάνουν κόντρα στις διαβρωτικές αυλακιές του χρόνου. Και θεωρώ ότι δικαίωσαν την επιλογή του. Παρέδωσαν ένα δρώμενο πολύ πιο επικοινωνιακό και ουσιαστικό απ’ ό,τι είναι στην έντυπη μορφή του.

Συμπέρασμα: δύο ηθοποιοί σ’ ένα πάρτι της ζωής. Γι’ αυτό και μόνο αξίζει να τις δείτε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: