Σκηνικά εγχειρήματα παλιότερων και νέων ομάδων

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
«Η μύτη»
  • «Η μύτη» στο «Συνεργείο»

Μέσα στην όλο και αυξανόμενη πληθώρα παραστάσεων γνωστών από παλιότερες εμφανίσεις τους θιάσων και νεοσύστατων θεατρικών ομάδων (συχνά κάποιες είναι του «ενός φεγγαριού») τους ανοιξιάτικους μήνες, υπάρχουν και κάποιες, πραγματικά, αξιοπρόσεκτες, είτε λόγω της αξίας του έργου είτε λόγω της αισθητικής τους ποιότητας, είτε – πολύ περισσότερο – γιατί συνδυάζουν και τα δύο, όπως συμβαίνει με τις τρεις παρακάτω παραστάσεις.

Σε ένα μικρό χώρο και χωρίς δυνατότητες τεχνικών μέσων του «Συνεργείου» έσμιξαν τέσσερις δοκιμασμένα και αποδεδειγμένα ταλαντούχοι ηθοποιοί, δύο σκηνογράφοι και τρεις μουσικοί και συνδημιούργησαν μια καλαίσθητης εικαστικής όψης (σκηνικά Αλεξάνδρας Σιάφκου – Αριστοτέλη Καρανάνου, τα κοστούμια υπογράφει ο ηθοποιός Νίκος Καρδώνης) και ευρηματικότατης σκηνοθεσίας και απολαυστικής ερμηνείας παράσταση, με την έξοχης, υπερρεαλιστικής αλληγορίας, μονόπρακτη κωμωδία του Νικολάι Γκόγκολ «Η μύτη». Ο κορυφαίος Ρώσος πεζογράφος και δραματουργός, με το μονόπρακτο αυτό σαρκάζει την έπαρση, τον εγωτισμό, την αυταρέσκεια, την επιτήδευση, την τεμπελιά, τον παρασιτισμό των βολεμένων – εξ ου και γελοίων ψηλομύτηδων – σε δημόσιες θέσεις μεσοαστών και μικροαστών, περιφρονητών των λαϊκών ανθρώπων και τους «τιμωρεί» με το πάθημα-μάθημα του κεντρικού προσώπου. Ενας τέτοιος «ψηλομύτης» χάνει ξαφνικά τη μύτη του και υποψιαζόμενος ότι του την έκοψε ο κουρέας καθώς τον ξύριζε, εναγωνίως ψάχνει να τη βρει, γιατί χωρίς μύτη αδυνατεί να σταθεί στην …υψηλή κοινωνία. Ολα αυτά, βέβαια, συμβαίνουν στο όνειρό του. Αν δεν αλλάξει μυαλά όταν ξυπνήσει θα παραμείνει γελοίος. Αποτέλεσμα της καλλιτεχνικής αυτής συνεργασίας είναι ότι ο καλός ηθοποιός Βασίλης Ανδρέου, πρωτοδοκιμαζόμενος μάλιστα σκηνοθετικά, «διάβασε» εύστοχα και ευρηματικά τη «δηλητηριώδη» αλλά και παιγνιώδη γκογκολική σάτιρα, εμπνεόμενος αλλά και στηριζόμενος – τα μέγιστα – από το υποκριτικό ταλέντο και τη μεταμορφωτική ικανότητα σε διαφόρους ρόλους των τριών συναδέλφων του ηθοποιών – Νίκου Καρδώνη, Στέλιου Ιακωβίδη, Σοφίας Τσινάρη – θαυμάσιοι και οι τρεις, σε μια αλληλογονιμοποιό, πνευματώδους κωμικής εμβέλειας ερμηνευτική άμιλλα. Στήριγμα της παράστασης ήταν και η χιουμοριστική μουσική (Μάνος Αθανασιάδης) και οι ερμηνευτές της (Αργύρης Παρασκευάς, Γιάννης Πεδιαδάκης).

«Η Τρελοβγενιώ»
  • «Η Τρελοβγενιώ» και «Ε. Χ. Γονατάς – Από την κρύπτη στο φως με τρεις μπακιρένιες δεκάρες», από τη «Στιγμή»

Γνωστός από παλιότερες αξιόλογες παραστάσεις του ο (άστεγος) θίασος «Στιγμή» προσέφυγε στο «Στούντιο Μαυρομιχάλη» για να παρουσιάσει την «Τρελοβγενιώ» (πρωτοπαίχθηκε στην Αθήνα το 2003 και εκτός Αθήνας) και τη νέα παραγωγή του, εμπνευσμένη από τα αισθαντικότατα πεζογραφικά έργα του θανόντος πριν πέντε χρόνια Ε. Χ. Γονατά. Σκηνοθέτης και των δύο αξιόλογων, ποιητικής ατμόσφαιρας, παραστάσεων είναι ο καλός ηθοποιός και δημιουργός του θιάσου Γιάννης Αναστασάκης. Το προφανέστατα αυτοβιογραφικό, αφηγηματικής μορφής, μυθιστόρημα της ιταλικής καταγωγής Γαλλίδας φιλολόγου και πεζογράφου Ινές Κανιατί «Η Τρελοβγενιώ» (κυκλοφόρησε πριν αρκετά χρόνια, σε μετάφραση της Ρενέ Ψυρούκη), διασκευασμένο σεβαστικά, σεμνά, με ευαισθησία αλλά χωρίς εντυπωσιοθηρικό μελοδραματισμό από την κάλλιστη ηθοποιό Μαρία Τσιμά και τον Γιάννη Αναστασάκη, συμπυκνώνει μονολογικά ένα ζοφερό ψυχολογικά και ηθικά δράμα με κοινωνικές διαστάσεις, ένα δράμα «γνώριμο» στους απλούς λαϊκούς ανθρώπους κάθε τόπου, με πρώτο θύμα τον πιο αδύνατο και πολύμορφα εκμεταλλευόμενο «κρίκο», τη γυναίκα. Μια έφηβη επαρχιωτοπούλα, η Ευγενία, όχι μόνο βιάζεται από τον συγχωριανό «αρραβωνιαστικό» της, επειδή δε θέλει να τον παντρευτεί, αλλά και αποδιώχνεται από τη μάνα της. Ξενοδουλεύοντας σκληρά στα χωράφια και σε σπίτια, ψευτοζεί με το νόθο κοριτσάκι της, το οποίο σε τρυφερή ακόμα ηλικία, όντας μονάχο στο σπίτι, βιάζεται από τον – άγνωστο σε αυτό – άθλιο βιαστή της μάνας του και «σπορέα» του. Η άρνηση της δύστυχης Ευγενίας να γίνει δούλα αλλά και «πόρνη» του κάθε τσιφλικά, όπως και η σιωπή της στις προσβολές του περίγυρου εκλαμβάνονται και αποκαλούνται «τρέλα», όπου θα καταλήξει δίνοντας τέλος στην αβάσταχτη πια ζωή της, μετά τη δηλητηρίαση, από τη στρίγγλα μάνα της, του μωρού που γέννησε από το τίμιο άντρα που παντρεύτηκε. Με την εύγλωττη σιωπή, την κοπιαστική και δύστυχη ζωή, τις «πληγές» της μάνας «ζυμώθηκαν» η ψυχή κι ο νους του πληγωμένου κοριτσιού, που μορφωμένη πια, αλλά ξενιτεμένη, αναθυμάται, με καημό και αγάπη για τη μάνα της, όλο αυτό το τρομερό κακό και άδικο. Λιτά ρεαλιστική η σκηνοθεσία αφήνει ελεύθερη την αισθαντικότητα αλλά και το στέρεο δραματικό μέτρο της Μαρίας Τσιμά να «αφηγηθεί» αυτό το συνταρακτικό ανθρώπινο δράμα.

«Ε. Χ. Γονατάς – Από την κρύπτη στο φως με τρεις μπακιρένιες δεκάρες»

Σε ποιητικό «κλίμα», με όμορφες στην όψη και την ακοή, «πινελιές» αντλημένες από τις αξίες, τα ήθη, τα έθιμα, τα δημοτικά τραγούδια, τους χορούς του λαού μας, καθώς και από τη σχέση του με το φυσικό περιβάλλον και τις εποχές του χρόνου, με κεντρικό θέμα την αναπόληση του αγνού, ορμητικού, ονειρικού, κάποτε ασυλλόγιστου και απροσγείωτου στην πραγματικότητα νεανικού έρωτα, μέσα από το πρίσμα της μνήμης, των γηρατειών, της μελαγχολικής αναμονής του αναπόφευκτου θανάτου, κινείται σκηνοθετικά και ερμηνευτικά η παράσταση «Ε. Χ. Γονατάς – Από την κρύπτη στο φως με τρεις μπακιρένιες δεκάρες». Η παράσταση του Γ. Αναστασάκη, βασιζόμενη κυρίως στα έργα του «Τρεις δεκάρες» και «Η κρύπτη», του Ε. Χ. Γονατά (την κειμενική σύνθεση έκανε ο σκηνοθέτης), με τη λιτή σκηνική της όψη (μόνο της «σκηνικό» είναι τα λαϊκότροπα κοστούμια της Κέλλυς Βρεττού και οι ατμοσφαιρικά σκιεροί φωτισμοί των Βασίλη Παπακωνσταντίνου – Εβίνας Βασιλακοπούλου) και τα τρυφερά συναισθήματα που «γεννούν» το κείμενο και τα υπέροχα, καλλίφωνα εκτελεσμένα, χωρίς μουσική συνοδεία (α καπέλα) τραγούδια από τους τέσσερις ηθοποιούς της διανομής, τιμά πραγματικά τη μνήμη αλλά και το έργο αυτού του σεμνού, αθόρυβου, λεπταίσθητου «μάστορα» της ελληνικής γλώσσας και της λογοτεχνίας, δημιουργού που κατέλιπε λίγα και μικρά μεν αλλά υπεραισθαντικά πεζογραφήματα. Λιτά, άμεσα, ανάλαφρα, με αίσθηση του χιούμορ αλλά και μετρημένη δόση μελαγχολίας υποδύεται ο Χριστόδουλος Στυλιανού τον ώριμο άνδρα που «αναδράμει» στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, τότε που, διαθέτοντας μόνο τρεις μπακιρένιες δεκάρες, είχε την ψευδαίσθηση ότι αυτές αρκούσαν για να κερδίσει και να χαρεί τον έρωτα και τη ζωή. Ομόψυχη και αισθαντική είναι η ερμηνευτική συμβολή των συμπαικτριών του, σε διάφορους ρόλους, Ζαχαρούλας Οικονόμου, Ελένης Κούστα και Σοφίας Δερμιτζάκη.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 25 Μάη 2011
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: