«Αναλόγιο» στο Εθνικό, μέρος πρώτο

  • Πολενάκης Λέανδρος
  •  Η ΑΥΓΗ: 22/05/2011

Για τέταρτη συνεχή χρονιά διοργανώθηκε από το Εθνικό Θέατρο κάτω από καλλιτεχνική επιμέλεια της Σίσσυς Παπαθανασίου το «Αναλόγιο», με αναγνώσεις νέων έργων Ελλήνων, και όχι μόνο, θεατρικών συγγραφέων. Είναι ένας χρήσιμος θεσμός που βοηθά τους ειδικούς και το κοινό να προσεγγίσει τις καινούργιες θεατρικές τάσεις ή να έρθει σε επαφή «από πρώτο χέρι» με τα έργα των δημιουργών, όπως είναι ακόμη με τον πυρετό τους, πριν ψηθούν στον «φούρνο» της σκηνής. Κάτι σαν επίσκεψη σε εργαστήριο ζωγράφου, γλύπτη, κυρίως αγγειοπλάστη, όπου η χειρωνακτική δουλειά δεν σταματά ποτέ, και δεν μπορείς να καταλάβεις το τελειωμένο έργο, αν δεν μυρίσεις τα φρέσκα χρώματα κι αν δεν αγγίξεις τον νωπό πηλό με το χέρι.

Το παρόν σημείωμα θα ασχοληθεί αποκλειστικά με τα κείμενα του φετινού Αναλόγιου, τα οποία καλύπτουν ένα ευρύ υφολογικό, ιδεολογικό κ.ά. φάσμα. Ορισμένα από αυτά ολοκληρωμένα, «τελειωμένα», δεν περιμένουν παρά μόνο την παράσταση για να ξυπνήσει το εντός τους έργο??? αλλά εν πορεία, σε αναζήτηση της οριστικής, ιδανικής ή «τέλειας» μορφής τους.

«Η Φανέλα» του Βασίλη Κατσικονούρη κινείται στον οικείο χώρο μιας «φέτας ζωής» με το «σύνηθες» -πλέον- θέμα της ρήξης του ονείρου με την πραγματικότητα. Διαθέτει ως κύριο πλεονέκτημα γρήγορους, άμεσους και ζωντανούς διαλόγους, δίνει όμως από την άλλη μεριά την εντύπωση ότι αποτελεί μια εύληπτη σύνοψη της προγενέστερης σύγχρονης δραματουργίας μας, περιλαμβάνοντας αφομοιωμένες επιρροές από Καμπανέλλη, Κεχαΐδη, Αναγνωστάκη κ.ά. Χωρίς όμως το ισχυρό «κινούν αίτιον» της γενιάς εκείνων. Τα εμφυλιακά και μετεμφυλιακά μας πάθη και τα ιστορικά μας ψεύδη, εδώ δίνονται «από δεύτερο χέρι», έμμεσα, λίγο «λογοτεχνικά», ως ωχρές, ονειρικές αναμνήσεις. Όμως ακόμη και ο πιο ακραιφνής, ονειρικός, δονκιχωτικός λυρισμός, απαιτεί μια πραγματική, στέρεη βάση για να εκτιναχθεί και να πετάξει. Δραματουργικό σφάλμα είναι, π.χ. η φανταστική ιστορία που «φτιάχνει» ο «Χρόνης» με τον «βασιλιά του Ζαΐρ». Αυτό το εύρημα του συγγραφέα περισσεύει. Ο «βασιλιάς» θα έπρεπε να υπήρχε και να αποδεικνυόταν, έστω απατεώνας. Επειδή αληθινή δραματουργία δεν γίνεται με τη σώρευση ονείρων επάνω σε όνειρα. Κανένα πουλί δεν απογειώνεται από τα σύννεφα – σύννεφα. Θέλει, απλούστατα, το κλαδί – κλαδί του.

Το «Συγχώρεσέ με» των αδελφών Κούφαλη, συνδυάζει το φανταστικό με το πραγματικό, τον μυστικισμό με τον ρεαλισμό, θυμίζοντας Φώκνερ ή μάλλον κάποιες εγχώριες απομιμήσεις του. Είναι μια «επίσκεψη» νεκρών, ανά ζεύγη, στη γη για να συναντήσουν και να «παραλάβουν» τον τελευταίο τεθνεώτα συγγενή τους. Με όχημα αυτό το εύρημα οι συγγραφείς αναπτύσσουν ένα φιλοσοφικό διαλογισμό, όχι ιδιαιτέρως πρωτότυπο ούτε βαθύ, επάνω στη ζωή και στον θάνατο, σε μορφή διαλόγων. Όμως, η φρικτή αυτοκτονία με απαγχονισμό επί σκηνής του «σοφού» μικρομέγαλου παιδιού που επέζησε όλων των συμφορών, καταστροφών κ.λπ., δεν δικαιολογείται μέσα στο έργο ούτε ηθικά ούτε λογοτεχνικά, ούτε πολύ περισσότερο, δραματουργικά. Δεν χρησιμεύει σε τίποτε, ούτε καν ως ένα μελοδραματικό τέλος – κορώνα. Προξενεί άπωση και δυσφορία, συμπαρασύροντας το όλο οικοδόμημα. Τι το ήθελαν οι ευλογημένοι οι συγγραφείς αυτό το φινάλε;

Το «Ένα – δύο – τρία» της Μαρίας Λαϊνά (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αιγόκερως») είναι ένα πλήρες ολοκληρωμένο θεατρικό «σκεπτόμενο» έργο και συγχρόνως ένας εντελής δρων φιλοσοφικός λογισμός. Τρεις άνδρες που δεν έχουν όνομα εναλλάσσονται σε ένα μοναχικό παιχνίδι «πασιέντζας». Τρία τυχαία ριγμένα πρόσωπα – κελύφη που ψελλίζουν ένα ξέπνοο, ελευθεριακό «Παρών» της ύπαρξης, μέσα στην ετερότητα και στη δεσμευτικότητα των θεσμών.

Σκηνή του δράματος είναι το εσωτερικό μιας κάμερας, όπου το ελάχιστο φως που φτάνει μέσα από μια στενή σχισμή, προβάλλει ανεστραμμένα τα είδωλα του πραγματικού κόσμου. Κάτι σαν το πλατωνικό σπήλαιο ή σαν ένα θέατρο σκιών, της άρρωστης από «πολιτισμό», χωρισμένης από τη φύση και τον κόσμο ψυχής του ανθρώπου σήμερα. «Πασιέντζα» είναι η απεγνωσμένη, μοναχική, σισύφεια προσπάθεια του ανθρώπου να υπερβεί τον χωρισμό που του επέβαλε ως «κανόνα» η δυτική μεταφυσική. Το έργο της Λαϊνά μας παραπέμπει με αυτόν τον τρόπο στον «Μύθο του Σίσυφου» του Καμύ, και διαλέγεται με το μοναδικό, κατ’ αυτόν, φιλοσοφικό πρόβλημα – της αυτοκτονίας. Ο Καμύ πέθανε παράλογα, νωρίς, πριν διατυπώσει ολόκληρη τη σκέψη του. Πολλοί τον παρερμηνεύουν, λίγοι τον καταλαβαίνουν. Η Λαϊνά είναι ανάμεσα στους δεύτερους. Εδώ σταματώ, θα πω μόνο ότι η γραφή της Λαϊνά δεν διαχωρίζει την ποίηση από τον λόγο και τον λόγο από τον κόσμο, για να γίνει με αυτόν τον τρόπο η ίδια ένα ολικό ποιητικό σώμα, υπερασπιζόμενη την αθωότητα της «φυσικής» γλώσσας των πραγμάτων, πριν αυτή κλειστεί σε μια συντεταγμένη φόρμα ή δομή και γίνει όργανο άσκησης εξουσίας, προικισμένη με το δικαίωμα του αποφαίνεσθαι κυριαρχικά τι είναι και τι δεν είναι κάθε στιγμή αληθινό στον κόσμο. Θα χρειαστεί, ακόμη ένα δεύτερο σημείωμα για τα υπόλοιπα έργα του «Αναλόγιου», και ακόμη μερικά ενδιαφέροντα δείγματα θεάτρου των καιρών μας, φιλοξενημένα σε άλλες σκηνές.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: