Επίκαιρη σάτιρα και βιογραφικά κείμενα

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
«Σύλβια και Τεντ»
  • «Ο έλεγχος του Διεθνούς Ταμείου» στο «Θέατρο Τέχνης»
Στη «φάκα» του ΔΝΤ, πλείστων άλλων «κοράκων» και των χρυσοπληρωμένων «ελεγκτών» της «Τρόικας» του ανθρωποφάγου καπιταλισμού, οδήγησαν τον ελληνικό λαό τα πρασινομπλέ γκουβέρνα της ντόπιας αστικής τάξης. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο λαός μας ξεζουμίζεται και θα ξεζουμίζεται για απροσμέτρητα χρόνια, αν δεν στείλει τον καπιταλισμό στον αγύριστο… Αυτό διδάσκει η ιστορία, αυτό λέει και η πολιτικοσατιρική κωμωδία του ξεχασμένου συγγραφέα του 19ου αιώνα Γεωργίου Η. Ησαΐα «Ο έλεγχος του Διεθνούς Ταμείου», την οποία πρόσφατα εντόπισε ο κριτικός θεάτρου Λέανδρος Πολενάκης. Ο Γεώργιος Η. Ησαΐας, έγραψε μια έμμετρη σατιρική τριλογία, αποτελούμενη από τα έργα «Ειρήνη» (τυπώθηκε το 1898, αλλά παραμένει άγνωστη), «Τιμή του Σούδερμαν» (τυπώθηκε το 1899, παίχθηκε το Εθνικό Θέατρο και την ερασιτεχνική φοιτητική θεατρική ομάδα του Παντείου) και «Ο έλεγχος» (1900).

Η «Ειρήνη» αναφέρεται στην ήττα του 1897, στην άδοξη πτώση της κυβέρνησης του Δημητρίου Ράλλη, που ως φερέφωνο την ευρωπαϊκών δυνάμεων, συμφώνησε να καταβληθεί τεράστια πολεμική αποζημίωση στην Τουρκία, να πάρει η Ελλάδα ένα ληστρικό δάνειο και να στραγγαλίζεται ο λαός της από τους οικονομικούς ελεγκτές των δανειστών της. Η «Τιμή του Σούδερμαν» καυτηριάζει τον μαϊμουδίστικο, αυτοεξευτελιστικό και εκπορνευτικό «εξευρωπαϊσμό» των Ελλήνων μεσοαστών και μικροαστών.

Ο «Ελεγχος του Διεθνούς Ταμείου» ασχολείται με τις ολέθριες συνέπειες του ευρωπαϊκού δανείου και των ασύδοτων «ελεγκτών» της οικονομίας του νεοελληνικού κράτους. «Οχημα» της σάτιρας του Ησαΐα είναι μια μεσοαστική οικογένεια που, ηλιθιωδώς, «ευρωπαΐζει» και της οποίας τη ζωή σακατεύουν οι Ευρωπαίοι ελεγκτές Φον Γδάρε και ντε Φαγάν (Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία), με συνεργάτη τον δανειστή Μακρυμούρη (παραπέμπει στον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ).

Οι ελεγκτές αρπάζουν όχι μόνο το έχειν αλλά και την τιμή της οικογένειας. Η αρραβωνιασμένη κόρη, η γυναίκα του γιου και η μάνα της οικογένειας πέφτουν στα νύχια των ελεγκτών και του δανειστή, καταντούν «πόρνες» ερωμένες των ξένων. Το κακό φτάσει στο απροχώρητο, ο πατέρας εξανίσταται, αλλά πια δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Μην μπορώντας να ζήσουν στον τόπο τους, οι άντρες της οικογένειας μεταναστεύουν στην Αμερική.

Η χυμώδης έμμετρη γλώσσα, το πηγαίο χιούμορ, η ευφάνταστη πλοκή, το επίκαιρο θέμα και μήνυμα του έργου υπηρετούνται με την γκροτέσκα παιγνιώδη, γοργόρυθμη και νεανικής φρεσκάδας σκηνοθεσία των Κωστή Καπελώνη – Δημήτρη Δεγαΐτη. Στην απολαυστική παράσταση (στο θέατρο της οδού Φρυνίχου) καθοριστικά συμβάλλουν η μελωδικότατη μουσική (Μαρίνα Χρονοπούλου), ζωντανά εκτελεσμένη (από την ίδια και τους Γιάννη Μίνω και Θοδωρή Δασκαλάκη – κρουστά). Η καλοδουλεμένη κινησιολογία (Μαρίζα Τσίγκα).

Το λιτό σκηνικό και τα όμορφα κοστούμια εποχής (Κατερίνα Σωτηρίου). Μα προπαντός οι πολύ καλές ερμηνείες όλων ανεξαιρέτως των ηθοποιών. Τους αναφέρουμε βάσει της διανομής των ρόλων: Κώστας Βελέντζας, Αναστασία Γεωργοπούλου, Αμαλία Καβάλη, Νίκος – Ορέστης Χανιωτάκης, Μαρία Τζανή, Αλέξανδρος Πέρος, Βένια Σταματιάδη, Γιάννης Μίνως, Βασίλης Λαμπερός, Δημήτρης Δεγαΐτης, Γεράσιμος Σκαφίδας. Η στήλη, όμως, έχει δύο σημαντικές διαφωνίες. Η πρώτη αφορά στην εντελώς αταίριαστη με το έργο ένταξη της μελωδίας της «Διεθνούς». Η δεύτερη και σοβαρότερη διαφωνία αφορά στο τραγούδι του φινάλε – μάλλον πρόκειται για στιχούργημα της σκηνοθεσίας ή του θιάσου (δεν περιλαμβάνεται στο έργο). Ενα τραγούδι όχι άμουσο, αλλά που υπαινισσόμενο το σήμερα, «κηρύττει» την ηττοπάθεια, την παθητικότητα, τη διά παντός αδυναμία του λαού να απαλλαγεί από τους ξεζουμιστές του…

«Καμίλ Κλ

«Καμίλ Κλοντέλ: Το κύμα της τρέλας»

οντέλ: Το κύμα της τρέλας» στο «Μεταξουργείο»

Η Καμίλ Κλοντέλ υπήρξε μια σπουδαία γλύπτρια. Ατυχώς, όμως, έζησε και δημιούργησε σε μια εποχή που η αστική κοινωνία έβαζε σε παρακατιανή θέση, έναντι των ανδρών δημιουργών, τη γυναίκα δημιουργό.

Ατυχώς, η Κλοντέλ θέλησε να γίνει μαθητευόμενη βοηθός, αλλά και ερωτεύθηκε παράφορα τον μέγιστο στην εποχή του – στη Γαλλία και διεθνώς – ομότεχνό της Αύγουστο Ροντέν και δεν άντεξε ψυχολογικά το χωρισμό τους, ύστερα από δεκάχρονη σχέση. Ατυχώς, καταγόταν από μια αστική οικογένεια που η καθωσπρεπική «λογική» της δεν ανεχόταν τη σχέση της με τον ταξικά παρακατιανό και μεγαλύτερό της Ροντέν και, το χειρότερο, θεωρούσε κοινωνικό «στίγμα», «ντροπή» την ψυχασθένεια και τον εγκλεισμό ενός μέλους της σε ψυχιατρείο.

Ατυχώς, ο άκρως συντηρητικός διπλωμάτης, εντόνως προβαλλόμενος από το λογοτεχνικό κατεστημένο, εκφραστής του αισθητισμού, της «τέχνης για την τέχνη», ποιητής και δραματουργός αδελφός της Πολ Κλοντέλ, εκτός από μια περιορισμένη οικονομική ενίσχυσή της, ουσιαστικά δεν πολυενδιαφέρθηκε για την τραγωδία της άφραγκης, ψυχολογικά ευπαθούς Καμίλ. Δύο – τρεις φορές όλο κι όλο την επισκέφθηκε στη διάρκεια των 30 χρόνων (από το 1913 έως το θάνατό της, το 1943) εγκλεισμού της σε άθλια ψυχιατρικά άσυλα της Γαλλίας, όπου η μητέρα της δεν την επισκέφθηκε ποτέ.

«Ο έλεγχος του Διεθνούς Ταμείου»
Την τραγωδία της καλλιτεχνικής αχρήστευσης, τα ιδιοσυγκρασιακά αλλά και αντικειμενικά αίτια της «τρέλας» της Καμίλ Κλοντέλ ανέδειξε με ευαισθησία αλλά και μέτρο η παράσταση, που με τη συνεργασία της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας ανέβασε ο πολιτιστικός οργανισμός «Αιών».
Μια παράσταση βασισμένη σε επιστολές που έστελνε, από το ψυχιατρείο, σε οικείους και φίλους Καμίλ Κλοντέλ (μετάφραση Ρούλας Τσιτούρη) και σε αποσπάσματα επιστολών εγκλείστων καλλιτεχνών σε γερμανικά ψυχιατρικά άσυλα στα χρόνια του μεσοπολέμου και του ναζισμού (μετάφραση Εμης Βαϊκούση), σε κειμενική σύνθεση και σκηνοθεσία Στέλιου Κρασανάκη, βίντεο Χρήστου Δήμα, με ένα πρωτότυπο ως ιδέα και λιτότατο σκηνικό (μια τεραστίου ύψους ύψος στίβα με χαρτιά σχεδίων όπου αναρριχάται και αιωρείται η περήφανη και στη δυστυχία της έγκλειστη Καμίλ. Η εκφραστική κινησιολογία της Αμάλια Μπένετ γονιμοποιήθηκε από το σκηνικά ευφυές, πολύπειρο αλλά και υπεραισθαντικό (φωνητικά, κινησιολογικά, προπάντων συναισθηματικά) υποκριτικό «όργανο» της ταλαντούχας Λυδίας Φωτοπούλου. Η ηθοποιός «εποίησε» ισόρροπα όλα όσα συνιστούσαν την Καμίλ Κλοντέλ. Την περηφάνια, την πίκρα και το μίσος της προδομένης ερωτικά γυναίκας, τη διάνοια, τον καημό αλλά και το «ανταγωνιστικό» αίσθημά της έναντι της αθάνατης τέχνης του Ροντέν.
  • «Σύλβια και Τεντ» στο «Olvio»
Μια σύντομη θεατροποιημένη βιογράφηση των σημαντικών Αμερικανών ποιητών Σύλβια Πλαθ και Τεντ Χιουζ, συνιστά η παράσταση «Σύλβια και Τεντ», που ανέβασε στο νέο θέατρο «Οlvio» η ομάδα «Οψεις». Η ιδέα, τα κείμενα και η σκηνοθεσία της Ασπας Τομπούλη, με σπαράγματα ποιημάτων και συντομογραφικών στοιχείων από τον κεραυνοβόλο έρωτα, το γάμο, το φτωχικό σπιτικό, τη γέννηση των παιδιών, τον «ανταγωνισμό» τους για το ποιος από τους δύο είναι σημαντικότερος ποιητής, τις απιστίες του Χιουζ, τον ολέθριο και για τους δύο χωρισμό, την ανέχεια και την αυτοκτονία της Πλαθ και τις μετά το θάνατό της ενοχές του Χιουζ, συνθέτουν ένα «παζλ» του επώδυνου βίου δύο υπάρξεων που «φλέγονται» από ερωτικό και ποιητικό πόθο. Το εγχείρημα είναι σεμνό και συμπαθές, αλλά αδύναμο και δυσπρόσιτο για τον Ελληνα θεατή που αγνοεί το βίο και την ποίηση αυτού του φημισμένου ζευγαριού. Καλλιτεχνικοί συντελεστές της παράστασης είναι οι Κλερ Μπρεϊσγουε (σκηνικό, κοστούμια), Δημήτρης Ιατρόπουλος (σύνθεση ήχων), Ηλίας Κωνσταντόπουλος (φωτισμοί), Γιώργος Παντελάκης (βίντεο), Αντιγόνη Γύρα (κίνηση) και οι ηθοποιοί Μαρία Ζορμπά και Νέστορας Κοψιδάς, οι οποίοι φιλότιμα προσπάθησαν να στηρίξουν υποκριτικά το εγχείρημα.
ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 13 Απρίλη 2011
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: