Ιδιότυπες «καθάρσεις»

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 20/02/2011

Ο Άγγλος θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός Τομ Κεμπίνσκι (γενν. 1938) ανήκει στη δεύτερη λαμπρή γενιά των σημαντικών Βρετανών μεταπολεμικών «ανθρωποκεντρικών» συγγραφέων, έχοντας κάνει την εμφάνισή του λίγο μετά το Όσμπορν, τον Σάφερ και τον Πίντερ, με επιρροές κυρίως από τον δεύτερο. Στη χώρα μας ωστόσο είναι ελάχιστα γνωστός, παραμένοντας στη σκιά των πιο πάνω. Μοναδικό παιγμένο έργο του στην Ελλάδα είναι το πολυβραβευμένο «Σόλο ντουέτο». Παίζεται ήδη πάλι στη β’ σκηνή του «Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας», σε σκηνοθεσία της Ελένης Μποζά.

  • Οι παραστάσεις στη β’ σκηνή του «Θεάτρου οδού Κεφαλληνίας» και στη «Σφενδόνη»

Ο Κεμπίνσκι στο έργο αυτό μας αφηγείται την ιστορία μιας ψυχανάλυσης. Μια διάσημη βιολονίστρια που προσβάλλεται από σκλήρυνση κατά πλάκας, βλέπει την καριέρα της να καταρρέει και προσφεύγει για να αντιμετωπίσει την «απώλεια» σε έναν διάσημο για τις επιτυχίες του ψυχίατρο. Το ενδιαφέρον ωστόσο στοιχείο του έργου είναι ότι δίνει κριτικά το αμφίδρομο των σχέσεων ψυχαναλυτή και ψυχαναλυόμενου, σαν ένα μέγιστο μάθημα αυτογνωσίας και για τους δύο. Σαν μια επίπονη διαδικασία που ολοκληρώνεται μόνο εφ’ όσον ο «θεραπευτής» κατορθώσει να συλλάβει εν τέλει το ατελέσφορο της ψυχρής ψυχαναλυτικής μεθόδου του, αν αυτή δεν αποβάλει το αλαζονικό στοιχείο της εξουσίας που προέρχεται από τον ενδόμυχο φόβο μιας ενδεχόμενης δικής της ριζικής απώλειας??? αν ο «αναλυτής» δεν δεχτεί τη ζωή ως αδιαπραγμάτευτο «μέγα καλό και πρώτο». Και αν την «ανάλυσή» του δεν συνοδεύει αμέριστη αγάπη για τον συγκεκριμένο πάσχοντα άνθρωπο. Έτσι ώστε να γίνει αυτόνομη «σύνθεση». Αν, ακόμη, ο «ασθενής» καλλιτέχνης δεν δεχθεί το «ατελές» της τέχνης του, όσο αυτή δεν υπηρετεί τον άνθρωπο και κλείνεται αυτάρεσκα σε φορμαλιστικούς τύπους. Επειδή έτσι μόνο υφίσταται προοπτική «θεραπείας»: όταν κανείς δεν θα είναι πια ο ίδιος στο τέλος της «τέχνης – θεραπείας» του, τότε θα έχουμε όλοι «ιαθεί», διά της τέχνης, από την τέχνη, ομοιοπαθητικά: «θεραπευτής», ¨θεραπευόμενοι», και οι θεατές του «δικού μας» έργου – ονείρου. (Είναι και αυτή μια τέχνη, του θεατή – ονειρευόμενου, η πιο δύσκολη ίσως). Θεραπευτική είναι άρα μόνο η αληθινή τέχνη, πάντοτε όμως ως «δύναμις που εν ασθενεία τελειούται». Όχι αλλιώς. (Το πιο πάνω ας διαβαστεί και ως μια ανορθόδοξη ερμηνεία της περιώνυμης «κάθαρσης» του ταλαιπωρημένου Αριστοτέλη).

Αλλιώς δεν μας μένει άλλο από το να παριστάνουμε τον κλόουν εκόντες – άκοντες μπροστά στις αόρατες κάποτε, ορατές όμως πλέον διά γυμνού οφθαλμού, καλπάζουσες ολοκληρωτικές εξουσίες.

Η εξαιρετικά εύστοχη από κάθε άποψη μετάφραση του Γιώργου Βάλαρη, ένα γλωσσικό κατόρθωμα σε ελληνικά που σπανίζουν πια, χρησιμεύει σαν παρτιτούρα για την ευφάνταστη σκηνοθεσία της Ελένης Μποζά. Η τελευταία χειρίζεται δημιουργικά και αναδεικνύει το ζωντανό υλικό, τους ηθοποιούς της παράστασης, ως μουσικά γλυπτά – σώματα στον αέρα. Η χαρισματική, θα το πω άλλη μια φορά, Μάνια Παπαδημητρίου, δικαιώνει κυριολεκτικά τον τίτλο του έργου, δίνοντας ένα «σόλο» ρεσιτάλ σε τόνους ελάσσονες εσωτερικής μουσικής με υπόγεια μυστικά περάσματα και ξαφνικούς μετεωρισμούς. Ένα σωστό «κόσμημα», Ο Νίκος Αρβανίτης, ισάξιος παρτενέρ, κλιμακώνει με σπαρακτική λιτότητα – οδηγεί ψηλαφώντας την άνοδο και την πτώση του ήρωα. Με σκηνικά – κοστούμια «ομιλούντα» του Κωνσταντίνου Ζαμάνη και με φωτισμούς που χτίζουν και γκρεμίζουν είδωλα του Αλέκου Αναστασίου.

***

Κλείνω το σημείωμα με αναφορά στην παράσταση – πρόταση του ιδιοφυούς Άρη Ρέτσου, που δίνει στο θέατρο «Σφενδόνη» αποσπάσματα από το θεμελιώδες για την «Καθ’ ημάς Δύση», ποίημα του μείζονος «καταραμένου» ποιητή της, (και ποιητή μας), Αρθούρου Ρεμπό, με τον τίτλο: «Αίμα κακό». Περιορίζομαι να παραθέσω, με τη σειρά μου, ελάχιστα ενδεικτικά, σχεδόν τυχαία παρμένα θραύσματα του κειμένου, σαν ένα κομματιασμένο, αιμάσσον σφαγμένο «ζώον» ή σαν «μια αφήγηση σφηνωμένη στα πλευρά μιας παράστασης που αιμορραγεί». (Ρολάν Μπαρτ).

«Κληρονόμησα από τους Γαλάτες προγόνους μου το ασπρογάλαζο μάτι, το στενό κρανίο και την αγαρμποσύνη τους στην πάλη. Το ντύσιμό μου είναι βάρβαρο σαν το δικό τους. Οι Γαλάτες ήταν γδάρτες και κόφτες, οι πιο αδέξιοι της εποχής τους. Από αυτούς κρατώ την ειδωλολατρεία και την ακράτητη ορμή της ιεροσυλίας -ω- όλες τις διαφθορές, οργή και ασέλγεια».

«Είναι φανερό πως η φυλή μου στάθηκε κατώτερη πάντα. Δεν μπορώ να νιώσω την επανάσταση. Η ράτσα μου δεν εξεγέρθηκε παρά για να λεηλατήσει. Στοχάζομαι την ιστορία της Γαλλίας, πρωτότοκης θυγατέρας της Εκκλησίας. Ξωμάχος, περιτριγύρισα τους Άγιους Τόπους, η φαντασία μου βρίθει με δρόμους αμαζωτούς, πανοράματα του Βυζαντίου, τείχη της Ιερουσαλήμ. Λεπρός, έκατσα πάνω σε σπασμένα κανάτια και τσουκνίδες, σύρριζα σε ένα ντουβάρι μασημένο από τον ήλιο. Αργότερα, σιδηρόφραχτος ιππότης, ιππότης, περιπλανήθηκα κάτω από άστρα γερμανικά…».

Ο ιδιοφυής, το τονίζω, Ρέτσος, δίνει ομοιοπαθητικά το κείμενο σαν μια τρομακτική κλοουνερί, μια ανορθόδοξη αριστοτελική ανάγνωση, μια «βλαστήμια που θέλει να γίνει προσευχή». Ντυμένος τη στολή του ζητιάνου – βασιλιά παλιάτσου, μέσα στον ιδανικό γι’ αυτό χώρο του θεάτρου «Σφενδόνη» που είναι ένα «φυσικό» σκηνικό. Με την ιδιότυπη, εκ βαθέων, χαρακτηριστική σωματική και φωνητική εκφορά του, αναλώνεται, γίνεται ολοκαύτωμα τα λέει και τα κάνει όλα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: