Χοροδιαφυγή

  • «Πλατόνοφ» του Αντον Τσέχοφ (σε διασκευή Ντέιβιντ Χέαρ) στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Γιώργου Λάνθιμου
  • ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011
  • Τρομακτικά μεγάλο σε έκταση- περίπου όσο τρία άλλα έργα του Τσέχοφ μαζί-, ο «Πλατόνοφ» θεωρείται μάλλον αποτυχημένο ως έργο. Οι είκοσι (!) ήρωές του εμπλέκονται σε μια ατέλειωτη σειρά από ερωτικές και οικονομικές ίντριγκες, εξομολογήσεις και παλινδρομήσεις, υποσχέσεις και αναιρέσεις, υφαίνοντας μια μακρόσυρτη, εξοντωτική πλοκή γεμάτη τόσες υποπλοκές που θα δυσκολευόταν να τις καταγράψει ακόμη και ο πιο επιμελής αναγνώστης.

    Μέσα από αυτή την ομίχλη αναδύεται διστακτικά ο Πλατόνοφ. Εικοσιεπτάχρονος διανοούμενος, πρώην κτηματίας που ξέπεσε και αναγκάστηκε να γίνει δάσκαλος, χωρίς όμως να χάσει την εκτίμηση της επαρχιακής κοινότητας στην οποία ανήκει. Αθεράπευτος γυναικάς, δηλώνει με κάθε ευκαιρία την αδυναμία του να υπάρξει σε τούτο τον άθλιο κόσμο. Πληγωμένες προσδοκίες, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, όλα αυτά ηχούν οικεία στο τσεχοφικό σύμπαν: «Η μοίρα μού έπαιξε ύπουλο παιχνίδι που δεν το φανταζόμουνα τότε, όταν όλοι με βλέπατε σαν δεύτερο λόρδο Βύρωνα (…).Τώρα είμαι απλώς ένας δάσκαλος» λέει στον νεανικό του έρωτα, τη Σόνια.

    Χαρισματική φυσιογνωμία καταδικασμένη στην πλήξη ή απλώς ένας φαιδρός αμοραλιστής που ποζάρει ως Αμλετ και καταστρέφει τις γυναίκες γύρω του σαν Οφηλίες; «Είτε είσαι ένας ξεχωριστός άνθρωπος είτε ένα κάθαρμα» λέει στον Πλατόνοφ ένας από τους ήρωες. Θα χρειαστεί να πλησιάσουμε στο τέλος προτού πειστούμε ότι ισχύει το δεύτερο. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό που πασχίζουμε από την αρχή να ξεδιαλύνουμε είναι το στερεοτυπικό ηθικό δίλημμα: «καλός» ή «κακός»; Η απρόσμενη πιστολιά στο στήθος του προδότη εραστή έρχεται να επισφραγίσει τη μελοδραματική διάσταση του έργου. Ο «Πλατόνοφ» γράφτηκε όταν ο Τσέχοφ ήταν ακόμη φοιτητής και το χειρόγραφο παρέμεινε θαμμένο σε κάποιο συρτάρι για πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του (ήρθε στο φως το 1923). Αν και πρόκειται για το πρώτο, άγουρο πόνημά του, μπορεί να διακρίνει κανείς δείγματα της τσεχοφικής μεγαλοφυΐας: η ενασχόληση με τα ζητήματα του έρωτα και της εργασίας, ο αιμομεικτικός χαρακτήρας της κλειστής κοινωνίας, όπως επίσης και οι ποιητικές πινελιές στο γράψιμο, η χαλαρότητα στη δομή, ο τρόπος με τον οποίο εναλλάσσονται οι σκηνές χωρίς να ακολουθούν κάποια αυστηρή αλληλουχία συμπεριλαμβάνονται στα πλέον χαρακτηριστικά.

    Δεν γνωρίζω τι ακριβώς πέρασε από το μυαλό του Γιώργου Λάνθιμου όταν διάβασε για πρώτη φορά τον «Πλατόνοφ». Του άρεσε ή δεν του άρεσε; Την απάντηση, φοβάμαι, δεν θα τη μάθουμε ποτέ.

    Αυτό που σίγουρα τον απασχόλησε, το μεγάλο στοίχημα που έβαλε με τον εαυτό του, αφορά την ποσότητα και την ποικιλία των ευρημάτων. Δεν υπάρχει σκηνή, δεν υπάρχει διάλογος, δεν υπάρχει ούτε ένα απλό «καλησπέρα» που να μη συνοδεύεται από κινησιολογικά τεχνάσματα: οι ηθοποιοί δεν σταματούν λεπτό να παίζουν με αντικείμενα (μπάλες, μπαλόνια), να χοροπηδούν (στο πάτωμα ή στα έπιπλα), να χορεύουν (μόνοι ή σε ομάδες), να τραγουδούν (με μικρόφωνο ή χωρίς), να πηγαινοέρχονται, να στροβιλίζονται, να κάθονται, να σηκώνονται, να ξανακάθονται, να ξανασηκώνονται, να βρίσκονται γενικότερα σε κινησιολογική υστερία, λες και κάποιος τους έχει απειλήσει ότι αν ποτέ σταματήσουν θα μεταμορφωθούν σε γιγάντια βατράχια.

    Μέσα σε αυτό το παραλήρημα ο λόγος αντιμετωπίζεται με αδιαφορία, ως δευτερεύον συστατικό, εφόσον δεν έχει πλέον σημασία τι λένε οι ήρωες αλλά πώς το «εικονοποιούν»: «γιατί με παντρεύτηκες αφού με θεωρείς τόσο ηλίθια;» λέει η Σάσα Ιβάνοβνα/Τοπαλίδου ενώ σκαρφαλώνει στην πλάτη μιας καρέκλας. «Με είπε αγελάδα!Αύριο θα βάλω τέλος στην καριέρα του!» διαμαρτύρεται η Μαρία Γκρέκοβα/Λαμπέντ κάνοντας στρέτσινγκ πάνω σε μια πλαστική ξαπλώστρα.

    Αυτό το αδιάκοπο άγχος για όλο και περισσότερα ευρήματα- λες και στόχος είναι κάποιο θεατρικό ρεκόρ Γκίνες- καταπίνει τον «Πλατόνοφ». Ο σκηνοθέτης δεν ξέρει τι θέλει να βγάλει από το έργο και κρύβει την αδυναμία του πίσω από ένα κραυγαλέο προπέτασμα καπνού. Η ενασχόληση με τη φόρμα γίνεται αυτοσκοπός μέχρις ιλίγγου: να στριφογυρίσουμε γύρω από τον εαυτό μας τόσο πολλές φορές ώστε να σωριαστούμε στο πάτωμα. Ετσι, ξέπνοοι και λαχανιασμένοι, δεν θα νοιαστούμε για τίποτε άλλο.

    Παρ΄ όλο που χρησιμοποιεί τη διασκευασμένη εκδοχή του Ντέιβιντ Χέαρ (η οποία κρατάει τα πιο «ζουμερά» μέρη του έργου), ο Λάνθιμος πατάει fast forward και όποιος προλάβει πρόλαβε. Υποκύπτει στο κλασικό λάθος νέων σκηνοθετών που θέλουν να δηλώσουν «ψαγμένοι» απέναντι σε αυτό που αντιλαμβάνονται ως κλασικό και σκονισμένο. Προβαίνουν σε επιπόλαιες λύσεις εντυπωσιασμού και δήθεν αποδόμησης χωρίς πρώτα να έχουν καταλάβει περί τίνος πρόκειται.

    Οι μοναδικές καλές στιγμές της παράστασης αφορούν την παρωδία, σαν παράπλευρο μπόνους της αποστασιοποίησης. Οι ηθοποιοί επιτυγχάνουν ερμηνείες στον βαθμό που καταφέρνουν, εν μέσω χοροπηδητών, να εντοπίσουν στα κλεφτά χαραμάδες για να εκπέμψουν τα «μηνύματά» τους. Την απονέκρωση του Πλατόνοφ εκφράζει με αδιόρατη κωμικότητα ο Αρης Σερβετάλης, ενώ το παθιασμένο αντίβαρό του ενσαρκώνει με εμμονή η Αγγελική Παπούλια. Θλιμμένη και μεστή η Ελενα Τοπαλίδου ως άτυχη σύζυγος Πλατόνοφ. Η Αριάν Λαμπέντ δεν αγγίζει. Αντιθέτως, καταφέρνει να ξεχωρίσει με την απλότητά του ο νεαρός Ανδρέας Κωνσταντίνου. Ιδιαίτερα γοητευτικό, τέλος, το σκηνικό της Αννας Γεωργιάδου. Μια ξεχασμένη αίθουσα χορού με μπαλόνια, παλιομοδίτικα κασετόφωνα και πολυάριθμους ανεμιστήρες-φωτιστικά στην οροφή συνθέτουν ένα μελαγχολικό τοπίο: ο χορός των αποφοίτων τέλειωσε και πρέπει όλοι να γυρίσουν σπίτια τους. Μια ενδιαφέρουσα συναισθηματική πτυχή, που έμεινε και αυτή σχετικώς ανεκμετάλλευτη…

Advertisements

3 Responses to Χοροδιαφυγή

  1. ΣΤΕΛΛΑ ΛΟΙΖΟΥ says:

    Ενας άνθρωπος που στην ελάχιστη ζωή που το χάρησε η τύχη δεν έχει αποφασίσει με ποιό όνομα θα πορευτεί, καλύτερα να κάτσει σπίτι του, παρά να κρίνει τους άλλους και να ζει απ΄αυτούς…….

  2. ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΙΚΑΣ says:

    Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί όλοι οι κριτικοί – αλήθεια πως χρίζεται κάποιος κριτικός θεάτρου – έχουν την τάση να βλέπουν μόνο τα αρνητικά σημεία μιας παράστασης, κάποιοι μάλιστα στάζουν και χολή, και δεν σημειώνουν και κάποια θετικά στοιχεία της. Προσωπικά βρήκα αρκετά ενδιαφέρουσα την παράσταση, με αρκετά έξυπνα σκηνοθετικά ευρήματα και με πολύ καλές ερμηνείες απο τους ηθοποιούς.
    Και μιά ερώτηση. Θα μπορούσε κάποιος από τους κριτικούς να μάθει απ΄έξω το ρόλο του Πλατόνοφ και να τον παίζει σε συνδυασμό με την κίνηση?
    Ευχαριστώ για την φιλοξενία.
    Χρήστος Γκίκας

  3. elena says:

    Δυστυχως εγω θα ηθελα να συμφωνησω με την κυρια Αρκουμανεα οτι βλεποντας την παρασταση απογοητευτηκα αρκετα. Τα «κινησιολογικα» ευρηματα του σκηνοθετη που ακυρωσαν τελειως τον λογο δεν λειτουργησαν ουσιαστικα παρα εμοιαζαν ως ατελειωτα παιχνιδια βρεφων-παιδιων-ηθοποιων που εχουν αποπροσανατολιστει. Παρακολουθω την δουλεια του κου Λανθιμου και βρηκα τον «Κυνοδοντα» αρκετα ενδιαφερουσα δουλεια. Αλλα οταν αποφασιζεις να στηριχθεις σε ενα τοσο πλουσιο θεατρικο οφειλεις να μην ακυρωσεις απολυτα την ουσια του αν δεν εχεις κατι καλυτερο να πεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: