Παραστάσεις του ΚΘΒΕ

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 16 Φλεβάρη 2011
«Ο κύριος Πούντιλα και ο δούλος του ο Μάττι»
G.
Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος προσελκύει περισσότερους θεατρόφιλους, σύμφωνα με στοιχεία για τον αριθμό των θεατών τους δύο τελευταίους μήνες, στις πέντε μέχρι τώρα παραγωγές του. Μια «απόδειξη» της αύξησης του κοινού ήταν οι κατάμεστες αίθουσες στις παρακάτω παραστάσεις, που, με πρόσκληση του ΚΘΒΕ, είδε η υπογράφουσα τη στήλη.
  • «Ο κύριος Πούντιλα και ο δούλος του ο Μάττι», στο θέατρο της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών

Πρόσφυγας στη Φινλανδία, το 1940, φιλοξενούμενος της ποιήτριας Χέλλα Βουολιγιόκι, ο Μπρεχτ έγραψε το καθαρά ταξικού περιεχομένου έργο του «Ο κύριος Πούντιλα και δούλος του ο Μάττι», ορμώμενος από μια μισοτελειωμένη, λαϊκόμορφη φαρσοκωμωδία της οικοδέσποινας, για έναν «τζέντελμαν» που μπήκε στην υπηρεσία ενός πλούσιου μέθυσου, μόνο και μόνο επειδή του άρεσε η κόρη του. Ο Μπρεχτ, παρατηρώντας τη βασανισμένη ζωή αλλά και τις παραδόσεις της φινλανδικής φτωχολογιάς – εργατικής και αγροτικής – και θεωρώντας το είδος που χαρακτηριζόταν ως «λαϊκό έργο», όπως και την επηρεασμένη από αυτό επιθεώρηση «χοντροκομμένο και ευτελές θέατρο», γιατί «έτσι το θέλουν ορισμένα καθεστώτα για τους λαούς τους», βάσει του μύθου της Βουολιγιόκι, έγραψε ένα έργο διαφορετικού θεματολογικά και μορφολογικά λαϊκού θεάτρου. Στόχος του ήταν να συνειδητοποιήσουν οι λαϊκές μάζες την άγρια εκμετάλλευσή τους και να μην ξεγελιούνται από τυχόν «ανθρώπινες» στιγμές των εκμεταλλευτών τους. Ο μπρεχτικός Πούντιλα, κάτοχος τεραστίων αγροτικών και δασικών εκτάσεων, μεγαλέμπορος ξυλείας, ξέρει πόσο πολύ χρήσιμος θα είναι για τα συμφέροντά του ένας ικανός και με «πνευματική υπεροχή» (όπως τον έπλασε και τον χαρακτηρίζει ο Μπρεχτ) «υπηρέτης», όπως ο οδηγός Μάττι. Χρήσιμος, κι όταν ξεμέθυστος ο Πούντιλα αποδείχνεται αδυσώπητα εκμεταλλευτής, κι όταν μεθυσμένος φέρεται πιο «ανθρώπινα». Λ.χ. τάζει δουλειά σε πεινασμένους εργάτες και ξεμέθυστος τους πετά στο δρόμο. Αρραβωνιάζεται φτωχές κοπέλες και μετά τις διαολοστέλνει. Προτιμά τον Μάττι για άντρα της κόρης του, αλλά τη δίνει στον γελοιοδέστατο προικοθήρα διπλωμάτη. «Στις ψυχές των ανθρώπων παραμένουν για πολύ καιρό τα κατάλοιπα από περασμένες εποχές», γράφει ο Μπρεχτ, εξηγώντας τις αντιφάσεις και του Μάττι. Ο Μάττι ξέρει την ταξική του θέση, αλλά από ανάγκη για μια σίγουρη και αξιοπρεπή δουλειά, υποστέλλει την εργατική του συνείδηση, υπηρετεί την «ταξική ειρήνη» που επιδιώκει ο Πούντιλα, τις εντολές και τις μεθυσμένες κουβέντες του, μέχρις ότου από την αηδία και τον κίνδυνο να διωχθεί, όπως ο «κόκκινος» εργάτης Σούρκαλα – όπως προτείνουν ο αρχιδικαστής, ο δικηγόρος και ο πάστορας – υποτελείς κι αυτοί της εξουσίας του κεφαλαιοκράτη «αφέντη», συνειδητοποιεί ότι πρέπει να πάψει να υπηρετεί τον Πούντιλα, ακόμα κι αν η ζωή του γίνει δυσκολότερη. Το έργο, σε καίρια νοηματικά και εμβελή γλωσσικά μετάφραση του Οσυσσέα Νικάκη (στα τραγούδια παρατηρούνται στιχουργικές αδυναμίες), με εξαιρετικής αισθητικής και λειτουργικότητας σκηνικό και κοστούμια του Κώστα Παππά, με «εύφορη», αρμόζουσα στο μπρεχτικό ήθος, μελωποίηση των τραγουδιών – ιδιαιτέρως του τραγουδιού του Σούρκουλα και του φινάλε – από τον Διονύση Τσακνή, και φωτισμούς του Στέλιου Τζολόπουλου, χάρη στη μεγάλη υποκριτική αλλά και σκηνοθετική πείρα, στο πνευματώδες χιούμορ, το λαϊκό αισθητήριο και προπαντός στην ιδεολογική συμφωνία του Κώστα Καζάκου με τον Μπρεχτ, υπηρετείται απόλυτα. Ο Κ. Καζάκος, έχοντας μελετήσει τα σχετικά με το έργο κείμενα του Μπρεχτ, σκηνοθέτησε μια χυμώδη, υψηλής αισθητικής, καυστικού χιούμορ και δραστικού μηνύματος παράσταση λαϊκού θεάτρου, με την ομόψυχη υποκριτική «κατάθεση» όλων των ηθοποιών. Υποκριτικά επιτεύγματα της παράστασης είναι οι εξαιρετικές (απολύτως βασισμένες στις οδηγίες του Μπρεχτ, οδηγίες στις οποίες ο χώρος δεν επιτρέπει να αναφερθούμε) ερμηνείες του Κώστα Καζάκου (Πούντιλα) και του Θόδωρου Γράμψα (Μάττι). Από το καλό ερμηνευτικό σύνολο ξεχωρίζουν οι Γιώργος Καύκας, Δημήτρης Κολοβός, Αλέξανδρος Μούκανος, Νίκος Μόσχοβος, Γιάννης Τσάτσαρης, Ροζαλία Μιχαλοπούλου.

  • «Λωξάντρα» στο «Βασιλικό Θέατρο»
«Λωξάντρα»

Η θεατρική διασκευή μυθιστορημάτων, περισσότερο απ’ ό,τι η σεναριακή κινηματογραφική και τηλεοπτική μεταφορά τους είναι πολύ δύσκολη υπόθεση, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μυθιστορήματα που γνώρισαν μεγάλη αναγνωστική επιτυχία, όπως η «Λωξάντρα» της Μαρίας Ιορδανίδου (βιωματικό εν πολλοίς μυθιστόρημα – βιογραφία της πολυμελούς οικογένειας της Κωνσταντινουπολίτισσας γιαγιάς της) και ακόμα δυσκολότερη αν της θεατρικής διασκευής προηγείται και μια επίσης πολύ επιτυχής τηλεοπτική μεταφορά του ίδιου μυθιστορήματος. Αντιμέτωπος με αυτά τα συγκριτικά «προηγούμενα», ο καταξιωμένος δραματουργός Ακης Δήμου, κατάφερε να μεταποιήσει θεατρικά, να συμπυκνώσει την πολυπρόσωπη και χρονο-χωρικά εκτενή, υπό το φόντο και δραματικών ιστορικών γεγονότων, εξέλιξη του μυθιστορήματος, να αποδώσει την πολιτισμική «κουλτούρα», τις κοινωνικές και ιδεολογικές αντιλήψεις, τα γούστα, τις συμπεριφορές, την ταξική διάρθρωση του μικρασιατικού ελληνισμού, με επίκεντρο την πληθωρικά ζωική, θηλυκή, χαριτωμένη, λαλέουσας γλώσσας, αγράμματη αλλά και πανέξυπνη, δυναμική αλλά και βαθύτατα ευαίσθητη, καλόψυχη και αλληλέγγυα στα πάθη και στις ανάγκες του κάθε ανθρώπου, Λωξάντρα. Μια θυμόσοφη, υπέροχη γυναίκα του λαού, μια γυναίκα και μάνα – «άλας της γης», που «γευόταν» όλες τις ομορφιές, τις χαρές και τις λύπες της καθημερινότητας, που χαιρόταν τους ζωντανούς και αγαπούσε τους πεθαμένους της, που δίδασκε τι θα πει ζωή. Ο Σωτήρης Χατζάκης σκηνοθέτησε μια πολύ ευφρόσυνη, λαϊκού ήθους παράσταση, με τη σκηνογραφική και ενδυματολογική συμβολή της Ερσης Δρίνη, εμπλουτισμένη με χορούς (χορογραφία Γιώργος Λυκεσάς) και υπέροχα τραγούδια – «κειμήλια» της ελληνικής μικρασιατικής μουσικής παράδοσης (μουσική επιμέλεια Φωτεινής Μπαξεβάνη), σε εξαιρετική, επί σκηνής, εκτέλεση από το εξαμελές μουσικό συγκρότημα «Λωξάντρα». Μέσα στην ομόψυχη υποκριτική «κατάθεση» όλων των ηθοποιών (συνολικά 24, σε δύο και τρεις ρόλους οι περισσότεροι) «λάμπει» η άμεση, φυσική, λαϊκού αισθήματος, πληθωρικού χιούμορ αλλά και δραματικού μέτρου ερμηνεία της Φωτεινής Μπαξεβάνη (Λωξάντρα). Ιδιαίτερα αξιοσημείωτες είναι οι ερμηνείες των Λίλιαν Παλάντζα, Χρήστου Νίνη, Μιχάλη Γούναρη, Αννέτας Κορτσαρίδου, Γιάννη Σαμσιάρη, Ιωάννας Παγιατάκη, Νίκου Μαγδαληνού.

  • «Το όνειρο του Χάιμε» με την Πειραματική Σκηνή στη «Μονή Λαζαριστών»
«Το όνειρο του Χάιμε»

Η εμφάνιση κάθε νέου Ελληνα θεατρικού συγγραφέα πρέπει να χαιρετίζεται, γιατί «γεννά» ελπίδες, ακόμα κι αν στο πρωτόλειο δραματουργικό εγχείρημά του παρατηρούνται αδυναμίες, όπως συμβαίνει με το έργο του νέου ηθοποιού Πάνου Μπρατάκου «Το όνειρο του Χάιμε». Ο Π. Μπρατάκος φιλοδόξησε να καταπιαστεί με ένα πολύ σοβαρό, περίπλοκο, πολύπλευρα δύσκολο θέμα. Τον απογαλακτισμό του παιδιού, το ξύπνημα της λίμπιτο, το πέρασμά του στην ενηλικίωση, τις φοβίες, τους εφιάλτες, τις φαντασιώσεις, τα «οιδιπόδεια συμπλέγματα», τις «αμαρτίες» των γονέων, τα τυχόν οικογενειακά δράματα και ψυχολογικά τραύματά του, τις επιρροές του έξω κόσμου – του κοινωνικού, φιλικού, σχολικού περιβάλλοντος. Καθώς παρθενογένεση δεν υπάρχει πουθενά και σε τίποτα, ο Π. Μπρατάκος προσέφυγε και ανέμειξε στη μυθοπλασία του διάφορα «δάνεια» (από το μυθικό Ορέστη μέχρι τον σαιξπηρικό Αμλετ, από την υπερβατική – φαντασιακή λογοτεχνία μέχρι τη φροϊδική θεωρία, από την «Αλίκη στην αυλή των θαυμάτων» μέχρι τα κόμικς και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια). Βαρυσήμαντα τα «δάνεια », μοιάζουν υπέρβαρα και αταίριαστα στη μυθοπλασία του έργου. Το έργο αρχίζει και τελειώνει με την ταφή του πατέρα του έφηβου Χάιμε, με την όμορφη μητέρα του να παριστάνει τη «θρηνούσα» στην αγκαλιά ενός οικογενειακού φίλου, πατέρα του επίσης εφήβου και «κολλητού» φίλου του Χάιμε, Λαρς. Ο θάνατος του γονιού φουντώνει τον οιδιπόδειο ερωτισμό του Χάιμε για τη μητέρα του, αλλά και τις εφιαλτικές φαντασιώσεις του για τη «μοιχεία» της με τον υποκριτή και βίαιο πατέρα του Λαρς και φουντώνει τόσο που πραγματικότητα και φαντασία μπλέκονται τόσο πολύ ώστε η μυθοπλασία να μπερδεύει τι είναι σοβαρό και τι φαιδρό, τι δραματικό και τι κωμικό, τι ουσιώδες και τι ανούσιο, πού να επικεντρώσει και πού να καταλήξει. Η σκηνοθεσία του Γιάννη Ρήγα με ευρηματικά «παίγνια» στήριξε – κατά το δυνατόν – το έργο, με συνεργάτες τους Πένυ Ντάνη (σκηνικό), Χρήστο Μπρούφα (κοστούμια), Γιώργο Χριστιανάκη (μουσική), Γρηγόρη Καραντινάκη (φωτισμοί). Ελπιδοφόροι υποκριτικά είναι οι νέοι ηθοποιοί Γιάννης Καραούλης (Χάιμε) και Γιάννης Τσιακμάκης (Λαρς). Αξιες αναφοράς είναι και οι ερμηνείες των Μιχάλη Σιώνα (εκφραστικότατα μεταμορφώσιμος ηθοποιός), Δημήτρη Διακοσάββα, Πάολας Μυλωνά, Βιργινίας Ταμπαροπούλου και Κωνσταντίνου Χατζησάββα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: