Αυτός, αυτή και το μυστήριο

  • «Ψυχώ/σεις» στο Κέντρο Τέχνης και Πολιτισμού Βeton 7 σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Χατζάκη. Μια διασκευή του μυθιστορήματος του Ρόμπερτ Μπλοχ πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία «Ψυχώ» του Αλφρεντ Χίτσκοκ

Μια νέα γυναίκα, γυμνή στο ντους, σφαγιάζεται από μια άγνωστη σκοτεινή φιγούρα που εισβάλλει αθόρυβα στο μπάνιο. Ο αιφνιδιασμός είναι απόλυτος, το έγκλημα συγκλονιστικό. Και ας μη βλέπουμε ούτε μία φορά το μαχαίρι να διαπερνάει τη σάρκα του θύματος. Η αλήθεια είναι πως ολόκληρη η σεκάνς διαπνέεται σκηνοθετικά από μια εστέτ διάθεση: το άσπιλο λευκό δέρμα, το ανοιχτό στόμα, το στεφάνι του ντους, οι υδάτινες ακτίνες, το ημιδιαφανές φόντο της πλαστικής κουρτίνας, το ανεξιχνίαστο, σαν μαύρη τρύπα, πρόσωπο του δολοφόνου, το μαχαίρι που σηκώνεται και πέφτει ξανά και ξανά, τα ουρλιαχτά του βιολιού ως μουσική αντανάκλαση της κίνησης, το αίμα να κυλάει νερωμένο προς το σιφόνι της μπανιέρας και, τέλος, η γυναίκα που πέφτει εξοντωμένη στο πάτωμα, τυλιγμένη στο πλαστικό σάβανο από το οποίο γραπώθηκε ξεψυχώντας. Γκρο πλαν στο βλέμμα της, άψυχο και ακόμη τρομαγμένο.

Η περίφημη σκηνή του ντους από το «Ψυχώ» του Χίτσκοκ δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψει το συλλογικό ασυνείδητο. Μερικές εικόνες μάς κυνηγάνε για πάντα. Η Τζάνετ Λι, γοητευτική ηρωίδα του έργου, συναντά το τέλος της στο μπάνιο ενός ξεχασμένου μοτέλ χωρίς να ξέρει ποιος και γιατί τη σκότωσε. Ο πανικός του εκτεθειμένου σώματος μπροστά στην παράνοια που καραδοκεί στα πιο απίθανα μέρη συνοψίζεται σε μερικά ασπρόμαυρα, αριστοτεχνικά εμπνευσμένα και μονταρισμένα πλάνα.

Αν βέβαια η ταινία απέκτησε μυθική διάσταση και προκάλεσε αμέτρητες απομιμήσεις αυτό δεν οφείλεται τόσο στις υπαρξιακές της προεκτάσεις όσο στον έντεχνο, ηδονοβλεπτικό συνδυασμό βίας και σεξσυνδυασμό που η αμερικανική ποπ κουλτούρα δεν σταμάτησε έκτοτε να αποθεώνει στη μεγάλη οθόνη. «Η στιγμή του Ψυχώ: πώς ο Αλφρεντ Χίτσκοκ έμαθε την Αμερική να αγαπά τον φόνο» λέγεται το βιβλίο του Ντέιβιντ Τόμπσον και ο τίτλος τα λέει όλα. «Το αμερικανικό κοινό έχασε για πάντα την αθωότητά του» σημειώνει άλλος κριτικός. Η ισχύς της ταινίας αποδείχθηκε τεράστια, δεν ήταν μόνο η σκηνή του ντους όμως που προκάλεσε την έκσταση των θεατών. Το τριώροφο βικτωριανό σπίτι γεμάτο μυστικά, τα ταριχευμένα πουλιά, οι καθρέφτες που πολλαπλασιάζουν τα είδωλα, η ασφυκτική μητρική παρουσία, το «πειραγμένο» βλέμμα του Αντονι Πέρκινς συνθέτουν μια αμφιλεγόμενη, αινιγματική ατμόσφαιρα λαγνείας και ενοχής, ένα γοτθικό μυστήριο που λειτουργεί παράλληλα ως κυνήγι ψυχαναλυτικού θησαυρού. Το ταριχευμένο πτώμα της μαμάς στο κελάρι: εκεί δεν καταλήγουν όλα; Το αποτέλεσμα ακροβατεί μεταξύ γελοιότητας και τρόμου. Η φωνή της μητέρας στο τέλος είναι ίσως η πιο αντιπροσωπευτική των σκηνοθετικών προθέσεων: κοροϊδευτική και ψεύτικη, σαν να θέλει να μας πει πως όλα ήταν μια κακόγουστη φάρσα (ο Χίτσκοκ μέχρι τέλους επέμενε πως το «Ψυχώ» ήταν κωμωδία).

Κανένας φυσικά δεν θα θυμόταν το μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Μπλοχ αν ο Χίτσκοκ δεν το είχε κάνει ταινία το 1960. Αντίστοιχα, για έναν σκηνοθέτη του θεάτρου σήμερα ενδιαφέρον δεν παρουσιάζει να διασκευάσει το μυθιστόρημα αλλά να συνομιλήσει σε θεατρικό επίπεδο με την ταινία-ορόσημο. Αυτό συνιστά πραγματική πρόκληση. Ο Γρηγόρης Χατζάκης παρ΄ ολίγον να ανταποκριθεί στην πρόκληση αυτή. Και όταν λέω «παρ΄ ολίγον» εννοώ ότι στην αρχή της παράστασης επιδεικνύει μια τέτοια διάθεση. Σε έναν χαμηλοτάβανο, υπόγειο χώρο από μπετόν, ακούμε τον επίμονο ήχο σταγόνας που στάζει. Στο βάθος της σκηνής κυριαρχεί ένα γυάλινο δωμάτιο διακοσμημένο με ξεφλουδισμένη ταπετσαρία, στοίβες βιβλίων, παλιά κάδρα (αντί για ταριχευμένα πουλιά, το πορτρέτο ενός ελαφιού) και στη γωνία μια ηλικιωμένη με κότσο να διαβάζει λικνιζόμενη σε κουνιστή καρέκλα.

Μπροστά από αυτό το σκηνικό, ο παράφρων Νόρμαν υποδέχεται την άτυχη Μάριον (η ευάλωτη ερμηνεία του Χάρη Ασημακόπουλου σε αρμονική αντίστιξη με τη μεστή παρουσία της Βέρας Λάρδη). Η σκηνή του ντους αποδίδεται ευφάνταστα, με την ηθοποιό να «παγώνει» σε αμυντική στάση- το χέρι εκτεταμένο, το στόμα σε σύσπαση- και την κραυγή του «α!» να μετατρέπεται χαριτωμένα σε άαααρια.

Με τον θάνατο της Μάριον (ο Νόρμαν σκουπίζει το αίμα, κόκκινα λουλούδια που «έπεσαν» από το φόρεμά της) ο σκηνοθέτης μοιάζει να χάνει την επαφή του με την ουσία του θέματος που πραγματεύεται. Παγιδεύεται σε μια ανούσια εξιστόρηση της πλοκής που αποδεικνύεται εξαιρετικά ανιαρή: γιατί έκλεψε τα χρήματα η Μάριον, πώς γνωρίστηκε με τον εραστή της Σαμ, πόσα λεφτά χρωστάει ο Σαμ, τι είπε το αφεντικό της Μάριον για την εξαφάνιση της υπαλλήλου του κ.ο.κ. Το ζητούμενο στο «Ψυχώ» (στο θέατρο όπως και στο σινεμά) είναι η ατμόσφαιρα: τα φετίχ του μοναχικού μυαλού, τα σύμβολα της σήψης, ο πολλαπλός εαυτός μας και οι κρυψώνες του. Δεν αρκούν μερικά εύκολα ευρήματα (τα alter ego του πρωταγωνιστή με τις χάρτινες μάσκες στο πρόσωπο, ο ξυλοπόδαρος, τα μπλακάουτ και η «σπασμένη» μουσική α λα Χίτσκοκ) για να στοιχειοθετήσουν μια νέα ερμηνεία, μια νέα ανάγνωση του καλτ αριστουργήματος. Απουσιάζει το πιο βασικό συστατικό: η εμμονή. Χωρίς την εμμονική οπτική καταλήγουμε να παρακολουθούμε μία ακόμη συνηθισμένη αστυνομική ιστορία.

Ο Χίτσκοκ το είχε πει: όποιος νοιάζεται πάνω απ΄ όλα για τα γεγονότα βρίσκει άσχημο τέλος. Στην ταινία ο ντετέκτιβ που αναζητεί τα ίχνη της Μάριον σφαγιάζεται με το ίδιο μαχαίρι που σκότωσε και εκείνη. Μόνο που η σκηνή του δικού του φόνου περνάει μάλλον απαρατήρητη…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: