Ο «Βέρθερος» του Γκαίτε

  • Σαν σπαρακτικό ψυχογράφημα
  • Ο «Βέρθερος» του Γκαίτε, έργο – μανιφέστο του 18ου αιώνα, σε δυσνόητη διδασκαλία
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011
  • Γκαίτε Βέρθερος. Ομάδα Bijoux de Kant. Στέγη Τεχνών και Γραμμάτων

Στους ρευστούς καιρούς που ζούμε, όταν τόσα και τόσα ανατρέπονται καθημερινά, ανάμεσα στα νέα ερωτήματα που γεννιούνται είναι και το εξής: υπάρχει κάποια επανάσταση πάνω στη σκηνή; Είναι δυνατόν το Θέατρο να ανατρέψει σύγχρονες κοινωνικο-πολιτικές καταστάσεις; Στον δικό μας κόσμο μάλλον όχι. Από την άλλη όμως μεριά, δεν νιώθεις κάποια δικαίωση -έτσι κι είσαι θεατράνθρωπος-  με το να νιώσεις ότι αποτελείς κάποια πολιτική «απειλή» γι’ αυτό που ονομάζεται κατεστημένο; Πόσοι δεν θα το επιθυμούσαν κάτι τέτοιο κι εδώ σ’ εμάς!

Γιατί αλλού υπάρχει κυνηγητό κι απαγορεύσεις. Τελευταία γεγονότα στην Ουγγαρία -η οποία κατέχει μάλιστα και την προεδρία της Ε.Ε. γι’ αυτό το εξάμηνο- στη Λευκορωσία και στο Ιράκ μαρτυρούν ότι υφίστανται κυβερνήσεις οι οποίες θεωρούν το θέατρο τόσο επικίνδυνο ώστε αξίζει τον κόπο να του βάζει κανείς νομοθετικές χειροπέδες. Αλλά και στην ξεσηκωμένη Αίγυπτο μήπως δεν λογοκρίθηκαν τον περυσινό μήνα του Ραμαζανιού θεατρικά και τηλεοπτικά κείμενα, όπως το δράμα «Αλ Ααρ» (Η ντροπή)  και το «Αλ Χάζα Ζάχρα»;

«Εχουμε τραβήξει τόσο πολλά από τη λογοκρισία, ώστε εμείς οι άνθρωποι των τεχνών ήμασταν από τους πρώτους που βγήκαμε στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούμε εναντίον του προέδρου Μπεν Αλι στην εξέγερση των “γιασεμιών”», αναφέρει στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Jeune Afrique η Τυνησία σκηνοθέτις Ζεϊνέμπ Φαρχάτ. Μήπως, λοιπόν, το θέατρο μπορεί -πάντα- ακόμα και ν’ αλλάξει τον κόσμο; Φαίνεται ότι αλλού φοβούνται κάτι τέτοιο.

Βέβαια, εδώ σ’ εμάς, το να προκαλέσει ένα τέως απαγορευμένο κείμενο σκάνδαλο είναι απίθανο. Οταν πρωτοκυκλοφόρησε, στα 1774, στην Ευρώπη το «Εγκώμιο των δακρύων», που είναι ο υπότιτλος που μπήκε στον «Βέρθερο» του Γκαίτε για την ελληνική του παράσταση στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, μια επιδημία αυτοκτονιών πλημμύρισε τη Ευρώπη. Αποτέλεσμα ήταν το λυρικό «επιστολικογραφικό δράμα» ν’ απαγορευτεί αμέσως μετά – τουλάχιστον για ένα μικρό διάστημα κερδίζοντας έτσι μεγάλη διαφήμιση. «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» είναι η ιστορία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα, ο οποίος καταλήγει σε αυτοκτονία. Βέβαια, δεν είναι διόλου μια απλή δακρύβρεκτη ρομαντική ιστορία και ο κεντρικός ήρωας δεν είναι ούτε ενοχλητικά ρομαντικός ούτε ροδοζαχαρένιος. Ακριβώς το αντίθετο. Ο Βέρθερος υπήρξε το έργο – σύμβολο του κινήματος Sturm und Drang (Θύελλα και Ορμή), ένα κίνημα στη λογοτεχνία και τη μουσική το οποίο ανέτρεψε τον επαχθή μιμητισμό που χαρακτήριζε τούς μέχρι τότε κλασικούς του 18ου αιώνα. Ο Γκαίτε έλεγε «το κλασικό είναι υγιές, το ρομαντικό είναι άρρωστο». Οπως άλλωστε είπε και πως «η αυτοκτονία είναι ένα γεγονός για την ανθρώπινη φύση, την οποία οφείλει ν’ αντιμετωπίζει κανείς με αισθήματα κατανόησης και η οποία πρέπει να αναθεωρείται εκ νέου σε κάθε εποχή» (αυτά στο «Η ζωή μου: Ποίηση και Αλήθεια»).

Σαν ένα σπαρακτικό ψυχογράφημα, σαν μια παράσταση με 39 βαθμούς πυρετό σκηνοθετήθηκε αυτό το αδιέξοδο του έρωτα από τον Γιάννη Σκουρλέτη, ο οποίος έκανε και την πάλλευκη σκηνογραφία. Δύσκολο το κείμενο του Γκαίτε (σε μια βραβευμένη μετάφραση της Στέλλας Νικολούδη) και θεληματικά δυσνόητη και η διδασκαλία του Γ. Σκουρλέτη, ένας καλλιτέχνης ο οποίος φιλοδοξεί -κατά δήλωσή του- να κυριαρχήσει με την «αισθητική απόδοση επί σκηνής». Οσο για την ομάδα bijoux de Kant (;) ασχολείται -λέει- «κυρίως» με τον ρομαντισμό, με τη σύνθεση μιας «νέας εικόνας» για το θέατρο, όπου ασφαλώς δύσκολα λείπει και το βίντεο. Εδώ, ο νεαρός Δημήτρης Πασσάς ήταν το βουβό δίφυλο πρόσωπο σ’ ένα ζωντανό (από τα παρασκήνια) βίντεο (από τον Ευθύμη Θεοδόση), πλησιέστερος στο Sturm παρά στο Drang. Βέβαια, άξιος protagonista assoluto ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Δημήτρης Λιγνάδης, ο οποίος σήκωσε στους ώμους του έναν ολόκληρο «εκρηκτικό μηχανισμό» ο οποίος -ευτυχώς- δεν εξερράγη. Η Κατερίνα Μισιχρόνη, ως το αντικείμενο του απραγματοποίητου πόθου του ποιητή, υπήρξε η ρομαντική, αλλά απόμακρη Λότε.

Οπως και στην προηγούμενη δουλειά της ομάδας, που ήταν το ειρωνικο-ζοφερό Graveyard Caf� Band, έτσι κι εδώ πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η μουσική του Κώστα Δαλακούρα, η οποία όμως δεν αποτόλμησε την ειρωνεία της προηγούμενης φοράς, παραμένοντας επικίνδυνα κοντά στον Bruno Salz και στον Steve Schiff, δηλαδή στους Γερμανούς συνθέτες που διέπρεψαν φτιάχνοντας τα περισσότερα τραγούδια της Νίνα Χάγκεν.

«Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» υπήρξαν το τεράστιο εκδοτικό σκάνδαλο του 18ου αιώνα και ο μίτος για τους μετέπειτα αναλυτές της επιρροής της τέχνης στην κοινωνία και την πολιτική. Κι αυτό γιατί, ενώ από την πλευρά τού τότε θρησκευτικού και κοινωνικού κατεστημένου δημιουργήθηκε μια τεράστια αντίδραση, οι νέοι της εποχής το είδαν σαν το νέο μανιφέστο, σαν τη μόδα σχεδόν που σφράγιζε μια νέα εποχή.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: