«Ρόσμερσχολμ» στο θέατρο «Άλεκτον»

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 23/01/2011

Το ελληνικό κοινό ήρθε πολύ νωρίς σε επαφή με το θέατρο του Ίψεν, από τα τέλη του 19ου αιώνα. Γράφτηκαν τότε, από Έλληνες πνευματικούς ανθρώπους (Βιζυηνό, Παλαμά, Ξενόπουλο), καίριες κριτικές αναλύσεις που εκπλήσσουν ακόμη σήμερα για την τόλμη και την πρωτοπορία τους. Ο συκοφαντημένος ελληνικός δέκατος ένατος αιώνας έβλεπε όμως μακριά. Σε αντίθεση με την τότε πνευματική ηγεσία της Μεσευρώπης, ιδίως της Γερμανίας, που δεν κατάλαβε, στην πλειονότητά της, «γρι» και που είχε από Ίψεν «μαύρα μεσάνυχτα». Όσα του καταμαρτυρεί π.χ. ο «πολύς» Μαξ Νορντάου… είναι σήμερα για να γελά ο κάθε πικραμένος! Για το έργο «Ρόσμερσχολμ» ο επιφανής Γερμανός ιατροφιλόσοφος έγραφε τα εξής, που αξίζει τον κόπο να μεταφέρω για την πιστή ενημέρωση του αναγνώστη («Εκφυλισμός», εκδ. Φέξη, Αθήνα 1922, μετάφραση Άγγελου Βλάχου):

«…και αυτού του παραλογισμού τα όρια υπερβαίνει ο τρόπος καθ’ ον η νυμφομανής (!) Ρεβέκκα σοφίζεται να θεραπεύσει την προς τον πρώην ιερέα Ρόσμερ κτηνώδη και ακατάσχετον ορμήν της. Γίνεται φίλη της συζύγου του Ρόσμερ, πασχούσης ήδη τας φρένας, την τυραννεί  επί ένα και ήμισυ έτος παριστώσα εις αυτήν ότι ο Ρόσμερ την αγαπά, αυτήν την νυμφομανή (!), και διά του βραδέος αυτού ψυχικού δηλητηρίου την ωθεί στο τέλος εις την αυτοκτονίαν (…) Η δήθεν επιστημονικότης των έργων του Ίψεν συνοψίζεται εις ασύστατα τινά δόγματα περί κληρονομικότητος και ολίγας αχωνεύτους ιατρικάς γνώσεις (…) Ταύτα δε πάντα μεταχειρίζεται ο Ίψεν ως οι μαύροι της Λιβερίας τα χάρτινα περιλαίμια και τους εξ Ευρώπης υψηλούς πίλους…» (!)

Αυτά τα εξόχως ανόητα έγραφε τότε ο καθηγητής Νορντάου για ένα από τα κορυφαία δράματα του μέγιστου Ίψεν, στο οποίο κυριαρχεί ο πιο σύνθετος γυναικείος χαρακτήρας του. Επειδή εδώ δεν έχει σημασία αν η Ρεβέκκα ωθεί την σύζυγο του Ρόσμερ στην αυτοκτονία εκ προθέσεως ή αν ο «ταραγμένος» κατά Νορντάου ψυχικός της κόσμος είναι ή όχι προϊόν κληρονομικότητας. Η κληρονομικότητα παίζει δευτερεύοντα ρόλο εδώ, ενώ ασυνείδητο και συνειδητό διαπλέκονται άρρηκτα σε ένα υπαρξιακό δράμα συνείδησης. Η ίδια η Ρεβέκκα δηλώνει ότι υπάρχουν δύο ειδών θελήσεις, προλαβαίνοντας τον Φρόυντ. Δεν πρόκειται, άρα, για μια αιφνίδια εισβολή του συνειδητού στον κόσμο της ή για μια ξαφνική αστραπή που φωτίζει το έρεβος της ψυχής της. Όλα δουλεύουν μέσα της επάλληλα, οι πολλές ζωές που έχει ζήσει τη διεκδικούν ως τρόπαιο και είναι έτοιμη να δεχτεί το ενδεχόμενο της πτώσης…

Για τον θάνατο της γυναίκας του Ρόσμερ ευθύνεται η σύζυγος του Κρολ, αλλά ο Ίψεν δεν θέλει με αυτό το στοιχείο να αποσείσει την ευθύνη της Ρεβέκκας. Το εισάγει, ίσα – ίσα, για να μας δείξει ότι η Ρεβέκκα αναλαμβάνει την ευθύνη και της ασύνειδης επιθυμίας να πεθάνει η αντίζηλός της! «Σταυρός» της Ρεβέκκας είναι η «διχασμένη καρδιά» της, με την ντοστογιεφσκική έννοια του όρου. Επιλέγοντας το θερμό κομμάτι, αναλαμβάνοντας, από ασίγαστο έρωτα, την ευθύνη για ένα έγκλημα που διέπραξε «εν διανοία», προσφέρει στον έρωτά της ένα σχήμα ζωής πέραν της παγωμένης προτεσταντικής ηθικολογίας των Ρόσμερ, του φαρισαϊκού ζήλου των Κρολ ή της πολιτικής αγυρτείας των Μόρτενσγκορντ. Τον Ίψεν δεν τον απασχολούν τα ψυχικά γεγονότα ως τέτοια, αλλά, κυρίως, η μυστική πορεία των ηρώων προς τον κρυμμένο «μέσα» εαυτό τους. Την αλήθεια τους. Το «Ρόσμερσχολμ» δεν είναι ένα ψυχολογικό δράμα, είναι μια σύγχρονη τραγωδία.

Η παράσταση της ομάδας «Συνθήκη» -θίασος ΟΕΘ – ΣΕΗ- στο θέατρο «Άλεκτον», σε σκηνοθεσία, με λόγο γνώσης, του έμπειρου Κωστή Καπελώνη, είναι μια τίμια, λιτή, στρωμένη ως ύφος, καθαρή, γεωμετρική δουλειά. Επικεντρωμένη στο κείμενο, χωρίς ψευτομοντέρνους «γερμανισμούς» ή άλλες γελοίες «ιδεολογικές» παρεμβάσεις. Αφήνει τη μουσική του έργου να ακουστεί χωρίς παράσιτα. Κάτι πολύ σημαντικό σε μια εποχή όπου τα παράσιτα όχι μόνο αφθονούν, αλλά και κυβερνούν. Ο Ίψεν ασφαλώς δεν χρειάζεται «τον Γερμανό του».

Η μετάφραση είναι του Μπελιέ, τα σκηνικά – κοστούμια του Σαραντόπουλου και οι φωτισμοί του Δημήτρη Τσιούμα. Ο Αντώνης Ραμπαούνης (Ρόσμερ) δίνει με συνέπεια και ήθος την ενοχική, «σκιαγμένη» πλευρά του Ρόσμερ, αλλά μόνο αυτή. Η Δέσποινα Πόγκα βγάζει στο φως κυρίως το υστερικό στοιχείο της Ρεβέκκας, χωρίς όμως διόλου αυξομειώσεις τόνων. Ο Άγγελος Κεχαγιάς αφήνει αναπάντητα ερωτηματικά (Μόρτενσγκορντ). Η Μαρία Μακρή μένει στους τύπους (οικοκύρης).

Πιάνει τη διπλή φύση του Κρολ, μισο-πυρακτωμένη, μισο-παγωμένη, ο ικανός Βασίλης Βλάχος, εισάγοντας ευεργετικά μια καίρια «λοξή» ματιά, «ψυχρή εν θερμώ», στον ρόλο.

Σπαρακτικός και ανθρώπινος ο Σπύρος Μπιμπίλας, «κλέβει» την παράσταση εκτοξεύοντας τον ρόλο του Ούλρικ Μπρέντελ σε ουρανούς ποιητικής ευδαιμονίας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: