«Εμίλια Γκαλότι» του Λέσινγκ στο Εθνικό Θέατρο

  • Σαν καλή κοπέλα

  • «Εμίλια Γκαλότι» του Γκότχολντ Εφρεμ Λέσινγκ στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά

  • ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Ο Καντ μισούσε τον ρομαντισμό. Απεχθανόταν οποιασδήποτε μορφής εξωφρενικότητα, φαντασιοκοπία, Schwarmereiόπως έλεγε-,κάθε είδους αμετρία,μυστικοπάθεια,απροσδιοριστία και σύγχυση.Παρ΄ όλα αυτά, δικαίως θεωρείται ένας από τους πατέρες του ρομαντισμού- όσο ειρωνικό και αν ακούγεται αυτό.

Ο Λέσινγκ ολοκλήρωσε την «Εμίλια Γκαλότι» το 1772. Στο μυαλό του επρόκειτο για μια σύγχρονη εκδοχή της ιστορίας μιας νεαρής Ρωμαίας, της Βιρτζίνια, την οποία ο πατέρας της προτίμησε να σκοτώσει παρά να την αφήσει να γίνει σκλάβα και ερωμένη ενός τυράννου που τη διεκδικούσε. Ο Λέσινγκ επέμενε ότι η πολιτική διάσταση της ιστορίας της Βιρτζίνια δεν τον ενδιέφερε: αυτό που ήθελε ήταν να παρουσιάσει την καθαρά ανθρώπινη τραγωδία μιας κοπέλας που φονεύεται από τον γονιό της, για τον οποίο «η αρετή της είναι πολυτιμότερη από τη ζωή της».

Ο Καντ σχεδόν μεθούσε με την ιδέα της ανθρώπινης ελευθερίας. Η πιετιστική ανατροφή του τον οδήγησε σε μια κατάσταση πλήρους αφοσίωσης στην ενδότερη, ηθική ζωή του ανθρώπου. Για τον Καντ ο άνθρωπος είναι άνθρωπος μόνον επειδή το επιλέγει.Και το στοιχείο της βούλησης είναι αυτό που διακρίνει τους ανθρώπους από τα άλλα πλάσματα και αντικείμενα της φύσης.

Η Εμίλια δεν είναι τόσο θύμα της λαγνείας και της τυραννίας του Πρίγκιπα της Γκουαστάλα. Η ηρωίδα πληρώνει βαρύτατο τίμημα για την υψηλόφρονη ηθική παραφορά του ίδιου της του πατέρα, ο οποίος τοποθετεί την αρετή πάνω από την αγάπη. Προτιμά να δει την κόρη του νεκρή παρά αμαρτωλή.

Πόση ευθύνη έχει η ίδια η Εμίλια για την τραγική τύχη της; Αυτή δεν είναι άλλωστε που παρακινεί τον πατέρα της να βυθίσει το μαχαίρι του στην καρδιά της; Η σχέση πατέρα- κόρης αναδύεται πολύπλοκη, η τελική αξία του θανάτου της Εμιλίας όμως παραμένει συγκεχυμένη. Πρόκειται για ηρωική θυσία ή για πράξη ανεξέλεγκτης μελαγχολίας; Ο Εντοάρντο Γκαλότι καλεί τη θεία Πρόνοια να σώσει την κόρη του, όχι όμως αρκετά πειστικά. Η Εμίλια απελπίζεται από την περιορισμένη δύναμη του πατέρα της αλλά και από τη δική της έλλειψη ισχυρής ηθικής βούλησης. «Εχω αίμα στις φλέβες μου, πατέρα: αίμα νεανικό, ζεστό, όπως όλα τα κορίτσια. Και οι αισθήσεις μου είναι αισθήσεις. Δεν υπόσχομαι τίποτα. Δεν μπορώ να εγγυηθώ για τον εαυτό μου».

Οι αξίες δεν είναι άστρα που λάμπουν στο ηθικό στερέωμα. Είναι στοιχεία εσωτερικά, είναι τα πράγματα για τα οποία οι άνθρωποι επιλέγουν- και επιλέγουν ελεύθερα- να ζήσουν,να πολεμήσουν ή να πεθάνουν. Αυτό είναι το θεμελιώδες δίδαγμα του Καντ.

Συνδυάζοντας μοντέρνα και κλασικά στοιχεία η «Εμίλια Γκαλότι» θεωρείται «η πρώτη πραγματικά επιτυχημένη γερμανική τραγωδία» (F. J. Lamport). Στόχος του Λέσινγκ ήταν να βρει τρόπους να συνδέσει το θεατρικό αυτό είδος- παραδοσιακά το πιο περίβλεπτο- με τις ευαισθησίες και τις ανάγκες ενός σύγχρονου κοινού. Η καινοτομία του συνίσταται στην προσπάθειά του να παρουσιάσει επί σκηνής ανθρώπους «κανονικούς», από όλες τις κοινωνικές τάξεις, και όχι μόνο ευγενείς ή ήρωες θεωρώντας ότι οι θεατές θα ταυτιστούν ευκολότερα με τους πρώτους και έτσι θα βιώσουν εντονότερα το δράμα που εκτυλίσσεται επί σκηνής. «Με αυτή την έννοια ο Λέσινγκ μπορεί να χαρακτηριστεί ο εμπνευστής όχι μόνο του μοντέρνου γερμανικού αλλά και του μοντέρνου ευρωπαϊκού θεάτρου» υποστηρίζει ο Lamport. Μεγάλοι ισχυρισμοί που αυξάνουν τις προσδοκίες από μια σημερινή παράσταση της «Γκαλότι». Είναι η δεύτερη (αν θυμάμαι καλά) φορά που ο Γιάννης Χουβαρδάς καταπιάνεται με έργο του γερμανού συγγραφέα: η «Σάρα Σάμσον» του ιδίου, που είδαμε προ μερικών ετών στο θέατρο Αμόρε, ανέμελη και ανάλαφρη, είχε αποδειχθεί ενδιαφέρον πείραμα τρυφερής αναβίωσης ενός κειμένου του 18ου αιώνα. Με μια τραγωδία, όμως, όπως η «Γκαλότι», η επικοινωνία αποδεικνύεται πιο δύσκολη: η άρτια, κλασική, «κλειστή» φόρμα της δείχνει να ανήκει στο παρελθόν περισσότερο από ό,τι στο παρόν. Και ο σκηνοθέτης δεν ήρθε να αναιρέσει αυτή την εντύπωση: δεν κατάφερε να πείσει ότι υπήρχε γι΄ αυτόν επείγον λόγος να επιλέξει το κείμενο του Λέσινγκ. Δεν είδαμε τι ήταν αυτό που τον γοήτευσε, αυτό που τον ερέθισε, που τον συγκίνησε, που τον έκανε να θέλει να του δώσει σάρκα και οστά, να το επικοινωνήσει στο κοινό, να μεταφέρει με αυτό το παλαιό όχημα νέα πνοή στο όραμά του.

Δεν είναι ότι οι ηθοποιοί δεν παίζουν καλά: κάθε άλλο, θα έλεγα πως αυτό είναι και το βασικό πλεονέκτημα της παράστασης. Συμπαθής η Γκαλότι της Αλκηστης Πουλοπούλου, ανθρώπινος ο Πρίγκιπας του Καραζήση, επιβλητικός ο πατέρας του Χατζησάββα, αυστηρή αμαζόνα η Κόμισσα της Γουλιώτη.

Σε μια σκηνή γυμνή, χωρίς σκηνικά, με όλο της το ύψος και το βάθος διαρκώς εκτεθειμένα και με τις πλατφόρμες να ανεβοκατεβάζουν συνέχεια τους ηθοποιούς, η «Γκαλότι» του Χουβαρδά κινείται μηχανικά, ευσυνείδητα, με μοναδικό κίνητρο να συμπληρώσει τις προϋποθέσεις μιας «καλοστημένης» παράστασης. Λάθη δεν υπάρχουν με αυτή την έννοια (με εξαίρεση το ανούσιο εύρημα της κάμερας που βιντεοσκοπεί την Εμίλια) αλλά ταυτόχρονα δεν υπάρχει ούτε έμπνευση ούτε σκοπός. Η εκφορά του λόγου γίνεται με τέσσεριςπέντε διαφορετικούς τρόπους: στα πεταχτά, στα καθιστά, στα ξαπλωτά, στα τέσσερα ή επί τροχάδην. Η αχανής σκηνή μοιάζει να καταπίνει το έργο, τους διαλόγους, τη δράση, το ενδιαφέρον μας. Το γνωστό και αγαπημένο «Sway» παίζει ξανά και ξανά, ακόμη και αυτό όμως, που άντεξε τόσες δεκαετίες, τώρα φαντάζει κουρασμένο…

  • Σημείωση: Τα αποσπάσματα με πλάγια γράμμματα είναι από το βιβλίο του Ιsaiah Βerlin «Οι ρίζες του ρομαντισμού» (εκδόσεις Scripta).

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: