Ιρλανδικά πειράματα επιτυχίας

  • Τζέιμς Τζόις και Μπράιαν Φρίελ ευτύχησαν με δύο λιτές αλλά ενδιαφέρουσες σκηνοθεσίες
  • Τζέιμς Τζόις
    Εξόριστοι
    σκην.: Ρούλα Πατεράκη
    Από Μηχανής Θέατρο
  • Μόιρα Μπουφίνι
    Το Δείπνο
    σκην.: Διαγόρας Χρονόπουλος
    Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν
  • Μπράιαν Φρίελ
    Ο Θαυματοποιός
    σκην.: Αλέξης Ρίγλης
    Θέατρο Ιλίσια Ντενίση

Σίγουρα δεν είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι για τριακόσια τόσα χρόνια οι σημαντικότεροι αγγλόφωνοι θεατρικοί συγγραφείς είχαν ιρλανδικές ρίζες. Από τον Τζορτζ Φάρκουαρ, τον Οσκαρ Ουάιλντ και τον Τζ. Μπ. Σόου μέχρι τους σημερινούς, δεκάδες είναι οι Ιρλανδοί δημιουργοί που εξακολουθούν να παίζονται παντού. Ενδεχομένως ο λόγος να είναι αυτός που είχε επισημάνει ο George Bernard Shaw – «Ο Εγγλέζος βασίζεται ολοκληρωτικά στη φαντασία του, δίχως να διαθέτει την ικανότητα να ελέγξει καν την πραγματικότητα. Αντίθετα, ο Ιρλανδός έχοντας πιο περιορισμένη φαντασία, έχει μόνιμα στραμμένο το ένα του μάτι σε όσα συμβαίνουν τριγύρω του». Να ‘ναι δηλαδή βαθιά ρεαλιστές; Οχι ακριβώς. Γιατί τόσο ο Σάμουελ Μπέκετ όσο και ο Τζέιμς Τζόις (1882 – 1941) είναι περιπτώσεις που ανήκουν στην πρώτη γραμμή της λογοτεχνικοθεατρικής πρωτοπορίας, συνδυάζοντας πάντα το ρεαλιστικό βλέμμα με ένα είδος υπερβατικού διαλογισμού.

  • «Εξόριστοι»

Γνωστός για τα μυθιστορήματά του «Οδυσσέας» και «Δουβλινέζοι», ο Τζέιμς Τζόις έγραψε ένα μόνο θεατρικό, τους «Εξόριστους». Η πλοκή του έργου είναι απλούστατη. Δύο ζευγάρια. Η Βέρθα ζηλεύει τη σχέση του άνδρα της Ρίτσαρντ με τη Βεατρίκη και ο δημοσιογράφος Ρόμπερτ ζηλεύει τον δεσμό του Ρίτσαρντ με τη Βέρθα. Ο Τζόις έλεγε πως είναι τρεις πράξεις όπου «η γάτα κυνηγά συνέχεια το ποντίκι». Σ’ ένα διάφανο «γυάλινο» δαιδαλώδες σκηνικό (του Γιώργου Πάτσα) –όπου ο Αλέκος Γιάνναρος πέτυχε τον δύσκολο άθλο να το φωτίσει– η Ρούλα Πατεράκη έκανε μία από τις πλέον λιτά «ευθυγραμμικές» σκηνοθεσίες που έχουμε δει. Η τόσο προσωπική δουλειά της ήταν –πάλι– ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Είχε όμως και την ευκαιρία να επιλέξει μερικούς ξεχωριστούς ηθοποιούς. Ο Ακις Βλουτής –στον αυτοβιογραφικό ρόλο του Τζόις– έκανε συνεχώς ερμηνευτικά «σάλτα μορτάλε» με την ιδιαίτερη ριψοκίνδυνη τεχνική που είχε επιλέξει, δίχως να γκρεμοτσακιστεί ποτέ. Ηταν η μεγάλη αποκάλυψη της παράστασης. Σε χαμηλότερο ύψος τραμπαλίστηκαν –με επιτυχία πάντως–  η Ιρις Χατζηαντωνίου και ο Γιάννης Παπαδόπουλος, ενώ η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου και η Τασία Στεφανίδου στάθηκαν σταθερά στο έδαφος.

  • «Το Δείπνο»

Το μεσήλικο, οικονομικά καλοστεκούμενο ζευγάρι διανοουμένων διέρχεται μια υπαρξιακή κρίση. Στο δείπνο που διοργανώνει η σύζυγος εμφανίζεται κι ένας απρόσκλητος, μυστηριώδης ξένος, του οποίου η παρουσία ενεργεί ως καταλύτης ώστε να ξεκαθαριστούν πολλά από τα εσώψυχα τόσο των οικοδεσποτών όσο και των συνδαιτυμόνων γενικότερα. Ετσι; Διόλου έτσι. Επειδή άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας. Γιατί η παραπάνω υπόθεση δεν αναφέρεται στο «Δείπνο» (του 2003) της 45άρας Μόιρας Μπουφίνι, –γεννημένη στην Αγγλία από Ιρλανδούς γονείς–  αλλά σ’ ένα θρυλικό αγγλικό θεατρικό έργο, το «Κοκτέιλ πάρτι» του Τ. Σ. Ελιοτ. Ενα έργο που πρωτοπαίχθηκε πριν από 61 ακριβώς χρόνια. Το «Κοκτέιλ πάρτι» υπήρξε μία από τις σημαντικότερες και πλέον βαθυστόχαστες αναφορές στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, ενώ το τωρινό «Δείπνο» που αντιγράφει άτεχνα όχι μόνο την υπόθεση αλλά και το «πνεύμα» του Τ. Σ. Ελιοτ, δεν είναι παρά ένα φλύαρο πόνημα το οποίο, προσπαθώντας ν’ αναρριχηθεί στα υψηλά επίπεδα του αγαπημένου ποιητή του και μεταφραστή του στα ελληνικά του Γιώργου Σεφέρη, τελικά κατακρημνίζεται με εκκωφαντικό θόρυβο. Το μόνο αξιόλογο στην περίπτωση του κακού έργου είναι η μετάφραση της Μαρλένας Γεωργιάδου και μερικές αξιοσημείωτες ερμηνείες όπως του Α. Μυλωνά, της Μ. Αλικάκη και της Δήμητρας Χατούπη. Κι όπως ο Διαγόρας Χρονόπουλος –σωστά– έδειχνε ανήμπορος να δαμάσει ένα σαχλό κείμενο, άφησε τους ηθοποιούς του να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους όπως καλύτερα μπορούσαν.

  • «Ο Θαυματοποιός»

Ιρλανδός και ο Μπράιαν Φρίελ. Κακομεταφρασμένος ο τίτλος «The Faith Healer» σε «Ο Θαυματοποιός» που μάλλον παραπέμπει σε ταχυδακτυλουργό. Ομως εδώ κεντρικό πρόσωπο είναι ένας θεραπευτής που χρησιμοποιεί τα χέρια του. Στους τέσσερις μονολόγους όπου –από διαφορετικές σκοπιές– εξιστορούνται μερικά γεγονότα ίασης, ή μήπως χειροτέρευσης; Στον τελικό μονόλογο του θεραπευτή παραμένουν πολλά ερωτήματα στα οποία τελικά πρέπει ν’ απαντήσει ο θεατής. Δύσκολο έργο, αλλά πολύ κοντά στους μεταφυσικούς –ιρλανδέζικους– στοχασμούς του Τζόις. Ο μεταφραστής και σκηνοθέτης Αλέξης Ρίγλης επέλεξε την πιο ηθελημένη «γυμνή» εκδοχή. Σε μια άδεια σκηνή οι τρεις ηθοποιοί, σχεδόν ακίνητοι και αρκετά ανέκφραστοι, μονολογούν μονότονα. Η παράτολμη επιδίωξη του σκηνοθέτη δείχνει να θέλει να δημιουργήσει μια γνήσια μινιμαλιστική παράσταση. Ομως χάρη σε τρεις πρώτης τάξεως ηθοποιούς –τον Αρη Λεμπεσόπουλο, τη Μαριάνθη Σοντάκη και τον Χρήστο Στέργιογλου, οι οποίοι ακόμα και στην ακινησία τους ακτινοβολούν έντονη προσωπικότητα– το πείραμα πέτυχε. Ακόμα κι αν το τελικό αποτέλεσμα ήταν βαρύ κι ασήκωτο.

  • Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 9 Iανoυαρίου 2011
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: