Νεολογική «Εμιλία Γκαλότι» του Χουβαρδά στο «Εθνικό»

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 26/12/2010

Όσα έγραφα πριν από τρία χρόνια για το έργο του Γερμανού θεατρανθρώπου, μαχόμενου πρωτοπόρου κριτικού, δοκιμιογράφου και συγγραφέα Γκότχολντ Λέσινγκ (1729-1781) στην «Αυγή» (14 Ιανουαρίου 2007), με αφορμή την παράσταση του κορυφαίου δράματός του «Σάρα», σε σκηνοθεσία πάλι του Γιάννη Χουβαρδά στο «Αμόρε», θα μπορούσα να μεταφέρω εδώ, στις γενικές γραμμές τους.

Έχουμε μια ιδιότυπη σφήνα ρεαλισμού, τοποθετημένη ανάμεσα στον κλασικισμό που δύει και τον ρομαντισμό που μόλις τότε, δειλά, αναδύεται… Ανάμεσα ίσως στο ρεαλισμό του ονείρου και τον ονειρικό συμβολισμό. Απομακρυνόμενος από τους αριστοτελικούς κανόνες όπως τους ερμήνευσε αυθαίρετα η Δύση για να οδηγήσει το θεατρικό φαινόμενο σε ασφυξία και μαρασμό, με επιρροές από τον Σαίξπηρ και τους Ισπανούς του Χρυσού Αιώνα, ο διαφωτιστής Λέσινγκ ανοίγει διάπλατα τον δρόμο για την αναζήτηση μιας σύγχρονης αστικής μορφής τραγωδίας, απελευθερωμένης από τη δουλεία στη φόρμα.

Επινοεί για πρώτη ίσως φορά ένα θέατρο μικτό, με ήρωες καθημερινούς ανθρώπους, «όπως εμείς», όπου το τραγικό και το κωμικό συνυπάρχουν. Ενώ υποφώσκει πάντα το μεγάλο θέμα της ελευθερίας της βούλησης, που δεν πρέπει όμως σε καμιά περίπτωση να είναι μια βούληση «τυφλή»!

Aκόμη και αν δεν πετυχαίνει εντελώς τον φιλόδοξο στόχο του αναμορφωτή, ο διανοούμενος και στοχαστής Λέσινγκ βάζει ωστόσο ένα λιθαράκι στο οικοδόμημα του σύγχρονου ευρωπαϊκού δράματος.

Το «παρά προσδοκίαν» φινάλε του δράματός του «Εμιλία Γκαλότι», που μας απασχολεί σήμερα, με τον «τυφλό» φόνο της κεντρικής ηρωίδας από τον πατέρα της «για λόγους τιμής», ενώ εκείνος θα μπορούσε, όπως λένε οι λογοκρατούμενοι επικριτές, να αρκεστεί να σκοτώσει τον διαφθορέα της, που επικρίθηκε και εξακολουθεί κάποτε να επικρίνεται ως παράταιρο, ακόμη και αν δεχθούμε κάτι τέτοιο, γίνεται όμως έτσι ένα στοιχείο ιδιαζόντως μοντέρνο που προοικονομεί το «παράλογο» και φέρνει το έργο πολύ κοντά στις σύγχρονες αντιλήψεις μας περί θεάτρου.

Με αυτήν την έννοια ο Λέσινγκ είναι πάντοτε ανοιχτός σε εκσυγχρονιστικούς πειραματισμούς (ο ίδιος άλλωστε διασκευάζει στην «Εμιλία Γκαλότι» έναν παλιό ρωμαϊκό μύθο), που πρέπει όμως να εφαρμόζονται με φειδώ, περίσκεψη και μέτρο.

Η σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά στο «Εθνικό», πατώντας επάνω στην καλή μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, δοσμένη σε ένα ιδίωμα νεανικό και ελλειπτικό σύγχρονης πόλης (όπως και η προγενέστερη απόδοση της «Σάρας» από τον ίδιο), ξεκινά από μια ορθή διαπίστωση, ότι πολλά από τα προβλήματα που θίγει το έργο, όπως η φεουδαρχία (σήμερα εργασιακή δουλεία), η σεξουαλική βία κατά των γυναικών (οργιάζει) και ο γελοίος νεοπουριτανισμός του «πολιτικώς ορθού», εξακολουθούν ακόμη να ταλανίζουν παράλογα τις «προοδευτικές» κοινωνίες μας!

Επιχειρεί έτσι εύλογα να εντάξει το έργο στα μέτρα της δικής μας νεωτερικής εποχής, αλλά κάπου χάνει το μέτρο, υπερβάλλει, παρατραβά το σχοινί του «εκσυγχρονισμού» και χάνει τον έλεγχο του έργου. Με κατάχρηση νεολογικών υφολογικών στοιχείων που ακυρώνουν ριζικά την υπνοβατούσα υπαρξιακή φύση του έργου. Με τα σύγχρονα, όντως ωραία κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, με άφθονα εντυπωσιακά σκηνικά «γκάτζετς» και με υπερβολική έκθεση στο φως του τεχνικού εξοπλισμού του θεάτρου. Με ορμητικούς, επιθετικούς φωτισμούς, κατάλληλους για μιούζικαλ, του Παυλόπουλου. Με χορευτικές μουσικές, μάμπο ή τσα τσα, και με αμερικάνικα ηχογραφημένα τραγούδια σε εκτέλεση του αείμνηστου Ντην Μάρτιν.

Όλα καλά, χρειαζόταν όμως ίσως και μια χαρισματική Ντόρις Ντέυ για να δέσει το γλυκόπικρο έδεσμα. Δυστυχώς, δεν βρέθηκε. Η πρωταγωνίστρια, Άλκηστις Πουλοπούλου, χωρίς να είναι ατάλαντη, δεν δείχνει ωστόσο να διαθέτει, τουλάχιστον για την ώρα, τα σύνθετα υποκριτικά, φωνητικά και άλλα προσόντα που απαιτεί, στη συγκεκριμένη μάλιστα σκηνοθετική εκδοχή του, ο ρόλος. Ένα, ίσως, λάθος διανομής.

Μένουν τουλάχιστον οι λοιπές καλές υποκριτικές για να μας αποζημιώσουν. Ο Νίκος Κουρής (Μαρινέλι) δεν χάνει ούτε στιγμή τον προσανατολισμό του μέσα στη σκηνοθετική καταιγίδα. Ο Μηνάς Χατζησάββας (πατέρας της Εμίλια), μετρημένος, απλός και θερμά «ψυχρός», θυμάται ότι είναι ένας σοβαρός ηθοποιός και δίνει έναν από τους σωστότερους ρόλους του.

Η αριστοκρατική Στεφανία Γουλιώτη (Κόμισσα) φθάνει στην ουσία μέσα από μια «αποστακτική» διαδικασία. Ο προικισμένος Γιάννος Περλέγκας (Κόμης) έχει άποψη ξεκάθαρη και τη στηρίζει αδρά. Η Θέμις Μπαζάκα (Κλαούντια), χωρίς να φαίνεται, είναι. Ο εξπρεσιονιστικός Ακύλας Καραζήσης (πρίγκιπας – ρεμάλι) φωτίζει λοξά τον ρόλο. Ο Θανάσης Ιωάννου, ο Παύλος Σταυρόπουλος και ο Κώστας Κοράκης δίνουν τρεις ισοδύναμες φιγούρες του ημιπραγματικού.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: