«Το Δείπνο» της Μόιρα Μπουφίνι στο «Θέατρο Τέχνης»

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 19/12/2010

Η σύγχρονη Αγγλίδα ηθοποιός και δραματουργός Μόιρα Μπουφίνι (1965 – ) κατορθώνει στα έργα της να αποτυπώσει ολόκληρο το θολό κοινωνικό και υπαρξιακό τοπίο της μετα-θατσερικής εποχής. Όταν η διαβόητη «σιδηρά κυρία» δήλωνε ότι «δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως η κοινωνία» («There is not such a thing as society»), ξηλώνοντας το κράτος αλληλεγγύης και πρόνοιας που είχε θεμελιωθεί με αίμα και δάκρυα και άνοιγε τον δρόμο για το κανιβαλικό «Δείπνο» που παρακολουθήσαμε από τη σκηνή του «Θεάτρου Τέχνης» στο ιστορικό υπόγειο της οδού Πεσμαζόγλου.

Δεν μπορεί παρά να θυμηθεί κανείς τον σάλο και τις αντιστάσεις που είχε ξεσηκώσει το ανάλογο έργο του Μάριου Ποντίκα «Ορθός λόγος», όταν παίχτηκε, το 1988, σε ένα άλλο υπόγειο, το «Γκαράζ» του τότε Εθνικού μας Θεάτρου. Με λίγες μόνο εξαιρέσεις η κριτική κατακεραύνωσε το προφητικό αυτό έργο. Ο αείμνηστος Τάσος Λιγνάδης ήταν από τους λίγους που το υπερασπίστηκαν με θέρμη. Στις 21.2.88 έγραφε στην «Καθημερινή»: «Καθώς παρακολουθούσα προσηλωμένος το καινούργιο έργο του κ. Μάριου Ποντίκα με τον προκλητικά καρτεσιανό του τίτλο ‘Ορθός λόγος’, σκεφτόμουνα τις ευνόητες αντιδράσεις που θα γεννάει στο κοινό αυτή η ριψοκίνδυνη προσπάθεια να ερμηνευθεί με τη γλώσσα του δράματος το ηθικό της σύγχρονης κοινωνίας. Με πλήρη συνείδηση του τολμηρού θέματός του, ο συγγραφέας, δίνοντας ένα σύγχρονο παράδειγμα ψυχικής κοινωνίας των ανθρωπίνων σχέσεων, εξετάζει το πρόβλημα πάνω στις ίδιες τις αξίες του δυτικού πολιτισμού.

Η ηθική είναι μια πράξη αναφοράς σε μια επικρατούσα σκέψη που την κατευθύνει. Στην εποχή μας η συνείδηση της χρεωκοπίας στην πράξη είναι -και για τη φιλοσοφική αντίληψη και για την ποιητική διαίσθηση- μια χρεωκοπία ενός συστήματος κατευθυντήριας λογικής. Ο καρτεσιανός ορθολογισμός είναι ο προφήτης της εποχής του ΕΓΩ και της αυτολατρείας, δηλαδή ενός πολιτισμού που βασίζει την κοινωνική συμπεριφορά σε μια λογική τάξη πλαστουργό συνειδήσεων. Η καρτεσιανή αντίληψη ότι το κοινωνικό ον πρέπει να μεταβάλει την άποψη του λογικού κόσμου μέσα στον οποίο γεωμετρείται η ηθική του υποχρέωση είναι -θέλω να πιστεύω- για το έργο το έδαφος πάνω στο οποίο ξετυλίγεται ένα επεισόδιο που ο φαινομενικός ρεαλισμός του δεν το εμποδίζει να ανάγεται σε αλληγορικό είδωλο του σύγχρονου υποστασικού διλήμματος. Στο έργο δεν δηλώνεται η χαμένη σχέση με τον μύθο, το μυστήριο, το άλογο, τον θεό. Όμως αυτή η απούσα αναφορά είναι μια απουσία που θες δεν θες διαρκώς παραπέμπεται. Η διάθεση του έργου απεικονίζει μια κατάσταση συντριβής, λίγο πριν από τη βλαστήμια ή λίγο πριν απ’ την προσευχή. Μια σύγχρονη συντροφιά που την αποτελούν κυρίως ζεύγη ενδεικτικής συμβιώσεως, ύστερα από μια υστερική διασκέδαση αρχίζουν να αλληλοσπαράσσονται αποκαλύπτοντας την ιδιωτική του κόλαση. Δραματουργείται ένα σπάραγμα από την ‘πολιτισμένη’ κοινωνία που οι σχέσεις της οδηγούν είτε στη μεταφορική δολοφονία είτε στην αυτοκτονία… Ο συγγραφέας χτίζει το έργο του πάνω σε παράλληλους μονολόγους, αφήνοντας τον δραματικό διάλογο να αναπτύσσεται σκηνικά σε μια αδυσώπητη βιαιότητα… Πιστεύω ότι το έργο πρέπει να μεταφραστεί σε ξένη γλώσσα οπωσδήποτε γιατί το υπόδειγμα της ‘κοινωνίας’ του είναι κάτι περισσότερο αναγνωρίσιμο έξω παρά εδώ που ακόμη δεν έχουμε ζήσει τα προβλήματα αυτά από πρώτο χέρι. Ο συγγραφέας μιλάει για σχέσεις ανθρωποφαγικές, που θα τις αναγνωρίζει αμέσως ο αποδέκτης του Πίντερ, του Άλμπι ή του Σέπαρντ».

Για το ίδιο έργο, ο υπογράφων είχε διατυπώσει την άποψή του στην «Αυγή» στις 10.3.88: «Στην ιστορία της ανθρωπότητας επαναλαμβάνεται τακτικά το ίδιο δράμα: κάθε φορά που ένας πολιτισμός αποπειράται να ‘μεταφράσει’ τη ζωή σε ‘λογικές’ αποκλειστικά κατηγορίες, το τίμημα είναι θάνατος ή ακρωτηριασμός του όντος. Βλέπουμε να αποτυπώνεται αυτό το δράμα πυκνά στο παγκόσμιο θέατρο. Από τις ‘Βάκχες’ του Ευριπίδη, όπου ο Πενθέας πέφτει τελικά θύρα της ίδιας της μανίας που θέλησε να εξοστρακίσει από τον κοινωνικό κορμό, μέχρι την άψογα συντεταγμένη γλώσσα του Μάκβεθ, όπου μέσα από τις ρωγμές της εισβάλλουν οι ασύντακτες δομές της αγριότητας… Και ώς τους χαρακτήρες του Ίψεν που, αιχμάλωτοι της ‘απαίτησης για το ιδεώδες’, έρχονται σε σύγκρουση με το άλογο στοιχείο που συγκυβερνά τον κόσμο, για να οδηγηθούν στην τρέλα ή στον εκμηδενισμό… Εδώ, μια ομάδα ανθρώπων, τα μέλη της οποίας βρίσκονται φυλακισμένα το καθένα μέσα στα στενά όρια της ατομικής ύπαρξης και συνείδησης, επιδίδεται με σαδομαζοχιστική λαγνεία σ’ ένα συμβολικό ‘παιχνίδι’ αλληλοσπαραγμού…».

Αυτά έγραφα πριν εικοσιδύο χρόνια για ένα έργο ελληνικό, που η Αγγλίδα συγγραφέας έρχεται τώρα να επικυρώσει στο έργο της «Το Δείπνο», σε μια Ευρώπη που αναζητά επιμηθεϊκά τον εαυτό της μέσα στο ραγισμένο κάτοπτρο ενός ναρκισσιστικού πολιτισμού.

Το έξοχο έργο της Μπουφίνι σκηνοθέτησε στο ιστορικό «Υπόγειο» του «Θεάτρου Τέχνης» ο Διαγόρας Χρονόπουλος. Είναι μια παράσταση άξια του μεγάλου δασκάλου Κάρολου Κουν, το γράφω με το χέρι και την καρδιά, που πρέπει όλοι να δουν. Με έξοχους ρυθμούς που κόβουν την ανάσα, η σκηνοθεσία οδηγεί τους ηθοποιούς, οργανώνοντας μια μαγική «μαύρη τελετή» μέθεξης, όπου ο θεατής αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στον «άλλο» κερδίζοντας μυητικά τη «μέθεξη».

Είναι από τις παραστάσεις που χρειάζονται στην εποχή μας, όπου «οι άνθρωποι, χωρίς γνώση του θανάτου, μεγαλώνουν σαν παιδιά με μάτια βαθιά κι αθώα, σαν εκατόχρονα νήπια παίζοντας…»(Χόφμανσταλ σε μετάφραση του Γιώργου Βαρθαλίτη). Η παράσταση στην πολύ ωραία μετάφραση της Μαρλένας Γεωργιάδη είναι στημένη πάνω στα πρότυπα ενός «Μυστικού Δείπνου» από μεγάλο μάστορα της Αναγέννησης. Η Δήμητρα Χατούπη στον ρόλο της εφιαλτικής -και λυτρωτικής- οικοδέσποινας «Πέητζ» είναι από μόνη της ένας ολόκληρος κόσμος -άγραφη σελίδα ενός χαμένου βιβλίου: ψηλαφεί τις λέξεις και πλάθει με λάσπη και όνειρο ένα εξαίσιο πλάσμα, «τέλειο» και ατελές την ίδια στιγμή… Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς δίνει ολόκληρο τον σκοτεινό κόσμο του δεσμώτη ενός πλατωνικού «σπηλαίου». Η Μυρτώ Αλικάκη σε πλήρη ωριμότητα, σαν «κομμένη από τη σκιά της» πεταλούδα. Ο Θοδωρής Κατσαφάδος με το αινιγματικό χαμόγελο ενός κούρου που «αμάρτησε» συνοψίζει καίρια. Ο Κίμων Φιορέτος παίζει αφοπλιστικά τον «ξένο μέσα στη νύχτα» που έρχεται απρόσκλητος με «αίμα και θάνατο». Η Έρρικα Μπίγιου, κάτι παραπάνω από «λαμπερή παρουσία». Ο Κωστής Καπελάνης είναι το καλό «κρυφό χαρτί» της παράστασης που κρατά γερά το κλειδί της ώς το τέλος.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου «βλέπουν το σκοτάδι πίσω από το φως». Οι φωτισμοί του Παυλόπουλου και η μουσική της Μαρίνας Χρονοπούλου «πληρώνουν θέαση και άκουσμα». Δείτε αυτή την παράσταση. Κάτι συμβαίνει στο υπόγειο της Πεσμαζόγλου που μας αφορά όλους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: