Κλασικό και σύγχρονο έργο

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 8 Δεκέμβρη 2010
  • «Ο χρυσός δράκος» στο Εθνικό Θέατρο
«Ο χρυσός δράκος»

Η χειμερινή περίοδος στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου άρχισε με το παγκοσμίως επίκαιρο, βαθύτατα πολιτικό, μορφολογικά ενδιαφέρον και πρωτότυπο, υπόγειας μπρεχτικής επιρροής, έργο του νέου Γερμανού σκηνοθέτη και δραματουργού Ρόλαντ Σίμελπφενιχ «Ο χρυσός δράκος». Αλληγορικός ο τίτλος του έργου, που δραστικά καυτηριάζει τις ψευδαισθήσεις περί του «ανθρώπινου προσώπου» του καπιταλισμού, περί «σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», «ίσων ευκαιριών» εργασίας και ευζωίας όλων των ανθρώπων στη Δύση. Ο συγγραφέας καταγγέλλει την πολύμορφη, απάνθρωπη εκμετάλλευση των εργαζομένων από το παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό κεφάλαιο, επικεντρώνοντας το θέμα του στα μιλιούνια των ξεριζωμένων, απελπισμένων μεταναστών που ματαίως αναζητούν μια ελπίδα ζωής στη Δύση, καταδείχνοντας και την εκμετάλλευση, την ανασφάλεια, τη μοναξιά, τη μίζερη ζωή των ντόπιων εργαζομένων. Αποτολμώντας μια διαφορετική «ανάγνωση» του αισώπειου μύθου για το μηρμύγκι και το τζιτζίκι, υπογραμμίσει ότι η- κατά τη «λογική» του μυρμηγκιού – προνοητική για το μέλλον συσσώρευση πλούτου κάνει τον άνθρωπο αδυσώπητο εκμεταλλευτή, «δολοφόνο» του «τζιτζικιού», ενός πλάσματος που ομορφαίνει τη ζωή με το «τραγούδι» του. Τόπος της δράσης ένα κινεζο-ταϋλανδο-βιετναμέζικο ταχυφαγείο, με την επωνυμία «Ο χρυσός δράκος». Στην κουζίνα του «ψήνονται» πάνω από τη φωτιά, μαγειρεύοντας και σερβίροντας, με εξοντωτικούς ρυθμούς, πέντε μετανάστες. Αδήλωτοι, ανασφάλιστοι, με ψίχουλα μεροκάματου, χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, «χρυσώνουν»… το αφεντικό. Ανάμεσά τους κι ένας νεαρός Κινέζος. Ξεριζώθηκε, μαζί με την αδελφούλα του, που χάθηκαν τα ίχνη της, σαν «τζιτζίκι» εκπορνεύεται από τον «μέρμηγκα» και χάνει τη ζωή της. Ο αδελφός της, βασανισμένος από ένα σάπιο δόντι, που με τανάλια, κρυφά, μέσα στην κουζίνα, του βγάζουν οι συνάδελφοί του, πεθαίνει από αιμορραγία. Και κανείς δε θα μάθαινε την ύπαρξη και το θάνατό του, αν – με ένα συγγραφικό εύρημα για να καυτηριασθεί η αδιαφορία της δυτικής κοινωνίας για τα πάθη, ακόμα και το θάνατο αμέτρητων μεταναστών – το σάπιο δόντι δεν ξέπεφτε στο πιάτο μιας από τις δύο κατάκοπες μετά από πολυήμερες πτήσεις, επίσης δύστυχες αεροσυνοδούς που τρώνε στο ταχυφαγείο . Με 48 σύντομες σκηνές, με λίγες αφηγηματικές φράσεις, με σχολιαστικές φράσεις, που τιτλοδοτούν τις σκηνές και σύντομους διαλόγους, με πέντε μόνον ηθοποιούς (που με χαρακτηριστικά ενδυματολογικά αξεσουάρ υποδύονται τους μετανάστες, αλλά και πολλά άλλα πρόσωπα, με τους άντρες ηθοποιούς να υποδύονται τις γυναίκες και το αντίστροφο, τους νέους να υποδύονται τους μεγαλύτερης ηλικίας ρόλους και το αντίστροφο), ο συγγραφέας συνθέτει μια μπρεχτικού τρόπου αποστασιοποιητική «αναπαράσταση» της εφιαλτικής και ποικιλόμορφης εκμετάλλευσης των ανά τον κόσμο «ταπεινών και καταφρονεμένων», μεταναστών και μη, σήμερα. Το έργο υπηρετείται απολύτως με τη λιτή, γοργόρυθμη, σαρκαστικά «παιγνιώδη» σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευγγελάτου και τη δημιουργική συμβολή όλων των συντελεστών (μετάφραση Ρούσα Δάλλα, σκηνικό – κοστούμια Αλεξάνδρα Μουσουλέγκα – Ράνια Υφαντίδου, μουσική – ήχοι Σταύρος Γασπαρινάτος, φωτισμοί Σάκης Μπιρμπίλης). Προπαντός, υπηρετείται με τις πολύ καλές υποκριτικές μετερμηνείες και των πέντε ηθοποιών σε πολλούς ρόλους – Νικόλας Αγγελής, Φιλαρέτη Κομνηνού, Δημήτρης Παπανικολάου – με κυρίαρχες τις εκπληκτικές «μεταμορφώσεις» του Νίκου Χατζόπουλου και την υποδορίως σπαρακτική της Εύης Σαουλίδου (νεαρός Κινέζος).

  • «Φρεναπάτη» στο Εθνικό Θέατρο
«Το σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα»

«Παράδοξο χαριτολόγημα», «καπρίτσιο», με «έκβαση τραγική», αφού «οι πρωταγωνιστές, αν και σώζονται δεν θριαμβεύουν» και όλα αυτά «ενωμένα φτιάχνουν μια κωμωδία που η δράση της διαρκεί όσο και η παράστασή της», χαρακτήριζε ο Πιερ Κορνέιγ το νεανικό, έμμετρο έργο του «Φρεναπάτη» (1635 – 1636), του οποίου η αναθεωρημένη από τον συγγραφέα έκδοσή του έγινε το 1660. Σ’ αυτήν την έκδοση βασίζεται η μετάφραση – διασκευή του Δημήτρη Μαυρίκιου, της οποίας το ποιητικό κάλλος, αλλά και η αμεσότητα του έμμετρου λόγου είναι η πρώτιστη και κύρια αρετή της παράστασης, που ο ίδιος σκηνοθέτησε, στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Ο Κορνέιγ, βασιζόμενος στις μυθοπλαστικές και αισθητικές παραδόσεις του αναγεννησιακού θεάτρου και της κομέντια ντελ άρτε, και με τη μέθοδο του «θεάτρου μέσα στο θέατρο», γράφει ένα παραμυθικού ύφους έργο, όπου φαντασία και πραγματικότητα δένονται αδιάρρηκτα, τόσο που μένει απροσδιόριστο πού αρχίζει και σταματά η φαντασία και πού η πραγματικότητα. Πού το κωμικό και πού το δραματικό στοιχείο. Πού η ψευδαισθητική «μαγεία» του θεάτρου και πού η αλήθεια της ζωής. «Πυρήνας» του «παραμυθιού» του Κορνέιγ είναι ο έρωτας. Ο Κλίνδωρ για να γνωρίσει τη ζωή το σκάει από το αρχοντόσπιτο και τον αυταρχικό πατέρα του Πριδαμάντη, που αναζητά το γιο του με τη βοήθεια του μάγου Αλκανδρου. Ο Κλίνδωρ περιφερόμενος καταντά ακόλουθος του γελοιοδέστατου ψευτοπαλικαρά «ιππότη» Ματαμόρου (ο Κορνέιγ με αυτό το πρόσωπο κορυφώνει το κωμωδιογραφικό «καπρίτσιο» του), ο οποίος μηχανεύεται να «κατακτήσει» την αρχοντοπούλα Ισαβέλα, αγαπημένη του Κλίνδωρα, αλλά που ο επίσης αυταρχικός γέρος πατέρας της την παντρολογεί με τον άρχοντα Αδραστο. Για τον έρωτά του ο Κλίνδωρ φυλακίζεται, αλλά βοηθούμενος από τον ερωτευμένο με την υπηρέτρια της Ισαβέλας δεσμοφύλακα δραπετεύει και το σκάει με την αγαπημένη του. Η διασκευή του Δ. Μαυρίκιου υπογραμμίζει το στοιχείο του «θεάτρου μέσα στο θέατρο» και τον παραμυθικό χαρακτήρα του έργου, αλλά (και με τη συμβολή των κοστουμιών – Ελένη Μανωλοπούλου και των φωτισμών- Λευτέρης Παυλόπουλος), τον καθιστά πιο «σκοτεινό», σχεδόν «τρομακτικό» (στις σκηνές του Μάγου και των «μαθητών» του), για να υπονοήσει την «ευθραυστότητα» της ερωτικής πίστης, της συζυγικής αγάπης, και των σχέσεων γονιών – τέκνων (επηρεασμένος, ίσως, από σύγχρονες ψυχαναλυτικές απόψεις, ο Δ. Μαυρίκιος μετέτρεψε τους ρόλους των δύο πατεράδων σε γυναικείους). Η αναμφίβολα ενδιαφέρουσα και ατμοσφαιρική σκηνοθεσία του στηρίζεται από τις εξαιρετικές – αρμόζουσες στην αμφισημία και το κωμικό στοιχείο του έργου – ερμηνείες του Γιώργου Γάλλου (Ματαμόρος) και του Χήστου Λούλη (Κλίνδωρ), αλλά και τη γόνιμη υποκριτική των Εμιλυς Κολιανδρή, Γιάννη Βογιατζή, Εύας Κοταμανίδου, Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη, Ευγενίας Αποστόλου, Γιάννη Κότσιφα, Μανώλη Δούνια, Σπύρου Ανδρεόπουλου, Λουίζας Ζούζια.

  • «Το σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα» στο «Θέατρο οδού Κεφαλληνίας»
«Φρεναπάτη»

Με εξαπλωμένη, ήδη, στην Ευρώπη – μετά το κραχ του ’29 στις ΗΠΑ – την καπιταλιστική κρίση, «μήτρα» και «τροφό» του φασισμού και του ιμπεριαλιστικού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με «την πείνα να θερίζει τους λαούς» – και τον ισπανικό λαό – ο μέγιστος ποιητής και δραματουργός της Ισπανίας, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, σε συνέντευξη που έδωσε (8/4/1936) έλεγε, μεταξύ άλλων: «Οσο θα υπάρχει οικονομική αστάθεια, ο Κόσμος δε θα μπορεί να σκεφτεί (…). Τη μέρα που θα εξαφανιστεί η πείνα, θα γίνει η μεγαλύτερη πνευματική έκρηξη που είδε ποτέ η Ανθρωπότητα. Αδύνατο να φανταστεί κανένας τη χαρά που θα ξεσπάσει τη μέρα της Μεγάλης Επανάστασης». Τρεις μήνες πριν την άγρια δολοφονία του από πεμπτοφαλαγγίτες του Φράνκο (19/8/1936) είχε ολοκληρώσει το αριστουργηματικό έργο του «Το σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα». Ενα οικογενειακό και κοινωνικό δράμα, του οποίου το υπόβαθρο και ένα βασικό αίτιο είναι και η οικονομική δυσανεξία του σπιτικού της άλλοτε «αρχόντισσας», εύπορης κτηματία, χήρας δύο φορές, Μπερνάρντα Αλμπα. Την περιουσία του πρώτου γαιοκτήμονα άντρα της την κληρονόμησε η 39χρονη πρωτοκόρη της. Μόνον γι’ αυτή, λόγω περιουσίας, δέχεται παντρολόγημα. Οι άλλες τέσσερις (από δεύτερο γάμο) κόρες της, όλες σε ηλικία γάμου αλλά χωρίς περιουσία, επόμενα χωρίς ελπίδα να παντρευτούν, μαραζώνουν «θαμμένες» μέσα στο σπίτι από τη μητριαρχικά αυταρχική μάνα τους, που δε θέλει να μάθει ο κόσμος τη φτώχεια που πλήττει το σπιτικό της. Η κοινωνικο-ταξική «τυφλότητα» της Μπερνάρντα επιβαλλόμενη και στις κόρες της κορυφώνεται σε τραγωδία. Στην αυτοκτονία της μικρότερης κόρης της, που αλληλοερωτεύεται με τον υποψήφιο γαμπρό για την πλούσια ετεροθαλή αδελφή. «Δράμα γυναικών στα χωριά της Ισπανίας» υποτίτλισε ο Λόρκα το έργο του. «Ούτε σταγόνα ποίηση! Πραγματικότητα ! Ρεαλισμός!», έλεγε γι’ αυτό, προφανώς για να υπογραμμίσει την αντλημένη από την πραγματικότητα κοινωνική και ανθρώπινη αλήθεια του και να το διαχωρίσει από τα ποιητικής υπερρεαλιστικής μυθοπλασίας έργα του. Η παρούσα σε κάθε «κύτταρο», σε κάθε λέξη και σε όλα τα ρεαλιστικά δράματά του ποίηση του Λόρκα υποβαθμίστηκε από τη μετάφραση της Εφης Γιαννοπούλου, χάριν «μιας διαφορετικής ποιητικότητας, λιτής και αιχμηρής, που συναντήθηκε αρμονικά με τους αισθητικούς όρους της σκηνοθετικής προσέγγισης», όπως γράφει η μεταφράστρια. Πράγματι, η μετάφραση και η αναμφίβολα καλού αισθητικού γούστου σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού – όπως και οι άλλες παράμετροι (σκηνικά – κοστούμια Ελένης Μανωλοπούλου, μουσική Τηλέμαχου Μούσα, φωτισμοί Αλέκου Αναστασίου, μακιγιάζ Γιάννη Παμούκη) «συναντήθηκαν». Δε στερείται αισθητικού ενδιαφέροντος και μόχθου η σκηνοθεσία. Μόνο που και η «κυτταρική» ποιητικότητα, αλλά και η ρεαλιστική δύναμη, απλότητα κι αλήθεια, όπως και το βαθύτερο κοινωνικό υπόβαθρο του έργου, παρασυρμένες από μια «ψυχρή» αισθητίζουσα «πόζα», δεν βρήκαν – σκηνοθετικά και υποκριτικά – το λορκικό «σφυγμό» που «θερμαίνει» την ψυχή και το νου του θεατή. Πειθαρχικές στο ήθος της σκηνοθεσίας είναι οι ερμηνείες των αναμφίβολα άξιων ηθοποιών: Μπέττυ Αρβανίτη, Σμαράγδα Σμυρναίου (η μόνη ερμηνεία που διαθέτει «ποιητικότητα»), Τζίνη Παπαδοπούλου, Γωγώ Μπρέμου, Εκάβη Ντούμα, Νόρα Καρβούνη, Λουκία Μιχαλοπούλου, Ανέζα Παπαδοπούλου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: