«Εμίλια» με ωραία, σύγχρονα ρούχα

  • Ενας Λέσινγκ που εντυπωσιάζει με τα σκηνοθετικά εφέ, τον χορό του ’50 και τις ερμηνείες

Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

  • Γκότχολντ Εφρεμ Λέσινγκ «Εμίλια Γκαλότι», σκην.: Γιάννης Χουβαρδάς. Εθνικό Θέατρο
  • Ερικ Ασσούς «Γαμήλια ψευδαίσθηση», σκην.: Νίκος Σακαλίδης. Θέατρο: Αργώ

«When marimba rhythms start to play…» αρχίζει να τραγουδά ο γλυκερός Dean Martin (είναι ένα μάμπο από το 1953) σφραγίζοντας μουσικά ολόκληρη την παράσταση της «Εμίλια Γκαλότι» του Γκότχολντ Εφρεμ Λέσινγκ. Στην τραγωδία αυτή, ο συγγραφέας (1729-1781) αγγίζει καυτές υποθέσεις της εποχής του. Υποθέσεις από τη φεουδαρχία, τη γυναικεία χειραφέτηση, τις πατριαρχικές δομές. Τέτοιου είδους προβλήματα. Ολότελα ξεπερασμένα πλέον. Ομως η μοιραία, «γριά» πλέον, «Εμίλια Γκαλότι» θεωρείται ένα από τα κορυφαία δράματα του κεντροευρωπαϊκού διαφωτισμού.

Γίνεται να ανανεώσει, να εκμοντερνίσει κανείς ένα τόσο απελπιστικά παλιό στον προβληματισμό του κείμενο; Με τα μέσα και την αντίληψη για το σύγχρονο θέατρο, ασφαλώς και γίνεται. Εψαξα στο Google και το YouTube να βρω τις –πάμπολλες– γερμανικές παραστάσεις του έργου μέσα στα τελευταία χρόνια. Και δεν ήταν μόνο η πολυσυζητημένη «μοντέρνα», ανατρεπτική σκηνοθεσία του Μ. Ταλχάιμερ στο Βερολίνο (εδώ γνωστός από τους «Αρουραίους» του Γκ. Χάουπτμαν στο Φεστιβάλ Αθηνών) ή του Αντρέα Μπρεθ στη Βιέννη. Είδα πως δεν υπήρχε ούτε για δείγμα κάτι το «παραδοσιακό» που θα θύμιζε τον 18ο αιώνα. Ολες οι Εμίλιες φορούσαν σύγχρονα ρούχα και ζούσαν σε σημερινούς χώρους.

Ετσι και στη σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά στο Εθνικό Θέατρο με το τσα-τσα-τσα μαμπικό «Sway» –στην αρχή και στο τέλος– και την ξώπλατη Εμίλια Γκαλότι (Αλκηστις Πουλοπούλου), η οποία στο φινάλε ανασταίνεται και πηδώντας ανάμεσα στους ώμους των θεατών της πλατείας κάνει τον κύκλο, για να εμφανιστεί στην τελική υπόκλιση στη σκηνή. Είχαν προηγηθεί άπειρα ανεβοκατεβάσματα των ηθοποιών σε τραμπουκέτα (στα ασανσεράκια πάνω στη σκηνή). Μήπως όλα αυτά γίνονται για να αποσβεσθεί και η μακρόχρονη τεχνική αναβάθμιση του τεχνικού εξοπλισμού; Τέλος πάντων, το θέατρο γενικά μάς χρωστά και θέαμα, ίσως και κάποιον εκκεντρικό εντυπωσιασμό. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Γιάννης Χουβαρδάς δεν αφήνει κανέναν ανικανοποίητο και πολύ καλά κάνει – έστω κι αν δεν θεμελιώνει το «γιατί» και το «επειδή» κάθε σκηνοθετικού του ευρήματος. Ικανός κι ευφάνταστος –και το σημαντικότερο, με αίσθηση του καλού γούστου– «θεατράνθρωπος», ο Γ.Χ. ακολουθεί πλέον πιστά τη νεογερμανική τάση μιας μοντέρνας ματιάς στο σύγχρονο θέατρο. Στην τωρινή «Εμίλια Γκαλότι» τουλάχιστον δεν βαρέθηκα και αφέθηκα να παρασυρθώ από τα φαντασμαγορικά σκηνοθετικά «εφέ» με τις προβολές, τις χορευτικές κινήσεις του ’50 και τις μαρίμπες. Μετά, είναι μερικοί ηθοποιοί οι οποίοι ακόμα και τον τηλεφωνικό κατάλογο να διαβάσουν θα καθίσεις να τους χαζέψεις με ευχαρίστηση. Οπως για παράδειγμα ο Νίκος Κουρής, ο οποίος εδώ εμφανίζεται ως ο αδίστακτος υπασπιστής Μαρινέλι με καλομελετημένες λεπτομέρειες πάνω στον χαρακτήρα ενός διαχρονικού λαμόγιου, η αξιοθαύμαστη Θέμις Μπαζάκα, μητέρα της Εμίλιας, η οποία με τον σκηνικό χαρακτήρα της μαρτυρά περισσότερα από τα λόγια του ρόλου της, κι ένας Ακύλας Καραζήσης που κατορθώνει να «αποποινικοποιήσει» τον έκφυλο(;) πρίγκιπα της Γκουαστάλα και να τον εμφανίσει όχι απλώς ως ερωτύλο εκμεταλλευτή, αλλά σαν άνθρωπο που ερωτεύεται αληθινά με την καρδιά του. Η Στεφανία Γουλιώτη, ο Γιάννος Περλέγκας έδειξαν συγκεκριμένες κι αναγνωρίσιμες απόψεις πάνω στους χαρακτήρες τους και η, αρκετά διακοσμητική, Αλκηστις Πουλοπούλου με καλύτερη άρθρωση θα ήταν άψογη στον επώνυμο ρόλο.

  • Γαμήλια ψευδαίσθηση

Επειτα από αρκετά χρόνια –ας πούμε– αρμονικής συζυγικής συνύπαρξης, ένα ζευγάρι αποφασίζει να μηδενίσει το κοντέρ του. Ο τρόπος: να ομολογήσει ο ένας στον άλλο τις συζυγικές παρασπονδίες. Αυτός έκανε, λέει, δώδεκα. Αυτή, μία και καλή που κράτησε οκτώ μήνες. Ποιο είναι το χειρότερο; Ασφαλώς της Ζαν. Οκτώ μήνες δημιουργούν μια «σχέση», και ο Μαξίμ τριβελίζεται από την περιέργεια να ανακαλύψει τον ύποπτο. Υπάρχει κι ένας τρίτος φίλος της οικογένειας. Να ’ναι άραγε αυτός; Αν θέλει να ταξινομήσει κανείς τη «Γαμήλια ψευδαίσθηση» του Γάλλου Ερικ Ασσούς, θα της έβαζε την ταμπέλα «βουλεβάρτο». Ακόμα καλύτερα: «μετα-βουλεβάρτο», μια και είναι έργο συγχρόνου. Οπου ως βουλεβάρτο θα όριζε κανείς ένα είδος αστικού θεάτρου με καθημερινούς χαρακτήρες με τους οποίους μπορεί ο θεατής να ταυτιστεί εύκολα και με έντονη την αποφυγή προς «καυτά» πολιτικά ή θρησκευτικά θέματα. Οπως και, καλή ώρα, στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η κλασική επιδίωξη του γαλλικού αυτού είδους να αιφνιδιαστεί ο θεατής ύστερα από μία ευφρόσυνη φλυαρία στο τέλος, εφαρμόζεται και σ’ αυτό το έργο. Εργο που έχει ανάγκη από τρεις ώριμους ηθοποιούς, με την ικανότητα να σε κρατήσουν σε εγρήγορση. Εδώ σε κρατάει το μόνιμο αινιγματικό χαμόγελο της Αιμιλίας Υψηλάντη, η τραυματισμένη αρσενική υπεροψία του Αντώνη Θεοδωρακόπουλου και το μόνιμο ερωτηματικό που θέτει με τον λιγόλογο χαρακτήρα του ο Γιάννης Ζαβραδινός. Δίχως υπέρμετρες αξιώσεις μια καλοστημένη παράσταση –σκηνοθεσία Νίκου Σακαλίδη– που βλέπεται ευχάριστα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: